[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Οι Ανταύγειες της Δημιουργίας Βαδίζουν πάνω στο χώμα με το αρχέγονο δικαίωμα της ανάσας. Δεν χρειάζονται λέξεις για να υπάρξουν. Το βλέμμα τους είναι ένας ανοιχτός ορίζοντας γεμάτος από τη σοφία της...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Οι Ανταύγειες της Δημιουργίας Βαδίζουν πάνω στο χώμα με το αρχέγονο δικαίωμα της ανάσας.

Δεν χρειάζονται λέξεις για να υπάρξουν.

Το βλέμμα τους είναι ένας ανοιχτός ορίζοντας γεμάτος από τη σοφία της σιωπής.

Το πέταγμα του γλάρου πάνω από το Αιγαίο.

Το περήφανο βάδισμα του λύκου στο δάσος.

Το πιστό σκίρτημα ενός σκύλου στο κατώφλι.

Το τρεμάμενο σώμα ενός αλόγου μέσα στη βροχή.

Η ανάσα μιας γάτας που κουλουριάζεται πάνω στη μοναξιά ενός ανθρώπου.

Κι ένας λαγός, να χοροπηδά σαν μικρός γελωτοποιός της φύσης, κουνώντας αστεία τα αυτιά του, λες και προσπαθεί να κάνει τη γη να γελάσει πριν βραδιάσει ο κόσμος.

Όλα τους είναι νήματα της ίδιας μεγάλης πνοής.

Είναι οι ζωντανοί καθρέφτες της Δημιουργίας.

Ανταύγειες ενός κόσμου που κάποτε ήταν γεμάτος τραγούδι.

Κι όμως… Ο άνθρωπος, το πλάσμα που καυχιέται για τον πολιτισμό του, συχνά γίνεται ο μεγαλύτερος δήμιος τους.

Χέρια που γεννήθηκαν για να χαϊδεύουν, γίνονται παγίδες από σίδερο και φόβο.

Μάτια που θα έπρεπε να λυγίζουν από συμπόνια, σκληραίνουν σαν πέτρα.

Κι εκείνα — τα αθώα πλάσματα — μένουν να κοιτούν τον άνθρωπο με μια απορία πιο πικρή κι από τον πόνο: «Γιατί;» Γιατί να σηκώνεται το πόδι πάνω στο αδύναμο; Γιατί να γίνεται παιχνίδι η αγωνία; Γιατί να γεμίζουν φόβο μάτια που ήρθαν στον κόσμο μόνο για να αγαπήσουν; Ένα σκυλί δεμένο σε μια αλυσίδα που σκουριάζει μαζί με τα κόκαλά του.

Ένα άλογο που σωριάζεται από την κούραση, ενώ οι άνθρωποι συνεχίζουν να περνούν δίπλα του κρατώντας καφέδες και βιαστικά προγράμματα.

Μια γάτα χτυπημένη στη μέση του δρόμου, να σέρνει το σώμα της ψάχνοντας μια γωνιά να πεθάνει μόνη, λες και ντρέπεται ακόμα και για τον πόνο της.

Ένα πουλί με σπασμένες φτερούγες, που το μόνο του «έγκλημα» ήταν πως τραγουδούσε.

Ή πως προσπάθησε να αντιγράψει τη φωνή του ανθρώπου, να μας μοιάσει λίγο, να μας πλησιάσει.

Οι παπαγάλοι επαναλαμβάνουν τις λέξεις μας χωρίς να ξέρουν το νόημά τους, μα ίσως τελικά να γνωρίζουν περισσότερα από εμάς: πως η φωνή υπάρχει για να ενώνει, όχι για να πληγώνει.

Τα δελφίνια πλησιάζουν τα καράβια σαν παιδιά που ψάχνουν παιχνίδι.

Στροβιλίζονται γύρω από τον άνθρωπο με εκείνη τη γαλάζια αθωότητα της θάλασσας.

Κι όμως… εμείς αδειάσαμε τις θάλασσες.

Πού είναι τα ψάρια που γυάλιζαν κάποτε κάτω από τον ήλιο σαν κινούμενο ασήμι; Πού είναι οι σκιές των κοπαδιών που έκαναν το πέλαγος να μοιάζει ζωντανό; Πού είναι οι τόνοι, οι σαρδέλες, οι ξιφίες, οι ασημένιες εκρήξεις ζωής που έκαναν τα παιδιά να χαμογελούν στα λιμάνια; Πού είναι τα πουλιά; Πού είναι τα χελιδόνια που έχτιζαν φωλιές πάνω από τις πόρτες μας σαν να ζητούσαν συντροφιά από τον άνθρωπο; Πού είναι οι σπουργίτες που γέμιζαν τα πρωινά με μικρές σταγόνες τραγουδιού; Πού είναι τα καναρίνια που τραγουδούσαν από το χάραμα μέχρι τη δύση σαν να δοξολογούσαν την ίδια τη ζωή; Οι επόμενες γενιές ίσως να μη γνωρίσουν τίποτα απ’ αυτά.

Θα ανοίγουν ένα βιβλίο και θα ρωτούν: «Τι ήταν το χελιδόνι;» «Τι ήταν ο σπουργίτης;» «Τι ήταν το δελφίνι;» Και κάποιος θα τους δείχνει μια φωτογραφία, όπως δείχνουμε σήμερα τα ερείπια ενός χαμένου πολιτισμού.

Θα μεγαλώσουν σε ουρανούς χωρίς φτερούγες.

Σε θάλασσες χωρίς ζωή.

Σε δάση χωρίς τραγούδι.

Και τότε ίσως να καταλάβουμε πως όταν εξαφανίζεται ένα ζώο, δεν χάνεται μόνο ένα είδος.

Σβήνει ένας τρόπος να αναπνέει η γη. Σβήνει ένα κομμάτι από την παιδική μας αθωότητα.

Σβήνει μια νότα από τη μεγάλη Συμφωνία της Δημιουργίας.

Και το χειρότερο; Συχνά δεν τα σκοτώνει μόνο η βία.

Τα σκοτώνει η αδιαφορία.

Η ψυχρή εκείνη σιωπή των ανθρώπων που είδαν και προσπέρασαν.

Που άκουσαν ένα ουρλιαχτό μέσα στη νύχτα και έκλεισαν το παράθυρο.

Που είπαν: «Δεν είναι δική μου δουλειά». Μα είναι.

Είναι δική μας δουλειά.

Γιατί κάθε πλάσμα που πονά είναι μια πληγή πάνω στην ίδια την ανθρωπότητα.

Γιατί κι αυτά αγαπούν.

Ο σκύλος περιμένει ώρες ολόκληρες ένα χέρι που ίσως να μην έρθει ποτέ.

Το άλογο θυμάται τη φωνή εκείνου που το χάιδεψε με καλοσύνη.

Οι ελέφαντες αγγίζουν με τις προβοσκίδες τους τα κόκαλα των νεκρών τους σαν να προσεύχονται.

Τα δελφίνια πενθούν.

Οι φάλαινες τραγουδούν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά η μία από την άλλη σαν να αρνούνται να αφήσουν τη μοναξιά να καταπιεί τον ωκεανό.

Κι όμως κάποιοι συνεχίζουν να λένε: «Είναι μόνο ζώα». Μόνο; Μόνο πλάσματα που ξέρουν να αγαπούν χωρίς συμφέρον.

Μόνο υπάρξεις που δεν πρόδωσαν ποτέ για εξουσία ή χρήμα.

Μόνο ψυχές που δεν έμαθαν να μισούν όπως ο άνθρωπος.

Ίσως τελικά να είναι πιο κοντά στον Θεό απ’ όσο εμείς.

Γιατί δεν καταστρέφουν τη γη που τους φιλοξενεί.

Δεν χτίζουν πολέμους.

Δεν βασανίζουν για ιδεολογίες.

Δεν φυλακίζουν από κακία.

Μόνο φοβούνται.

Μόνο πονάνε.

Μόνο αγαπάνε.

Και περιμένουν.

Περιμένουν έναν άνθρωπο να σταθεί επιτέλους αντάξιος του ονόματός του.

Έναν άνθρωπο που θα γονατίσει μπροστά στο τραυματισμένο πλάσμα, όχι σαν αφέντης, αλλά σαν αδελφός.

Που θα καταλάβει πως η αξία ενός πολιτισμού δεν μετριέται από τους ουρανοξύστες ούτε από τα χρήματά του, αλλά από τον τρόπο που αγγίζει το πιο αδύναμο χέρι της ζωής.

Κι αν κάποτε υπάρξει πραγματικά φως πάνω στη γη, δεν θα έρθει από τις μηχανές ούτε από τις αυτοκρατορίες των ανθρώπων.

Θα έρθει τη μέρα που ένα παιδί θα χαϊδεύει έναν αδέσποτο σκύλο χωρίς φόβο.

Τη μέρα που ένα χελιδόνι θα ξαναχτίσει φωλιά πάνω από την πόρτα μας.

Τη μέρα που οι θάλασσες θα ξαναγεμίσουν ζωή και τα δελφίνια θα πλησιάζουν τα καράβια χωρίς να φοβούνται τον άνθρωπο.

Τη μέρα που κανείς δεν θα σηκώνει πέτρα πάνω στην αθωότητα. Γιατί τότε μόνο θα έχουμε γίνει πραγματικά άνθρωποι. ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences