Δεν ξέρω αν η μουσική μπήκε στη ζωή μου για να με σώσει ή αν εγώ μπήκα μέσα στη μουσική για να μπορέσω να αντέξω ορισμένα πράγματα. Μάλλον συμβαίνουν και τα δύο μαζί. Η μητέρα μου πέθανε πολύ νέα...
Δεν ξέρω αν η μουσική μπήκε στη ζωή μου για να με σώσει ή αν εγώ μπήκα μέσα στη μουσική για να μπορέσω να αντέξω ορισμένα πράγματα.
Μάλλον συμβαίνουν και τα δύο μαζί.
Η μητέρα μου πέθανε πολύ νέα, μέσα σε εκείνη τη σκοτεινή εποχή του Εμφυλίου, κι έτσι η παιδική μου ηλικία δεν έχει μέσα της τη μορφή της μητέρας κι έχει περισσότερο μια αίσθηση έλλειψης.
Σαν ένα δωμάτιο που λείπει από το σπίτι αλλά συνεχίζεις να ακούς από μέσα του ήχους.
Ο πατέρας μου κι εγώ μείναμε μόνοι.
Πολύ δεμένοι.
Πολύ φτωχοί.
Μέναμε τότε στο υπόγειο του σχολείου στους Αμπελοκήπους, γιατί εκεί δίδασκε μαθηματικά ο πατέρας μου.
Και καμιά φορά σκέφτομαι ότι όλη μου η μουσική βγήκε από εκείνο το υπόγειο.
Από την ανάγκη να υπάρξει κάπου λίγο φως.
Ο πατέρας μου ήταν σπουδαίος άνθρωπος.
Δεν το λέω επειδή ήταν πατέρας μου.
Το λέω γιατί πραγματικά είχε κάτι σπάνιο.
Ήταν ένας άνθρωπος που πάλεψε πολύ για να μορφωθεί.
Είχε φτάσει από το χωριό του στην Αθήνα κάνοντας χίλιες δουλειές, σε κουρεία, όπου μπορούσε, για να σπουδάσει μαθηματικά.
Δεν είχε χρήματα ούτε για τα βιβλία του και τα αντέγραφε ολόκληρα με το χέρι.
Θα ήθελα τόσο πολύ να είχα κρατήσει εκείνα τα τετράδια.
Ήταν σαν έργα τέχνης.
Αλλά αυτό που θυμάμαι περισσότερο είναι η καλοσύνη του.
Δεν είχε μέσα του πίκρα.
Αυτό είναι μεγάλο πράγμα.
Να έχεις περάσει τόσα και να μη δηλητηριαστείς.
Μέχρι τα βαθιά του γεράματα μπορούσε να συγκινηθεί επειδή είδε ένα μικρό φύλλο να βγαίνει πάνω σε ένα δέντρο.
Μου έλεγε: «Πήγα μια βόλτα και είδα κάτι φυλλαράκια». Αυτή ήταν η φιλοσοφία του.
Μια βαθιά συμφιλίωση με τη ζωή.
Ήμουν πολύ αφοσιωμένη σε εκείνον κι εκείνος σε μένα.
Ίσως επειδή είχαμε μείνει μόνοι.
Το παιδί που χάνει νωρίς τη μητέρα του γίνεται κάπως πρόωρα ενήλικο.
Το καταλαβαίνω τώρα αυτό.
Δεν σου επιτρέπεται να είσαι εντελώς παιδί.
Υπάρχει μια υπόγεια αγωνία συνεχώς.
Κι εκεί, μέσα στο υπόγειο του σχολείου, ανακάλυψα ένα πιάνο.
Ένα ξεχασμένο πιάνο.
Θυμάμαι ακόμη τα ποντίκια από κάτω.
Το άνοιγα, το άγγιζα, προσπαθούσα να βγάλω ήχους.
Είχα πάθος να μάθω τι είναι αυτό το πράγμα.
Πώς μπορείς να το εξουσιάσεις.
Και ο πατέρας μου, παρότι δεν είχαμε λεφτά, μου βρήκε δασκάλα.
Εκεί κατάλαβα κάτι που με ακολουθεί σε όλη μου τη ζωή: ότι η πειθαρχία μπορεί να γίνει παρηγοριά.
Όταν μελετάς, όταν επιμένεις, όταν επαναλαμβάνεις κάτι ώρες ατέλειωτες, συμβαίνει κάτι σχεδόν θεραπευτικό.
Σαν να ξαναβάζεις μια τάξη μέσα σου.
Δεν ονειρεύτηκα ποτέ να γίνω μεγάλη πιανίστρια.
Δεν είχα τέτοιες ιδέες.
Ήθελα μόνο να παίζω.
Να μπορώ να παίξω αυτά που άκουγα από το ραδιόφωνο της γειτόνισσας. Σοπέν, Μπετόβεν, τον «Γαλάζιο Δούναβη». Αυτά είναι η παιδική μου ηλικία.
Και ταυτόχρονα αυτοσχεδίαζα συνεχώς.
Έλεγα τις ιστορίες μου στο πιάνο χωρίς να ξέρω ότι το κάνω.
Νομίζω πως εκεί γεννήθηκε και η σχέση μου με τη σύνθεση.
Όχι ως τεχνική, αλλά ως ανάγκη ψυχική.
Γιατί όταν ένα παιδί δεν μπορεί να μιλήσει για τη λύπη του, αρχίζει να τη μεταφράζει σε ήχο.
Αυτό είναι, νομίζω, η τέχνη.
Μια μετάφραση του ανείπωτου.
Όταν ο πατέρας μου ξαναπαντρεύτηκε, ήμουν εγώ εκείνη που διάλεξε τη μητριά μου.
Το λέω και γελάω καμιά φορά, αλλά έτσι έγινε.
Ήταν μια γυναίκα με καλοσύνη.
Από οικογένεια πλούσια, ξεπεσμένη όμως.
Και θυμάμαι ακόμη εκείνο το σπίτι στην Πραξιτέλους.
Ψηλοτάβανο, βελούδινες κουρτίνες, ένα υπέροχο πιάνο με κηροπήγια.
Ήταν σαν να έμπαινα ξαφνικά σε έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο αισθητικής.
Και νομίζω πως εκεί κατάλαβα κάτι πολύ βαθύ: ότι η ομορφιά σώζει πραγματικά τον άνθρωπο.
Όχι η πολυτέλεια.
Η ομορφιά.
Ένα φως, ένα ύφασμα, ένας ήχος, ένα σπίτι που έχει φροντίδα.
Αυτά δημιουργούν μέσα στην ψυχή μια αίσθηση προστασίας.
Στο ωδείο έμεινα δεκαεπτά χρόνια.
Μελέτη ατελείωτη.
Ήμουν πειθαρχημένη πολύ.
Και συγχρόνως είχα μέσα μου μια τεράστια ελευθερία.
Αυτό είναι περίεργο.
Από τη μία ήθελα τη δομή, από την άλλη δεν άντεχα να ενταχθώ πουθενά.
Ούτε πολιτικά δεν μπόρεσα ποτέ να ενταχθώ.
Ήμουν αριστερή με μια πολύ βαθιά ανθρώπινη έννοια, αλλά δεν άντεχα τις γραμμές και τα στρατόπεδα.
Ήθελα να μπορώ να ξυπνάω το πρωί και να σκέφτομαι ελεύθερα.
Ήρθε όμως η δικτατορία και όλα σκοτείνιασαν.
Με συνέλαβαν κάποια στιγμή και είχα μαζί μου το παιδί μου.
Ζωγράφιζε σιωπηλά σε ένα τραπέζι της Ασφάλειας.
Αυτή η εικόνα δεν φεύγει ποτέ από μέσα μου.
Το παιδί μπροστά στην εξουσία.
Η αθωότητα μέσα στον φόβο.
Όταν έφυγα για το Παρίσι, ήμουν μόλις είκοσι τεσσάρων.
Δεν είχα ταξιδέψει ποτέ με αεροπλάνο.
Και φτάνω σε αυτή την παγωμένη πόλη με το παιδί μου, μέσα σε χιόνι και φώτα, και αισθάνομαι σαν να ανοίγει ξαφνικά ο κόσμος.
Δούλεψα πάρα πολύ εκεί.
Πήρα υποτροφία, έκανα διδακτορικό, δούλευα στο CNRS, μεγάλωνα το παιδί μου, νοίκιασα πιάνο.
Αλλά πιο πολύ θυμάμαι την αίσθηση ελευθερίας. Το Παρίσι εκείνης της εποχής ήταν ένα εργαστήρι σκέψης.
Και μετά ήρθε ο Μάης του ’68. Ήμασταν όλη μέρα στους δρόμους, στις συνελεύσεις, στις καταλήψεις της Σορβόννης.
Έπαιζα πιάνο εκεί μέσα.
Και αυτό που με συγκλόνισε περισσότερο ήταν η ομοψυχία των Γάλλων.
Αυτή η αίσθηση ότι ένα ολόκληρο σώμα ανθρώπων μπορεί να αναπνεύσει μαζί.
Αυτό δεν το ξεπέρασα ποτέ. Στο Παρίσι γνώρισα και τον Μάνο Χατζιδάκι.
Αγαπηθήκαμε αμέσως. Ο Μάνος ήταν τρομακτικά έξυπνος άνθρωπος, αλλά είχε και κάτι παιδικό μέσα του.
Μια γενναιοδωρία σπάνια.
Άκουσε τη «Μεγάλη Αγρυπνία» και στάθηκε δίπλα μου με τρόπο καθοριστικό.
Δεν ξεχνώ ποτέ τους ανθρώπους που αναγνωρίζουν κάτι προτού το αναγνωρίσει ο κόσμος.
Αυτό είναι μεγάλη αρχοντιά.
Εκείνα τα χρόνια γνώριζα συνεχώς ανθρώπους σημαντικούς, τη Μελίνα, τον Κακογιάννη, τη Φαραντούρη.
Αλλά ξέρεις κάτι; Πάντα ένιωθα κάπως μοναχική μέσα σε όλα αυτά.
Είχα ανάγκη να επιστρέφω στο πιάνο μου.
Εκεί μόνο καταλάβαινα ποια είμαι πραγματικά.
Η συνάντησή μου με τον Αγγελόπουλο ήταν ίσως η πιο καθοριστική της ζωής μου.
Με τον Θόδωρο δεν μιλούσαμε πολύ. Καταλαβαινόμασταν.
Ήταν βαθιά ανασφαλής άνθρωπος, παρότι έβγαζε αυτή τη μεγάλη αυστηρότητα.
Αλλά οι ανασφαλείς άνθρωποι ψάχνουν συνεχώς.
Δεν επαναπαύονται.
Κι εγώ έτσι είμαι.
Ίσως γι’ αυτό βρεθήκαμε τόσο βαθιά.
Όταν μου μιλούσε για μια ταινία, άκουγα τη φωνή του και καταλάβαινα αμέσως τον ψυχισμό της.
Έγραφα τα θέματα πάρα πολύ γρήγορα.
Σαν να μου υπαγορεύονταν.
Λέω καμιά φορά πως είμαι λίγο μέντιουμ στη μουσική.
Γιατί πραγματικά νιώθω ότι η μουσική έρχεται από κάπου αλλού.
Δεν τη «σκέφτομαι» μόνο.
Δεν με ενδιέφερε ποτέ η μουσική ως επένδυση εικόνων.
Με ενδιέφερε το υπόγειο ρεύμα των πραγμάτων.
Αυτό που δεν λέγεται.
Ένα βλέμμα, ένας άνεμος, μια αναμονή. Ο Θόδωρος χρησιμοποιούσε πολύ λίγη μουσική και αυτό το θεωρούσα σπουδαίο.
Δεν χρειάζεται να πνίγεις τον θεατή.
Αρκεί μία φράση μουσική να έχει ποτίσει ολόκληρη την ταινία.
Τα πιο σημαντικά πράγματα δεν λέγονται ποτέ ευθέως.
Όπως στον Πίντερ.
Υπάρχει πάντα κάτι που κινείται από κάτω.
Εκεί βρίσκεται η ουσία.
Το θέατρο υπήρξε επίσης μια μεγάλη αγάπη.
Και βέβαια ο Αντώνης.
Με τον Αντώνη Αντύπα βρεθήκαμε σε ώριμη ηλικία, όταν πια οι άνθρωποι δεν ψάχνουν να εντυπωσιάσουν αλλά να συνυπάρξουν αληθινά.
Μου λείπει τόσο πολύ.
Μείναμε μαζί τόσα χρόνια γιατί ταιριάξαμε βαθιά στον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο.
Με συγκινούσε η ζωντάνια του, το πάθος του, η περιέργειά του για τα πράγματα.
Το κλείσιμο του Απλού Θεάτρου μας στοίχισε πολύ.
Αλλά δεν πιστεύω στις ηρωικές θυσίες που καταστρέφουν τον άνθρωπο.
Η τέχνη χρειάζεται και αξιοπρέπεια.
Τώρα πια, όσο περνούν τα χρόνια, αισθάνομαι όλο και περισσότερο ευγνωμοσύνη.
Δεν έβαλα ποτέ μεγάλους στόχους.
Τα πράγματα ήρθαν μόνα τους.
Κι αν δεν έρχονταν, πάλι καλά θα ήταν.
Κάθομαι κάθε μέρα στο πιάνο.
Παίζω τα παλιά μου κομμάτια, μελετώ, κρατιέμαι σε φόρμα.
Και όταν αγγίζω τα πλήκτρα, αισθάνομαι ακόμη εκείνο το μικρό κορίτσι μέσα στο υπόγειο σχολείο που προσπαθούσε να καταλάβει τι είναι αυτός ο ήχος που τη σώζει. Και τότε λέω μέσα μου: ήμουν τυχερή. Πολύ τυχερή. φωτό: Κατερίνα Μαριανού
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους