[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Δεν θυμάμαι τη ζωή μου σαν μια ευθεία διαδρομή αλλά σαν αρμύρα που ανεβοκατεβαίνει μέσα στο σώμα. Άλλοτε γαλήνη κι άλλοτε φουρτούνα. Αυτό νομίζω είναι τελικά ο άνθρωπος. Ένας καιρός. Εγώ ήμουν πάντα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Δεν θυμάμαι τη ζωή μου σαν μια ευθεία διαδρομή αλλά σαν αρμύρα που ανεβοκατεβαίνει μέσα στο σώμα.

Άλλοτε γαλήνη κι άλλοτε φουρτούνα.

Αυτό νομίζω είναι τελικά ο άνθρωπος.

Ένας καιρός.

Εγώ ήμουν πάντα νοτιάς.

Από παιδί.

Όχι απ’ αυτούς που φωνάζουν και σηκώνουν κύμα για να τους δουν.

Από εκείνους που μοιάζουν ήρεμοι στην επιφάνεια, αλλά κουβαλάνε από κάτω ολόκληρο βυθό.

Και ξέρεις κάτι; Ο κόσμος νομίζει πως οι τραγουδιστές τραγουδάνε για να τους αγαπήσουν. Λάθος.

Τραγουδάνε γιατί κάποτε δεν κατάφεραν να πουν κάτι αλλιώς.

Εγώ δεν έγινα τραγουδιστής επειδή είχα φωνή.

Έγινα επειδή δεν άντεχα τη σιωπή.

Γιατί η σιωπή μέσα στα νησιά είναι βαριά.

Ακούγεται περισσότερο από τις φωνές.

Κάθε βράχος, κάθε λιμάνι, κάθε χειμωνιάτικη εκκλησία κουβαλάει μοναξιά.

Κι ένας άνθρωπος είτε θα μάθει να τη μετατρέπει σε τραγούδι είτε θα τον καταπιεί.

Θυμάμαι τον πατέρα μου να τραγουδάει και να μη χρειάζεται μικρόφωνο.

Οι παλιοί άνθρωποι δεν τραγουδούσαν για να φανούν· τραγουδούσαν όπως ανασαίνουν.

Κι η μάνα μου το ίδιο.

Δεν προερχόμουν από μουσική οικογένεια με την έννοια των ωδείων και των πενταγράμμων.

Προερχόμουν από οικογένεια που ήξερε να πονάει μελωδικά.

Αυτό είναι άλλη παιδεία.

Άκουγα φωνές μέσα στο σπίτι πριν ακούσω δίσκους.

Και μετά έτρεχα απέναντι από τα καφενεία, να κολλήσω το αυτί μου σε μουσικές που έρχονταν από αλλού. Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Τσιτσάνης, Beatles, ό,τι έφτανε ως την Πάρο.

Μα ξέρεις τι καταλαβαίνω τώρα; Ότι δεν άκουγα μουσική για να διασκεδάσω.

Έψαχνα μέσα της τρόπο να υπάρξω.

Κι αυτό είναι επικίνδυνο πράγμα για έναν άνθρωπο.

Γιατί όταν η τέχνη γίνεται τρόπος ύπαρξης, δεν μπορείς ποτέ να τη βγάλεις από πάνω σου.

Γίνεται δέρμα.

Γίνεται κατάρα και χάρη μαζί.

Τα χρόνια εκείνα ήταν φτωχά, αλλά δεν το ξέραμε.

Αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια.

Δεν είχαμε μέτρο σύγκρισης.

Η πείνα δεν ήταν κοινωνιολογική έννοια· ήταν καθημερινότητα.

Και όμως, μέσα σε εκείνη τη στέρηση υπήρχε μια αξιοπρέπεια που σήμερα τη νοσταλγώ.

Πηγαίναμε στην εκκλησία καθαροί, με το καλό μας ρούχο, κι ας μην είχαμε δεύτερο.

Κοιτάζαμε ένα κορίτσι από μακριά και μας έφτανε.

Δεν χρειαζόταν να το αγγίξουμε για να ερωτευτούμε.

Σήμερα όλα γίνονται γρήγορα, χωρίς αναμονή, χωρίς αγωνία.

Κι ο έρωτας χωρίς αναμονή είναι μισός έρωτας.

Το βλέπω και λυπάμαι λίγο.

Γιατί εμείς μάθαμε να επιθυμούμε.

Όχι να καταναλώνουμε ανθρώπους.

Να τους περιμένουμε.

Να περνάμε έξω από το ζαχαροπλαστείο και να μη μπαίνουμε επειδή δεν είχαμε χρήματα ούτε για μία πάστα, κι όμως να γυρίζουμε σπίτι ευτυχισμένοι επειδή εκείνη μας χαμογέλασε.

Αυτά δεν τα καταλαβαίνει εύκολα η σημερινή εποχή.

Όχι γιατί είναι χειρότερη.

Αλλά γιατί φοβάται την έλλειψη.

Ενώ η δική μας γενιά μεγάλωσε μέσα της.

Όταν άρχισα να τραγουδάω, δεν σκέφτηκα ποτέ ότι θα γίνω «ο Πάριος». Αυτά τα φτιάχνει ο κόσμος μετά.

Εγώ ήθελα μόνο να λέω τα λόγια σωστά.

Να τα καταλαβαίνει ο άλλος.

Εκεί βρίσκεται όλη η ιστορία της ερμηνείας.

Δεν είναι να πεις μια νότα.

Είναι να κουβαλήσεις μια ψυχή χωρίς να τη σπάσεις. Ο Δημήτρης Χορν είχε δίκιο όταν έλεγε πως το τραγούδι είναι δραματουργία.

Γιατί κάθε τραγούδι είναι ένας μικρός μονόλογος.

Ένας άνθρωπος που παρακαλεί, που θυμώνει, που ζηλεύει, που χάνει, που περιμένει.

Εγώ δεν τραγούδησα ποτέ σαν να κάνω επίδειξη φωνής.

Η φωνή είναι εργαλείο.

Η αλήθεια είναι το δύσκολο.

Να πεις το «μη μ’ αφήνεις» και να νομίζει ο άλλος ότι το λες πρώτη φορά στον κόσμο.

Να τραγουδάς τον ίδιο στίχο χιλιάδες βραδιές και να βρίσκεις ακόμα αίμα μέσα του.

Αυτό είναι το μυστήριο.

Κάποτε με ρώτησαν γιατί δεν με ενδιέφερε να ανήκω σε κόμματα, παρέες, στρατόπεδα.

Μα πώς να το εξηγήσω; Εγώ ήθελα να ανήκω μόνο στα τραγούδια.

Τίποτε άλλο δεν με χώρεσε πραγματικά.

Είδα μεγάλους δημιουργούς να χωρίζονται σε παρατάξεις, να τους τραβάνε από δω κι από κει, να γίνονται σημαίες.

Κι εγώ πάντοτε τρόμαζα με τις σημαίες.

Γιατί όταν ένας καλλιτέχνης γίνεται λάβαρο, κινδυνεύει να πάψει να είναι άνθρωπος.

Ο κόσμος νομίζει ότι η τέχνη χρειάζεται στρατόπεδο. Όχι.

Η τέχνη χρειάζεται μοναξιά.

Κι η μοναξιά θέλει κότσια.

Θέλει να μπορείς να μείνεις ένα βράδυ μόνος με τον εαυτό σου χωρίς να πεθάνεις από τον θόρυβο που κρύβεις μέσα σου.

Γι’ αυτό δεν έκανα αυλές.

Δεν άντεχα τους ανθρώπους που πλησιάζουν από συμφέρον.

Το καταλαβαίνεις αμέσως.

Η ψυχή μυρίζει.

Όπως μυρίζει και η πείνα.

Όπως μυρίζει και η ματαιοδοξία.

Ο έρωτας τώρα… Αχ, ο έρωτας.

Ο κόσμος με είπε «ερωτικό τραγουδιστή» λες και είναι κατηγορία.

Μα τι άλλο υπάρχει εκτός από τον έρωτα; Όλα τα υπόλοιπα γίνονται ανάμνηση.

Ο έρωτας μόνο μένει παντού παρών.

Και δεν μιλάω μόνο για τον έρωτα ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα.

Μιλάω για εκείνη τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να παραδοθεί κάπου.

Να πει «σε εμπιστεύομαι». Αυτό είναι έρωτας.

Κι ίσως γι’ αυτό τραγούδησα έτσι αυτά τα τραγούδια.

Γιατί ποτέ δεν τα είδα σαν επιτυχίες.

Τα είδα σαν εξομολογήσεις.

Ο κόσμος δανείζεται τη φωνή σου για να πει όσα δεν μπορεί.

Εκεί είναι η μεγαλύτερη συγκίνηση.

Να βλέπεις έναν άνθρωπο κάτω από τη σκηνή να κλαίει και να ξέρεις ότι δεν κλαίει για σένα.

Κλαίει για τον εαυτό του.

Εσύ απλώς του άνοιξες μια πόρτα.

Με ρωτάνε συχνά αν υπήρξα ευτυχισμένος.

Δεν ξέρω να απαντήσω εύκολα.

Υπήρξα ευλογημένος, ναι.

Αλλά η ευλογία έχει πάντα κόστος.

Έχασα πράγματα από μένα στην πορεία.

Δεν αγάπησα τον Γιάννη όσο θα έπρεπε.

Το λέω και πονάω.

Γιατί ο κόσμος αγαπούσε τον Πάριο κι εγώ άφηνα πίσω τον άνθρωπο.

Αυτό παθαίνουν πολλοί καλλιτέχνες.

Γίνονται εικόνα και ξεχνάνε το σώμα που κουβαλάει την εικόνα.

Γίνονται επιθυμία των άλλων και χάνουν τη δική τους.

Κι ύστερα έρχονται τα ψυχοσωματικά, οι γαστρορραγίες, οι φόβοι, τα ξενύχτια, η αγωνία.

Το σώμα εκδικείται πάντα εκεί που η ψυχή σιώπησε.

Εγώ το έπαθα νωρίς.

Από μικρός κουβαλούσα άγχος.

Ευσυγκίνητος άνθρωπος ήμουν.

Κι ο ευσυγκίνητος άνθρωπος δεν προστατεύεται εύκολα.

Ραγίζει εύκολα.

Μόνο που μαθαίνει να το κρύβει καλά.

Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που συνάντησα τον Χατζιδάκι στο αεροδρόμιο.

Μου είπε: «Είστε ο μοναδικός καλλιτέχνης που δεν με έχει ενοχλήσει». Και μετά πρόσθεσε: «Και να ξέρατε πόσο θα ήθελα». Εκείνη τη μέρα περπάταγα σαν παιδί.

Γιατί τι ζητάει τελικά ένας άνθρωπος; Μια αναγνώριση από εκείνους που αγάπησε.

Όχι από το πλήθος.

Από τους λίγους.

Από τους μεγάλους.

Ο «Μεγάλος Ερωτικός» για μένα δεν είναι δίσκος.

Είναι μνημείο.

Μπαίνει δίπλα στην Αφροδίτη της Μήλου.

Έτσι το αισθάνομαι.

Κι όταν άκουγα τη Φλέρυ Νταντωνάκη, νόμιζα πως δεν τραγουδάει άνθρωπος αλλά κάτι ανάμεσα σε πληγή και άγγελο.

Αυτές οι φωνές δεν ξαναγεννιούνται εύκολα.

Και ξέρεις γιατί; Γιατί δεν φτιάχνονται τεχνικά.

Γεννιούνται μέσα από σπαραγμό.

Τα «Νησιώτικα» δεν ήταν επιχειρηματικό σχέδιο.

Ήταν υπόσχεση στον πατέρα μου.

Κι ίσως γι’ αυτό αγαπήθηκαν τόσο.

Γιατί ο κόσμος καταλαβαίνει πότε κάνεις κάτι από υπολογισμό και πότε από χρέος.

Εγώ εκείνον τον δίσκο δεν τον τραγούδησα σαν επαγγελματίας.

Τον τραγούδησα σαν παιδί που επιστρέφει στην αυλή του.

Και όταν είδα ανθρώπους σε μέρη χωρίς θάλασσα να χορεύουν νησιώτικα, κατάλαβα ότι η πατρίδα τελικά δεν είναι γεωγραφία.

Είναι ρυθμός.

Είναι μνήμη του σώματος.

Το σώμα θυμάται πριν από το μυαλό.

Γι’ αυτό και το τραγούδι πηγαίνει βαθύτερα από τη σκέψη.

Μπαίνει εκεί που δεν φτάνουν οι λέξεις.

Εκεί όπου κατοικεί η παιδική ηλικία, η μάνα, ο φόβος, η εγκατάλειψη, ο έρωτας. Όλα.

Οι γιοι μου είναι η μεγαλύτερη υπερηφάνειά μου.

Όχι επειδή συνέχισαν τη μουσική, αλλά επειδή είναι άνθρωποι με ψυχή.

Αυτό με νοιάζει.

Να μην ξεχάσουν ποτέ από πού ήρθαν.

Να μη χαθεί η μυρωδιά της πείνας.

Γιατί ο άνθρωπος που ξεχνάει τη στέρησή του γίνεται αλαζόνας.

Κι εγώ φοβάμαι την αλαζονεία περισσότερο από την αποτυχία.

Η αποτυχία σε κρατάει ζωντανό.

Η αλαζονεία σε τελειώνει.

Όταν τραγούδησα με τον Χάρη εκείνο το μικρό ντουέτο, δεν αισθανόμουν σταρ.

Πατέρας αισθανόμουν.

Κι ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο μεγάλη ιδιότητα της ζωής μου.

Όχι τραγουδιστής. Πατέρας.

Γιατί το τραγούδι στο τέλος τελειώνει.

Τα φώτα σβήνουν.

Η πατρότητα όμως μένει σαν ευθύνη ακόμα κι όταν κλείνουν οι πόρτες.

Ζω μόνος, αλλά δεν νιώθω μόνος.

Υπάρχει διαφορά.

Η μοναξιά δεν είναι πάντα δυστυχία.

Καμιά φορά είναι προστασία.

Εκεί μέσα ακούω καλύτερα τον εαυτό μου.

Γράφω σκέψεις, μικρές φράσεις, πράγματα που ίσως βρουν μια μέρα τα παιδιά μου.

Δεν ξέρω αν αξίζουν.

Μα είναι κομμάτια μου.

Και ξέρεις τι έχω καταλάβει μεγαλώνοντας; Ότι ο άνθρωπος δεν σώζεται από τις επιτυχίες του.

Σώζεται από τις τρυφερότητές του.

Από το αν αγκάλιασε, αν συγχώρεσε, αν στάθηκε δίπλα σε κάποιον όταν όλα διαλύονταν.

Αυτά θυμάμαι πια.

Όχι τις πωλήσεις, ούτε τα χειροκροτήματα.

Μια κουβέντα θυμάμαι.

Ένα βλέμμα.

Ένα «σ’ αγαπώ» που ειπώθηκε ντροπαλά.

Και αν με ρωτήσεις τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, τι είναι τελικά η ζωή, θα σου πω πως είναι κάτι σαν το πέλαγος που κοιτάζεις νύχτα από το καράβι.

Δεν ξέρεις πού τελειώνει.

Δεν ξέρεις τι κουβαλάει από κάτω.

Μόνο το σέβεσαι.

Εγώ τη θάλασσα δεν τη λάτρεψα ποτέ.

Τη σεβάστηκα.

Όπως σέβομαι και το τραγούδι.

Γιατί και τα δύο μπορούν να σε σηκώσουν ψηλά ή να σε καταπιούν.

Γι’ αυτό ακόμη, όταν τελειώνει μια συναυλία και μένω μόνος στο καμαρίνι, αισθάνομαι σαν εκείνο το παιδί στην Πάρο που κοιτούσε από μακριά το καφενείο και άκουγε μουσική χωρίς να ξέρει πως μια μέρα θα γίνει η φωνή μέσα από την οποία θα μιλήσουν τόσοι άλλοι άνθρωποι.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences