Η πρώτη μεγάλη μου μνήμη είναι η αίσθηση της γης. Τα χέρια του παππού μου μέσα στο χώμα, οι γυναίκες να καθαρίζουν σταφύλια, οι φωνές που ακούγονταν από αυλή σε αυλή τα καλοκαίρια στη Θήβα, τα ζώα...
Η πρώτη μεγάλη μου μνήμη είναι η αίσθηση της γης. Τα χέρια του παππού μου μέσα στο χώμα, οι γυναίκες να καθαρίζουν σταφύλια, οι φωνές που ακούγονταν από αυλή σε αυλή τα καλοκαίρια στη Θήβα, τα ζώα που ανέπνεαν μέσα στη νύχτα, τα βαρέλια με το κρασί, οι άντρες που γύριζαν κουρασμένοι από τα χωράφια κι όμως έβρισκαν ακόμη δύναμη να τραγουδήσουν.
Εκεί μεγάλωσα.
Μέσα σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι δεν είχαν τίποτα σχεδόν, αλλά είχαν ακόμη φωνή.
Κι αυτό είναι κάτι που χάθηκε σήμερα.
Τότε το τραγούδι δεν ήταν επάγγελμα.
Ήταν τρόπος να αντέχεις τη ζωή.
Να αντέχεις τον κόπο, την ήττα, την αγωνία, τον θάνατο.
Ο κόσμος τραγουδούσε για να μην πετρώσει.
Και νομίζω πως αυτό κουβαλώ ακόμη μέσα μου.
Όχι την τεχνική.
Την ανάγκη να σωθεί κάτι ανθρώπινο πριν χαθεί.
Η οικογένεια του πατέρα μου τραγουδούσε δημοτικά τραγούδια.
Μεγάλα, δύσκολα τραγούδια, γεμάτα παράπονο και περηφάνια μαζί.
Η μητέρα μου πάλι, παιδί Μικρασιατών από τη Σμύρνη, κουβαλούσε άλλο πράγμα.
Μια νοσταλγία σχεδόν ακατανόητη για μένα τότε.
Έβαζε ελαφρά τραγούδια, πιο σμυρναίικα, πιο λεπτά, πιο μελαγχολικά.
Και μεγαλώνοντας καταλαβαίνω πως όλη μου η ζωή βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο μουσικές μνήμες.
Από τη μία η στεριά, η ρίζα, η βαριά Ελλάδα του χωραφιού.
Από την άλλη η απώλεια, η προσφυγιά, η μνήμη μιας πατρίδας που χάθηκε αλλά συνέχισε να ζει μέσα στους ανθρώπους σαν ανοιχτή πληγή.
Η μάνα μου δεν μιλούσε συχνά για τη Σμύρνη.
Αλλά το τραύμα δεν περνά μόνο με λόγια.
Περνά με το σώμα, με το βλέμμα, με τη σιωπή.
Λένε τα α παιδιά κληρονομούν τα ανομολόγητα πένθη των γονιών τους.
Νομίζω πως εγώ κληρονόμησα ακριβώς αυτό: μια μόνιμη αίσθηση απώλειας χωρίς σαφή αντικείμενο.
Όταν φύγαμε από τη Θήβα και ήρθαμε στην Αθήνα, αισθάνθηκα σαν να ξεριζώθηκε κάτι από μέσα μου.
Δεν ήταν απλώς μετακόμιση.
Ήταν βίαιη μετάβαση από έναν οργανικό κόσμο σε έναν κόσμο επιβίωσης.
Ο πατέρας μου αρρώστησε, μπήκε στο νοσοκομείο και ξαφνικά η μάνα μου βρέθηκε μόνη απέναντι στη ζωή.
Εκεί έγινε η μεγάλη μεταμόρφωση.
Από γυναίκα του σπιτιού έγινε εργάτρια, μαγαζάτορισσα, μάνα και πατέρας μαζί.
Και νομίζω πως εκεί γεννήθηκε και το δικό μου τραύμα.
Γιατί όταν ένα παιδί βλέπει τη μητέρα του να φοβάται, μεγαλώνει απότομα.
Γίνεται πρόωρα ενήλικος.
Η «Μπαλάντα της Ιφιγένειας» είναι ακριβώς αυτό.
Ένα παιδί που γίνεται «αρχηγός» για να μη διαλυθεί η μάνα. «Κι ακόνιζα παιδάκι πράμα τα νύχια μου και το μυαλό μου». Αυτό δεν είναι ποίηση μόνο.
Είναι ψυχισμός ολόκληρης γενιάς.
Δεν ήμουν ποτέ παιδί με αυτοπεποίθηση.
Παρ’ όλη την αγάπη που έπαιρνα αργότερα από τον κόσμο, υπήρχε μέσα μου μια βαθιά ντροπή.
Μια αίσθηση μειονεξίας.
Σαν να μην άξιζα πραγματικά όλα αυτά που μου συνέβαιναν.
Η φτώχεια αφήνει ένα περίεργο ίχνος στον άνθρωπο.
Ακόμη κι όταν αποκτήσει αναγνώριση, κουβαλά μέσα του το παιδί που φοβόταν μην του λείψει το ψωμί.
Και ίσως γι’ αυτό να μην ένιωσα ποτέ σταρ.
Δεν πίστεψα ποτέ ολοκληρωτικά στον μύθο μου.
Τον φοβόμουν.
Κάθε φορά που αποθεωνόμουν, κάτι μέσα μου μίκραινε.
Σαν να απομακρυνόμουν από τη μάνα μου, από τη Θήβα, από τη ζωή που με γέννησε.
Η επιτυχία έχει και πένθος μέσα της.
Κερδίζεις έναν κόσμο αλλά χάνεις έναν άλλον.
Άργησα πολύ να καταλάβω ότι το τραγούδι είναι ο δρόμος της ζωής μου γιατί στο σπίτι τραγουδούσαν όλοι.
Δεν υπήρχε η ιδέα της εξαίρεσης.
Δεν ήμουν «η τραγουδίστρια». Ήμουν ένα κορίτσι που τραγουδούσε όπως τραγουδούσε όλος ο κόσμος γύρω της.
Και ίσως αυτή η αίσθηση με προστάτευσε αργότερα.
Γιατί δεν μπήκα ποτέ στο τραγούδι με στρατηγική καριέρας.
Μπήκα σαν να μπαίνεις σε γιορτή.
Κι όταν ο αδελφός μου μού πρότεινε να πάμε να τραγουδήσουμε επαγγελματικά, είπα «γιατί όχι;». Δεν υπήρχε σχέδιο.
Υπήρχε χαρά.
Αυτό χάθηκε αργότερα σε πολλούς καλλιτέχνες.
Η χαρά.
Γιατί όταν η τέχνη γίνεται μόνο καριέρα, σιγά σιγά νεκρώνεται.
Η εποχή της χούντας ήταν σκοτεινή αλλά ταυτόχρονα γεμάτη πνευματική πείνα.
Αυτό ίσως ακούγεται παράξενο σήμερα, αλλά τότε οι άνθρωποι διψούσαν για τραγούδια όπως διψά ο άρρωστος για νερό.
Κουβαλούσαμε πικάπ σαν παράνομα αντικείμενα και ακούγαμε Μίκη λες και συμμετείχαμε σε μυστική τελετή. Ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Λοΐζος, ο Ξαρχάκος, ο Μαρκόπουλος… αυτοί οι άνθρωποι δεν έγραφαν για να κάνουν επιτυχίες.
Έγραφαν σαν να διακυβεύεται κάτι υπαρξιακό.
Και η δική μου γενιά αισθανόταν ότι το τραγούδι μπορεί να κρατήσει έναν λαό ψυχικά όρθιο.
Δεν είναι τυχαίο ότι τόσοι άνθρωποι της εποχής εκείνης έζησαν το τραγούδι σχεδόν σαν θρησκεία. Ο Μάνος Λοΐζος υπήρξε οικογένεια.
Αδελφός μας πραγματικά.
Κι όταν έγραψε το «Όλα σε θυμίζουν», η μητέρα μου πέθαινε από καρκίνο.
Της το τραγουδούσα στο νοσοκομείο και αισθανόμουν πως κάτι μετακινείται μέσα μου ανεπιστρεπτί.
Όταν μπήκα στο στούντιο να το ηχογραφήσω μετά τον θάνατό της, η φωνή μου είχε αλλάξει.
Όχι τεχνικά. Υπαρξιακά.
Οι μεγάλες απώλειες αλλάζουν τη θέση της φωνής μέσα στο σώμα.
Δεν τραγουδάς πια μόνο με τον λαιμό.
Τραγουδάς με τη μνήμη.
Και από εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως κάθε φορά που τραγουδάω, ανοίγω μέσα μου ένα δωμάτιο όπου κατοικούν οι νεκροί μου.
Το ελληνικό κοινό με έκανε χωρίς να το καταλάβω κάτι σαν δημόσια μητέρα του.
Κι αυτό είναι πολύ βαρύ φορτίο.
Γιατί για να γίνεις η φωνή ενός λαού, πρέπει να θυσιάσεις κομμάτια του ιδιωτικού σου εαυτού.
Οι άνθρωποι ήθελαν από μένα να συνεχίσω να τραγουδώ τις πληγές τους, τις απώλειές τους, τους έρωτές τους.
Και το έκανα με αγάπη.
Αλλά κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι αδειάζω.
Το σώμα εξεγείρεται όταν ο άνθρωπος γίνεται υπερβολικά αντικείμενο της επιθυμίας των άλλων.
Νομίζω πως αυτό συνέβη και σε μένα.
Η φωνή μου δεν χάθηκε ακριβώς.
Κουράστηκε η ψυχή μου να περνά μέσα από αυτήν.
Γι’ αυτό και όταν σταμάτησα να τραγουδώ ζωντανά, αισθάνθηκα ανακούφιση.
Όχι ήττα. Ανακούφιση.
Γιατί η καριέρα γίνεται κάποια στιγμή ένας αδηφάγος θεός που ζητά όλο και περισσότερο από εσένα.
Ζητά το σώμα σου, τον χρόνο σου, το παιδί σου, τους ανθρώπους σου.
Κι εγώ κάποια στιγμή κατάλαβα ότι αν συνέχιζα όπως πριν, θα πρόδιδα την αλήθεια της φωνής μου.
Δεν ήθελα να γίνει μηχανισμός νοσταλγίας.
Δεν ήθελα να επαναλαμβάνω τον εαυτό μου σαν φάντασμα.
Η μεγαλύτερη πληγή μου δεν ήταν η φθορά της φωνής.
Ήταν η ενοχή απέναντι στο παιδί μου.
Αυτό είναι πολύ δύσκολο να το πω, αλλά είναι αλήθεια.
Η δουλειά έγινε πολλές φορές ο Θεός μου.
Και η κοινωνία συγχωρεί τα πάντα όταν λες «δουλεύω». Αν πεις «δεν μπορώ να έρθω γιατί έχω συναυλία», όλοι το καταλαβαίνουν.
Αν πεις «δεν μπορώ να έρθω γιατί θέλω να μείνω με το παιδί μου», κανείς δεν το θεωρεί εξίσου σημαντικό.
Κι έτσι χάνεις στιγμές χωρίς να το καταλάβεις.
Αυτό είναι το πιο ύπουλο τίμημα της επιτυχίας.
Δεν χάνεις μόνο χρόνο.
Χάνεις ανεπανάληπτες στιγμές που δεν επιστρέφουν ποτέ.
Και όμως, παρά τα σκοτάδια, η μουσική παραμένει το μεγαλύτερο δώρο που μου δόθηκε.
Γιατί αυτά που αισθάνθηκα τραγουδώντας θα χρειαζόμουν πολλές ζωές για να τα ζήσω αλλιώς.
Η σκηνή υπήρξε για μένα τόπος αποκάλυψης.
Εκεί γνώρισα τους ανθρώπους στην πιο γυμνή τους μορφή.
Τον μεθυσμένο άντρα που κλαίει ακούγοντας ένα τραγούδι.
Τη γυναίκα που κρατά το χέρι του παιδιού της και τραγουδά μαζί μου.
Τον ξενιτεμένο που με ακούει στην Αυστραλία και βλέπει μπροστά του την Ελλάδα.
Όλα αυτά δεν είναι διασκέδαση.
Είναι ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση.
Τώρα πια, μεγαλώνοντας, καταλαβαίνω πως όλα περνούν εκτός από την τρυφερότητα που έδωσες.
Ούτε οι δίσκοι ούτε οι θρίαμβοι ούτε οι κριτικές μένουν πραγματικά.
Μένει ένας άνθρωπος που θυμάται ότι κάποτε άκουσε μια φωνή και για λίγο δεν αισθάνθηκε μόνος.
Κι αν έχω αφήσει κάτι πίσω μου, θέλω να πιστεύω πως είναι αυτό.
Όχι η καριέρα.
Αλλά η απόδειξη ότι κάποτε υπήρξε μια Ελλάδα που ήξερε ακόμη να πονά χωρίς να επιδεικνύεται, να αγαπά χωρίς να φωνάζει και να τραγουδά χωρίς να ξεχνά την ψυχή της. (Χαρούλα, γύρισε στο πάλκο…)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους