Οι βασικές κλινικές συνιστώσες της καταθλιπτικής οργάνωσης. Μία ψυχαναλυτική προσέγγιση. Η καταθλιπτική οργάνωση δεν ταυτίζεται με την παρουσία θλίψης, ούτε μπορεί να περιοριστεί στην εικόνα ενός...
Οι βασικές κλινικές συνιστώσες της καταθλιπτικής οργάνωσης. Μία ψυχαναλυτική προσέγγιση. Η καταθλιπτική οργάνωση δεν ταυτίζεται με την παρουσία θλίψης, ούτε μπορεί να περιοριστεί στην εικόνα ενός ανθρώπου που εμφανίζεται ψυχικά καταβεβλημένος.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, πρόκειται για έναν ιδιαίτερο τρόπο οργάνωσης της εσωτερικής πραγματικότητας, όπου η σχέση με το αντικείμενο, η απώλεια, η εξάρτηση, η ενοχή και η επιθετικότητα, αποκτούν ειδική δομή και λειτουργία.
Η κατάθλιψη, σε αυτή την προοπτική, δεν αντιμετωπίζεται ως ένα απλό σύνολο συμπτωμάτων αλλά ως μορφή σχέσης του υποκειμένου με τον εαυτό του και τους άλλους.
Στην αντικειμενοτρόπο θεώρηση, η εσωτερική ζωή δεν συγκροτείται ως ένα κλειστό ατομικό πεδίο αλλά ως αποτέλεσμα εσωτερικευμένων σχέσεων.
Οι πρώιμες εμπειρίες με τα πρωταρχικά αντικείμενα δεν εξαφανίζονται· εγκαθίστανται ως ενεργές εσωτερικές παρουσίες που συνεχίζουν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο αισθάνεται, επιθυμεί και σχετίζεται.
Στην καταθλιπτική οργάνωση, οι εσωτερικές αυτές σχέσεις αποκτούν συχνά χαρακτήρα αυστηρό, απαιτητικό ή αποσυρμένο.
Το υποκείμενο δεν βιώνει απλώς ότι χάνει ένα αντικείμενο αλλά ότι κινδυνεύει να χάσει τον ίδιο τον εσωτερικό δεσμό που εξασφαλίζει συνοχή και αίσθηση ύπαρξης.
Η κλινική εμπειρία δείχνει ότι πίσω από πολλές καταθλιπτικές εκδηλώσεις δεν βρίσκεται μόνο η έλλειψη ικανοποίησης αλλά μια βαθύτερη δυσκολία διατήρησης ενός σταθερού εσωτερικού αντικειμένου.
Η απουσία, η απόσταση ή η ματαίωση δεν βιώνονται απλώς ως απογοητεύσεις της πραγματικότητας αλλά ως απειλές αποδιοργάνωσης.
Για τον λόγο αυτό, αρκετοί καταθλιπτικοί ασθενείς παρουσιάζουν έντονη εξάρτηση από την επιβεβαίωση, την παρουσία ή τη συναισθηματική διαθεσιμότητα του άλλου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορούν εύκολα να δεχθούν τη σχέση.
Συχνά παρατηρείται μια αντιφατική συνύπαρξη ανάγκης και απόσυρσης, προσκόλλησης και δυσπιστίας, επιθυμίας για εγγύτητα και φόβου απέναντι στην εξάρτηση που αυτή συνεπάγεται.
Κεντρική θέση στην καταθλιπτική οργάνωση κατέχει η ενοχή.
Όχι όμως μόνο ως συνειδητό αίσθημα ευθύνης αλλά ως βαθύτερη φαντασιωτική εμπειρία ότι το αγαπώμενο αντικείμενο έχει τραυματιστεί, καταστραφεί ή αποσυρθεί εξαιτίας της ίδιας της επιθετικότητας του υποκειμένου.
Η κλασική κλινική παρατήρηση της Melanie Klein ανέδειξε ότι η αγάπη και η επιθετικότητα δεν εμφανίζονται διαχωρισμένες αλλά συνυπάρχουν απέναντι στο ίδιο αντικείμενο.
Η δυνατότητα να αναγνωρίσει κανείς αυτή τη συνύπαρξη χωρίς να διαλύεται ψυχικά αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της καταθλιπτικής θέσης.
Όταν αυτό αποτυγχάνει, η επιθετικότητα μπορεί να στραφεί εναντίον του εαυτού υπό μορφή αυτομομφής, υποτίμησης, αίσθησης αναξιότητας ή χρόνιας εσωτερικής τιμωρίας.
Στην κλινική πράξη, η αυτοϋποτίμηση του καταθλιπτικού ασθενούς δεν πρέπει πάντοτε να εκλαμβάνεται ως απλή “χαμηλή αυτοεκτίμηση”. Συχνά πρόκειται για την έκφραση μιας εσωτερικής σχέσης όπου ένα τιμωρητικό αντικείμενο διατηρεί διαρκώς το υποκείμενο σε κατάσταση ελλείμματος.
Ο ασθενής μπορεί να εμφανίζεται λειτουργικός, κοινωνικά επαρκής ή ακόμη και επιτυχημένος, ενώ εσωτερικά βιώνει μια επίμονη αίσθηση ανεπάρκειας που δεν ανακουφίζεται από εξωτερικές επιτυχίες.
Η δυσκολία δεν αφορά μόνο το πώς τον βλέπουν οι άλλοι αλλά το γεγονός ότι το εσωτερικό αντικείμενο παραμένει μη διαθέσιμο ως πηγή σταθερής ψυχικής στήριξης.
Η καταθλιπτική οργάνωση συνδέεται επίσης με ιδιαίτερες μορφές σχέσης προς την απώλεια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η προσκόλληση σε πρόσωπα, σχέσεις ή παρελθοντικές καταστάσεις αποκτά χαρακτήρα σχεδόν ακινητοποιητικό.
Το πένθος δεν ολοκληρώνεται επειδή η απώλεια απειλεί να συμπαρασύρει και το ίδιο το αίσθημα ταυτότητας.
Έτσι, το υποκείμενο μπορεί να διατηρεί ασυνείδητα ζωντανό έναν δεσμό με το χαμένο αντικείμενο μέσω της ενοχής, της αυτοτιμωρίας ή της παρατεταμένης ψυχικής καθήλωσης.
Η παραίτηση, η αίσθηση ματαιότητας ή η δυσκολία επένδυσης στη ζωή δεν αποτελούν πάντα έλλειψη επιθυμίας αλλά συχνά μορφές διατήρησης μιας εσωτερικής σχέσης που δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί.
Από θεραπευτική άποψη, η εργασία με την καταθλιπτική οργάνωση δεν συνίσταται στην απλή “ενίσχυση” του ασθενούς ούτε στην άμεση εξάλειψη του συμπτώματος.
Αφορά κυρίως τη δυνατότητα σταδιακής μεταβολής των εσωτερικών αντικειμενοτρόπων σχέσεων.
Μέσα στη μεταβίβαση αναδύονται οι μορφές εξάρτησης, φόβου απώλειας, δυσπιστίας, ανάγκης και επιθετικότητας που οργανώνουν την εσωτερική πραγματικότητα του ασθενούς.
Η θεραπευτική διαδικασία επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, τη δημιουργία ενός διαφορετικού τρόπου σχέσης με το αντικείμενο: όχι ιδεατού και απολύτως ασφαλούς, αλλά περισσότερο σταθερού, ανεκτικού προς την αμφιθυμία και λιγότερο καταστροφικού.
Η ψυχαναλυτική κατανόηση της κατάθλιψης δεν υπόσχεται μια κατάσταση μόνιμης ψυχικής αρμονίας.
Εκείνο που καθίσταται δυνατό είναι μια διαφορετική σχέση με την απώλεια, την εξάρτηση και την εσωτερική σύγκρουση.
Η δυνατότητα να παραμένει κανείς σε επαφή με τα αντικείμενα χωρίς να καταρρέει από την αμφιθυμία ή την απογοήτευση αποτελεί ίσως μία από τις σημαντικότερες μεταβολές που μπορούν να επιτευχθούν στην επεξεργασία της καταθλιπτικής οργάνωσης. © Michalis Paterakis Psychologist · Psychoanalytic Psychotherapist University of Indianapolis, USA · Middlesex University, UK 📞 211 7151 801 ✉️ paterakismichael@yahoo.gr 🌐 www.psychotherapy.net.gr 📍 Καρνεάδου 37, Κολωνάκι
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους