Οκ, πάμε ένα κείμενο ειρωνικό, ωμό, σαν να το έγραφες πάνω σε χαρτοπετσέτα σε μπαρ που καπνίζει η ψυχή: «Πόθοι» Κάπου ανάμεσα σε καπνούς, ξεχαρβαλωμένες σκέψεις και κάτι κιθάρες που δεν ρώτησαν ποτέ...
Οκ, πάμε ένα κείμενο ειρωνικό, ωμό, σαν να το έγραφες πάνω σε χαρτοπετσέτα σε μπαρ που καπνίζει η ψυχή: «Πόθοι» Κάπου ανάμεσα σε καπνούς, ξεχαρβαλωμένες σκέψεις και κάτι κιθάρες που δεν ρώτησαν ποτέ αν θέλουν να σωθούν, εμφανίζεται ο πόθος.
Όχι αυτός ο γλυκανάλατος των διαφημίσεων.
Ο άλλος.
Ο άβολος.
Ο ιδρωμένος.
Ο πόθος που δεν χωράει σε caption.
Και μέσα σε αυτό το χάος, ο Γιάννης Αγγελάκας δεν κάνει καν τον κόπο να τον εξηγήσει.
Τον πετάει εκεί, γυμνό, σαν σκέψη που ξέφυγε από έλεγχο.
Σαν να λέει: «πάρε τον, αν αντέχεις». Γιατί ο πόθος εδώ δεν είναι ρομαντισμός.
Είναι κάτι που σου τρίβεται στα δόντια.
Είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι ούτε βαθύς ούτε σκοτεινός — απλώς κουρασμένος και λίγο εκτεθειμένος στο ίδιο σου το μυαλό.
Και κάπου εκεί αρχίζει η ειρωνεία: όλοι θέλουν να μιλήσουν για πόθους, αλλά κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί πόσο γελοία απλοί είναι μερικές φορές.
Μια φωνή.
Ένα βλέμμα.
Ένα τίποτα που βαφτίστηκε «μοίρα» για να αντέχεται. Ο Αγγελάκας δεν σου το γλυκαίνει.
Σου το πετάει σαν σπασμένο γυαλί στο τραπέζι.
Και μετά κάθεσαι εσύ να δεις αν κόπηκες ή αν απλώς το δραματοποιείς κι αυτό. Τελικά οι πόθοι δεν είναι μεγάλοι. Είναι απλώς επίμονοι. Και αυτό είναι που τους κάνει αφόρητους.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους