[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Γιατί η Κρήτη χάθηκε από τους Βρετανούς! Γιατί οι Γερμανοί δεν έφθασαν στη Μόσχα! Το μέγεθος των μέσων και η ποιότητα των δυνάμεων που χρησιμοποίησαν οι Γερμανοί για την επίθεση στην Κρήτη ήταν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Γιατί η Κρήτη χάθηκε από τους Βρετανούς! Γιατί οι Γερμανοί δεν έφθασαν στη Μόσχα! Το μέγεθος των μέσων και η ποιότητα των δυνάμεων που χρησιμοποίησαν οι Γερμανοί για την επίθεση στην Κρήτη ήταν εντυπωσιακά. 70 πλοία και 1.350 αεροπλάνα, εκ των οποίων 280 βομβαρδιστικά μακράς ακτίνος, 150 βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως (Stuka), 180 μαχητικά, 60 αναγνωριστικά, 100 ανεμόπτερα και 580 αεροσκάφη μεταφοράς προσωπικού και υλικών! Χρησιμοποιήθηκαν τα αεροδρόμια των Μολάων, του Άργους, των Μυκηνών, της Κορίνθου, των Μεγάρων, της Τανάγρας, του Δαδιού, της Ελευσίνας, του Τατοϊου και του Χασανίου.

Τα πρώτα επτά τα είχαν κατασκευάσει οι Γερμανοί μετά την κατάληψη της Ελλάδος.

Στην επίθεση έλαβαν μέρος τρεις επίλεκτες Μονάδες: η 7η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών, η 5η Μεραρχία Ορεινών Καταδρομών και το «Πρώτο Σύνταγμα Επιθέσεως» της Βέρμαχτ, συνολικής δυνάμεως 22.500 ανδρών περίπου.

Εξ αυτών, οι 10.000 έπεσαν από τον αέρα, 7.000 αποβιβάστηκαν με πλοία και 5.000 ήρθαν με αεροπλάνα που προσγειώθηκαν στα αεροδρόμια της Κρήτης.

Παρά το μέγεθος των δυνάμεων των Γερμανών, η Κρήτη κακώς χάθηκε από τους Βρετανούς.

Φαίνεται ότι οι στρατηγοί τους είχαν πιστέψει ότι η κυριαρχία τους στη θάλασσα ήταν αρκετή για την άμυνα της Κρήτης.

Η αδυναμία τους να συγκεντρώσουν πολλές επίγειες δυνάμεις είναι κατανοητή, γιατί την ίδια περίοδο δέχονταν τεράστια πίεση στη Βόρειο Αφρική, ενώ αντιμετώπιζαν ακόμη και μεγάλη έλλειψη υλικών και εκπαιδευμένου προσωπικού.

Όμως, είχαν έξι μήνες να οργανώσουν την άμυνα, από τον Νοέμβριο του 1940, που οι πρώτες Μονάδες τους αποβιβάστηκαν στο νησί.

Επί πλέον η επιχείρηση «MERKUR» δεν τους αιφνιδίασε, γιατί γνώριζαν από αποκρυπτογραφημένα μηνύματα του ULTRA για την εισβολή στην Κρήτη κυρίως μέσω αερομεταφερομένων δυνάμεων, από τις 28 Απριλίου.

Στις 28 Απριλίου 1941, ο πρωθυπουργός Churchill έστειλε μήνυμα στον Στρατηγό Wavell, στο οποίον μεταξύ άλλων έλεγε: «Φαίνεται σαφές από τις πληροφορίες που έχουμε ότι μια δυνατή αερομεταφερόμενη επίθεση από Γερμανικές δυνάμεις και βομβαρδιστικά θα επιχειρηθεί στην Κρήτη.

Πες μου τι δυνάμεις έχεις στο νησί και ποιά είναι τα σχέδιά σου.

Αυτή πρέπει να είναι μιά εξαιρετική ευκαρία να εξολοθρευτούν οι δυνάμεις των αλεξιπτωτιστών.

Το νησί πρέπει να κρατηθεί με πείσμα!». Στις 30 Απριλίου, ο Wavell πέταξε από το Κάιρο στα Χανιά, στο Μάλεμε.

Τις επόμενες ώρες, συναντήθηκε στο χωριό Πλατανιάς με τους Στρατηγούς Wilson και Freyberg, ως και τον πρέσβη Palairet.

Εκεί τους πληροφόρησε για την επικείμενη επίθεση των Γερμανών, και μάλιστα ότι θα γίνει με διαδοχικά κύματα αλεξιπτωτιστών.

Μετά την αναχώρηση του Wavell, ο Freyberg έλαβε και νέα λεπτομερή αναφορά από το ULTRA για τις δυνάμεις και τα μέσα που θα χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί.

Λέγεται ότι ο Στρατηγός Freyberg δεν κοινοποίησε τις πληροφορίες αυτές σε άλλους για να μην υποψιασθούν τις υποκλοπές οι Γερμανοί.

Πάντως, ο ίδιος γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες της επίθεσης των Γερμανών.

Και μπορούσε να οργανώσει τις δυνάμεις του ανάλογα.

Το πιό σημαντικό που έπρεπε να είχε κάνει ο Στρατηγός Freyberg, ως επικεφαλής της άμυνας, ήταν να προστατεύσει με επαρκείς δυνάμεις τα αεροδρόμια της Κρήτης.

Όμως, οι δυνάμεις που διατέθηκαν για τη φύλαξη του Μάλεμε, το οποίον ήταν καίριος στόχος των Γερμανών, ήταν λίγες και με ελλιπή οπλισμό.

Επί πλέον, δεν είχε σχεδιαστεί κάποια παγίδευση των αεροδιαδρόμων, σε περίπτωση που κινδύνευαν να πέσουν στα χέρια των Γερμανών.

Τα λάθη σχεδιασμού και διοίκησης του Freyberg οδήγησαν στην καταστροφή για τους αμυνομένους. Ο Αντισυνταγματάρχης Leslie Andrews, διοικητής του 22ου Τάγματος της 2ας Νεοζηλανδικής Μεραρχίας, που υπεράσπιζε το αεροδρόμιο του Μάλεμε, το άφησε άθικτο και απέσυρε την Μονάδα του τη νύχτα της 20ης Μαΐου 1941.

Ακόμη χειρότερα, απεσύρθη και από το σπουδαίο ύψωμα 107, το οποίον ήλεγχε το αεροδρόμιο, χωρίς μάλιστα να δέχεται πίεση από τους Γερμανούς.

Η εγκατάλειψη του υψώματος 107, ήταν η «Κερκόπορτα της Κρήτης». Το ξημέρωμα της 21ης Μαΐου βρήκε τους Γερμανούς να κατέχουν άθικτο το σπουδαίο αεροδρόμιο, και το ύψωμα 107, που ουσιαστικά το φρουρούσε.

Η ηγεσία των αμυνομένων, προσπάθησε να διορθώσει το λάθος, αλλά με μεγάλη καθυστέρηση.

Αντί να γίνει άμεσα, στη διάρκεια της νύχτας, η επιχείρηση ανακατάληψης του υψώματος 107 και του Μάλεμε, από δύο Συντάγματα Νεοζηλανδών, έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας, την 21η Μαΐου, και απέτυχε.

Η παράδοση του Μάλεμε, μηδένισε όλες τις σημαντικές επιτυχίες των αμυνομένων σε όλα τα μέτωπα, την πρώτη ημέρα της εισβολής, οι οποίες είχαν οδηγήσει τον Στρατηγό Student σε σκέψεις διακοπής της επιχείρησης «MERKUR» και αυτοκτονίας.

Από τη στιγμή που γερμανικά αεροπλάνα άρχισαν να προσγειώνονται στο Μάλεμε –12 κάθε ώρα– μεταφέροντας την 5η Ορεινή Μεραρχία, η τύχη της Κρήτης είχε ουσιαστικά κριθεί.

Βέβαια, η νίκη των Γερμανών στην Κρήτη ήταν σαφώς Πύρρειος! Τους στοίχισε μεγάλες απώλειες επιλέκτων ανδρών και πλειάδας αξιωματικών.

Οι απώλειες σε νεκρούς για την κατάληψη της Κρήτης, ξεπερνούσαν τον αριθμό των φονευθέντων Γερμανών σε όλα τα προηγούμενα μέτωπα του πολέμου.

Για την απώλεια της Κρήτης, έχει κατηγορηθεί και ο αρχιστράτηγος Παπάγος, γιατί δεν φρόντισε να μεταφέρει εκεί την 5η Μεραρχία, την Μεραρχία των Κρητών, από την Αλβανία, πριν εκδηλωθεί η επίθεση των Γερμανών.

Να σημειωθεί ότι η Μεραρχία των Κρητών μεταφέρθηκε πολύ αργότερα από τις άλλες μονάδες στο μέτωπο. Στο ΓΕΣ υπήρχαν σκέψεις να παραμείνει στην Κρήτη από τον φόβο απόβασης ιταλικών δυνάμεων από τη Δωδεκάνησο, αλλά οι Βρετανοί διαβεβαίωσαν τον Παπάγο ότι αυτοί είχαν υπό έλεγχο τους εκεί Ιταλούς. Η Μεραρχία έφυγε για το μέτωπο στο τέλος Νοεμβρίου 1940.

Ατμοπλοϊκώς έφθασε στον Πειραιά και από εκεί σιδηροδρομικώς στο Αμύνταιο.

Συνέχισε πεζοπορία μέχρι τη Βόρειο Ήπειρο, όπου παρέμεινε εφεδρεία στο χωριό Βυθούκι κοντά στην Κορυτσά.

Μεταφέρθηκε στο μέτωπο έτοιμη να αναλάβει δράση στις 25 Ιανουαρίου 1941.

Στην τελευταία φάση του πολέμου, διοικητής της 5ης Μεραρχίας Κρητών ήταν ο Συνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόγγονας, και προσπάθησε να πείσει την ανωτάτη ηγεσία του στρατού να μεταφερθεί η Μεραρχία στην Κρήτη, με το σύνθημα «στην Κρήτη, στην Κρήτη!». Αν οι περίπου 4.000 άνδρες που είχαν απομείνει στην 5η Μεραρχία, από τους 12–13.000 με τους οποίους είχε φθάσει στο μέτωπο, είχαν μεταφερθεί εγκαίρως στην Κρήτη, άλλη θα ήταν η εξέλιξη της Μάχης της Κρήτης.

Τις προσπάθειες του Συνταγματάρχη Παπαδόγγονα να πείσει την ανωτάτη στρατιωτική ηγεσία του μετώπου της Ηπείρου να μεταφερθεί η 5η Μεραρχία στην Κρήτη, επιβεβαιώνει ο Στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος: «Επί πλέον την πρωίαν εκλήθη ο διοικητής της Μεραρχίας Κρητών, ο Συν/ρχης Παπαδόγγονας ίνα λάβη γνώσιν εντολής της Στρατιάς περί εγκαταστάσεως της Μεραρχίας εις την γραμμήν Τσάρτσοβα – Λεσκοβίκι.

Ο μέραρχος, λαβών γνώσιν της διαταγής ταύτης, υπέβαλε έγγραφον αναφοράν περί αδυναμίας εκτελέσεως τοιύτης εντολής, αντιθέτως δε ετόνισε ως επιβεβλημένην την μεταφοράν δια των ταχυτέρων μέσων της Μεραρχίας εις Κρήτην, λόγω της επικειμένης υπό των Γερμανών καταλήψεως της ηπειρωτικής Ελλάδος.

Πάσαν άλλην ενέργειαν, ετόνισε ως συμφοράν.

Εζήτησε δε την συνδρομήν του σωματάρχου και την έγκρισήν του, όπως μεταβή εις Ιωάννινα και υποβάλη αυτοπροσώπως την αναφοράν μετά προσωπικής τοιαύτης εις τον διοικητήν της Στρατιάς.

Ο διοικητής του Σώματος, εζήτησε προσωπικώς τηλεφωνικώς την έγκρισιν.

Δεν ενεκρίθη όμως αυτή.

Μετά την άρνησιν ταύτην, ο μέραρχος εκάλεσε ο ίδιος προσωπικώς τον διοικητήν της Στρατιάς.

Ο μέραρχος μετέβη και εξέθεσε προσωπικώς και την κατάστασιν της Μεραρχίας, αλλά και την δια την Κρήτην αίτησιν.

Ο μέραρχος, επανελθών αυθημερόν, συνώψισε εις τον σωματάρχην τας εντυπώσεις του δι΄υβριστικών φράσεων και με αγανάκτησιν, ήν προκάλει η αποτυχία του σκοπού του. Η Στρατιά ηρνήθη την αιτουμένην μεταφοράν.

Ο συνταγματάρχης Παπαδόγγονας εφώναζε ότι η συμφορά, «ήτις πλήττει τον στρατόν Ηπείρου, οφείλεται εις την αβουλίαν της Στρατιάς» ». Από ό,τι όμως προκύπτει από την επομένη μαρτυρία του αρχιστρατήγου Παπάγου, η ευθύνη πάλι ανήκει, εν όλω ή εν μέρει, στους Βρετανούς.

Το θέμα της μεταφοράς της 5ης Μεραρχίας στην Κρήτη, είχε απασχολήσει το γενικό αρχηγείο, και είχαν απευθυνθεί στους Βρετανούς, πριν ακόμη το ανακαινίσει ο Συνταγματάρχης Παπαδόγγονας, από τη θέση του μεράρχου.

Ήταν ακόμη Μάρτιος, και οι Βρετανοί μετέφεραν τα δικά τους στρατεύματα στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Όμως, αρνήθηκαν το αίτημα του Παπά¬γου να καλύψουν τη μεταφορά της 5ης Μεραρχίας στην Κρήτη.

Αυτό ανέφερε ο Παπάγος στον Γεώργιο Παππά, σε μιά συνομιλία τους, στις 11 Νοεμβρίου του 1942.

Λέει ο Παππάς: «..Μιλήσαμε μετά για την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς. Παπάγος: Σ’αυτήν την περιπέτεια, η ανικανότητα των Βρετανών είναι κάτι το φρικιαστικόν... Επί πλέον, όταν η ανωτέρα ελληνική διοίκησις, τον Μάρτιο του 1941, βεβαία πλέον δια την γερμανικήν επίθεσιν, προβλέποντας την υποχρεωτικήν εγκατάλειψιν, δια ακόμη μίαν φοράν, της Βορείου Ηπείρου, ηθέλησε να μεταφέρη εις την Κρήτην, δια να δυνηθή να κρατήση μιά γωνιά ελληνικής γης, την Vην Μεραρχία, το αγγλικόν ναυαρχείο δήλωσε ότι δεν ήτο εις θέσιν να συγκροτήση τις νηοπομπές και να εξασφαλίση την προστασία τους.

Και εν τούτοις, η Vη Μεραρχία θα είχε σώση την Κρήτην». Στο τέλος, ο Παπάγος προσπάθησε να συγκεντρώσει ότι άλλες δυνάμεις ήταν δυνατόν για την άμυνα της Κρήτης. Τον Μάρτιο του 1941 διατέθηκε η Σχολή Χωροφυλακής με 15 αξιωματικούς και 900 οπλίτες. Τον Απρίλιο του 1941, μεταφέρθηκαν στην Κρήτη οι νεοσύλλεκτοι στρατιώτες από τα Κέντρα Εκπαίδευσης της Πελοποννήσου, 4.800 οπλίτες και 85 αξιωματικοί, οι οποίοι οργανώθηκαν σε οκτώ Τάγματα.

Η εκπαίδευση των περισσοτέρων ήταν υποτυπώδης, ενώ ο οπλισμός τους αποτελείτο μόνο από τα ατομικά τους τουφέκια. Στην Κρήτη έφθασαν στο τέλος Απριλίου και οι 300 πρωτοετείς φοιτητές της Σχολής Ευελπίδων με τους αξιωματικούς τους.

Εκτός των ανωτέρω δυνάμεων, από τον Νοέμβριο του 1940 είχαν συγκροτηθεί 4 Τάγματα Πολιτοφυλακής, δυνάμεως 1.500 περίπου ανδρών, αλλά μέχρι και τη Μάχη της Κρήτης ο εξοπλισμός τους και η εκπαίδευσή τους δεν είχαν ολοκληρωθεί.

Όσον αφορά το πολυσυζητημένο θέμα, αν η επιχείρηση «ΜΑΡΙΤΑ» συνέβαλε στην αποτυχία της επιχείρησης «BARBAROSSA» εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο. Ο Χίτλερ, με τη διαταγή υπ΄ αριθμόν 21, της 18ης Δεκεμβρίου 1940, είχε καθορίσει ως ημερομηνία επίθεσης στη Σοβιετική Ένωση την 15η Μαΐου 1941.

Την αναβολή για τις 22 Ιουνίου, την προκάλεσαν τέσσαρες παράγοντες: (1) το υγρό έδαφος στην Ανατολική Ευρώπη εκείνη την άνοιξη, (2) η αναβολή της εισβολής στην Ελλάδα από την 28η Μαρτίου στην 6η Απριλίου, που προκλήθηκε από την απόφαση του Χίτλερ να «τιμωρήσει» τη Γιουγκοσλαβία για το πραξικόπημα της 26ης Μαρτίου, που έγινε σε αντίδραση της συμμαχίας της με τη Γερμανία που είχε υπογραφεί την προηγουμένη ημέρα, (3) το μέγεθος των δυνάμεων που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και (4) ο χρόνος που χρειάστηκε η ολοκλήρωση της επιχείρησης εναντίον της Ελλάδος και η φθορά που υπέστησαν τα μηχανικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν.

Οι δύο πρώτοι παράγοντες δεν ήταν καθοριστικής σημασίας.

Το υγρό έδαφος μπορεί να καθυστέρησε την επιχείρηση το πολύ για μία εβδομάδα, όσο και η αναβολή της «ΜΑRΙΤΑ» λόγω Γιουγκοσλαβίας.

Οι επόμενοι δύο παράγοντες όμως ήταν πολύ σημαντικοί.

Το μέγεθος των δυνάμεων που εκτέλεσαν την επίθεση σε Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία αυξήθηκαν από 12 Μεραρχίες σε 29 λόγω Γιουγκοσλαβίας, ενώ οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα κράτησαν πολύ πέραν των προβλεπομένων τριών ̶τεσσάρων εβδομάδων.

Τα τεθωρακισμένα οχήματα και οι άνδρες, που έλαβαν μέρος στη «ΜΑRΙΤΑ», ταλαιπωρήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, και πριν ενσωματωθούν στην επιχείρηση «BARBAROSSA» χρειάζονταν επισκευές και ξεκούραση, αντίστοιχα.

Αυτό δεν έλυσε οριστικά το πρόβλημα.

Το 40% των αρμάτων της 12ης Στρατιάς του Στρατάρχη List, παρουσίασαν αργότερα προβλήματα, έναντι του 10% των άλλων Μονάδων που δεν είχαν μετάσχει στις επιχειρήσεις στα Βαλκάνια.

Στις επιχειρήσεις εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, ο γερμανικός στρατός είχε χωριστεί σε τρεις Ομάδες Στρατού, του Βορρά, του Κέντρου και του Νότου. Οι Μονάδες που εκτέλεσαν την επιχείρηση «MARITA», ενσωματώθηκαν στη Ομάδα Στρατού του Νότου.

Επειδή ο χρόνος προπαρασκευής πολλών Μονάδων αρμάτων δεν ήταν αρκετός, δυνάμεις από τον Στρατό του Κέντρου, χρειάστηκε να καλύψουν ελλείψεις στην Ομάδα Στρατού του Νότου.

Το αποτέλεσμα ήταν, η Ομάδα Στρατού του Κέντρου να μην επιτύχει όλους τους στόχους της, ο σπουδαιότερος των οποίων ήταν η κατάληψη της Μόσχας.

Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε ότι η επιχείρηση «MARITA» είχε σημαντική αρνητική επίπτωση στις επιχειρήσεις στο ανατολικό μέτωπο, όχι μόνον από την εισβολή στην Ελλάδα, αλλά και από το μέγεθος της επιχείρησης εναντίον της Γιουγκοσλαβίας.

Η επιχείρηση εναντίον της Ελλάδος ήταν σχεδιασμένη από καιρό και σε συνδυασμό με την «BARBAROSSA», ενώ η εισβολή στη Γιουγκοσλαβία, που έγινε για τιμωρία της παρασπονδίας της, αποφασίστηκε την τελευταία στιγμή και πήρε δυνάμεις που προετοιμάζονταν για την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.

Πηγή: "Η Ελληνική Βανδέα", Ιωάννης Κ. Μπουγάς, εκδόσεις Πελασγός

====================================== Ευχαριστώ πολύ όλους που μου στέλνουν αίτημα φιλίας.

Δυστυχώς δεν μπορώ να προσθέσω άλλους φίλους. Μπορείτε όμως να γίνετε μέλος της Ομάδας μου Ioannis Bougas, εδώ: https://www.facebook.com/groups/345086039275212

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences