[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Μετά τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (1914-1923) και τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922, ο ξεριζωμένος Ελληνισμός (περίπου 3 εκατομμύρια) γύρεψε καταφύγιο στην αγκαλιά της μάνας Ελλάδας. Ένας...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Μετά τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (1914-1923) και τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922, ο ξεριζωμένος Ελληνισμός (περίπου 3 εκατομμύρια) γύρεψε καταφύγιο στην αγκαλιά της μάνας Ελλάδας.

Ένας από τους προορισμούς υποδοχής της προσφυγιάς ήταν και το Γύθειο.

Οι δυστυχισμένοι και αφανισμένοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν, όπως–όπως, σε ειδικά διαμορφωμένη περιοχή του Γυθείου, γνωστή ως «Προσφυγικός Συνοικισμός», που βρισκόταν ανεβαίνοντας τη σημερινή οδό Αρχαίου Θεάτρου.

Οι υποσχέσεις του κράτους για σπίτια και χωράφια, δεν εκπληρώθηκαν και οι πρόσφυγες αναγκάστηκαν να βγουν (μόνοι και αβοήθητοι) στη σκληρή βιοπάλη για να επιβιώσουν, ενώ τους μάστιζε η δύσκολη ζωή στις παράγκες, η φτώχια, η αρρώστια, και η καταφρόνια.

Παρ’ όλα αυτά οι πρόσφυγες επιβίωσαν, ρίζωσαν, δημιουργήθηκαν και πρόκοψαν και αποτελούν, έως ΚΑΙ σήμερα, ένα ζωντανό κύτταρο της Σπάρτης και της Λακωνίας.

Μέσα σ’ αυτούς τους πρόσφυγες του Γυθείου βρισκόταν και ο Λεωνίδας (Λαυρέντης) Ασλιχανίδης από τον Πόντο, με τη γυναίκα του τη Σοφία.

Αφού έμειναν, όσο χρειάστηκε, στο Γύθειο, σε πολύ δύσκολες συνθήκες, κι απέκτησαν πέντε παιδιά (2 αγόρια και 3 κορίτσια), αναγκάστηκαν να «μεταναστεύσουν» στη Σπάρτη ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή.

Αγωνίστηκαν σκληρά για να ζήσουν και κάπου στα 1955, ο μπαρμπα-Λαυρέντης Ασλιχανίδης άνοιξε με τον μεγάλο του γιο τον Χρήστο (Χρηστάκη, Τάκη), ένα στιλβωτήριο στις Καμάρες, στο κέντρο της Σπάρτης.

Ήταν ένα μικρό υπόγειο μαγαζί κάτω από τη Φαρμακαποθήκη ΜΑΚΡΗ, το μετέπειτα «Φαρμακείο-Αρωματοπωλείο ΜΑΚΡΗ-ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΥ», δίπλα ακριβώς από το ταμείο του χειμερινού σινεμά «ΦΛΟΡΑΛ». Η ταμπέλα έγραφε: ΣΤΙΛΒΩΤΗΡΙΟΝ ΑΛΛΑΓΑΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ «ΗΛΙΟΣ» Λ. ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ Σε σχετική διαφήμιση στην εφ. «ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ», 10 Σεπτεμβρίου 1955, διαβάζουμε: «ΝΕΟΝ ΣΤΙΛΒΩΤΗΡΙΟΝ «Ο ΗΛΙΟΣ» Λ. ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗΣ & ΥΙΟΣ ΕΝ ΣΠΑΡΤΗ (κάτωθι Φαρμακαποθήκης Μακρή) Εκτελούνται αλλαγαί χρωμάτων παντός τύπου δερματίνων υποδημάτων και γυναικείων τσαντών.

Χρώματα των καλλιτέρων ελληνικών και ξένων εργοστασίων.

Ειδικότης σε τελατίνες και καστόρια.

Τιμαί λογικαί.

Ταχεία εξυπηρέτησις.

Τα παλιά, καινούρια.

ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗΣ (κάτωθι Φαρ/θήκης Μακρή) *Η τελατίνη ήταν αδιάβροχο δέρμα μοσχαριού, ιδιαίτερης επεξεργασίας, κατάλληλο για την κατασκευή πολυτελών παπουτσιών και το καστόρι ήταν ένας τύπος μαλακού, εύκαμπτου και ανθεκτικού δέρματος, που προερχόταν από την εσωτερική πλευρά του δέρματος ζώων (συνήθως προβάτου, κατσίκας ή αγελάδας) με χνουδωτή, βελούδινη υφή, για υποδήματα πολυτελείας, ρούχα, τσάντες και αξεσουάρ, πολύ ευαίσθητο στην υγρασία και τους λεκέδες.

Μέσα στο μαγαζί, δεξιά όπως κατέβαινες τα σκαλοπάτια, ήταν ένας υπερυψωμένος τριθέσιος καναπές πάνω σε τρία ξύλινα σκαλιά σαν κερκίδες θεάτρου.

Το πρώτο ήταν για να πατήσεις ν’ ανέβεις, στο δεύτερο ήταν βιδωμένα στη σειρά τα μπρούτζινα στηρίγματα των ποδιών και στο τρίτο ήταν ο καναπές όπου καθόσουν αναπαυτικά, έβαζες το πόδι τους πάνω στην ειδική βάση και ο μπαρμπα-Λαυρέντης με τον γιο του τον Χρήστο και τους υπαλλήλους που είχαν κατά καιρούς άρχιζαν το γυάλισμα.

Έχοντας τα στηρίγματα των ποδιών ψηλά, ο στιλβωτής μπορούσε να δουλεύει χωρίς να κάθεται ή να σκύβει πολύ.

Παρ’ όλα αυτά η δουλειά αυτή ήταν κουραστική, αφού ο στιλβωτής ήταν αναγκασμένος να δουλεύει με τη μέση του διαρκώς λυγισμένη. *Δεν ξέρω γιατί, αλλά τους υπαλλήλους τέτοιων καταστημάτων δεν τους λέγανε ποτέ λούστρους αλλά στιλβωτές! Οι λούστροι ήταν ακριβώς από πάνω, στη γωνία του χειμερινού σινεμά ΦΛΟΡΑΛ, καθισμένοι σε σκαμνάκια πίσω από τα κασελάκια τους και έκαναν ακριβώς την ίδια δουλειά.

Το γυάλισμα των παπουτσιών απαιτούσε τέχνη, εμπειρία και γρηγοράδα: Γινόταν πάντα με δύο βούρτσες που είχαν παχύ και μαλακό τρίχωμα και μερικοί στιλβωτές και λούστροι κάνανε μ’ αυτές διάφορα κόλπα, πετώντας τες στον αέρα και πιάνοντας τες, πριν πέσουν κάτω, για να προσελκύσουν πελατεία και να εντυπωσιάσουν τους περαστικούς και τους πελάτες.

Προτού αρχίσει το γυάλισμα έβαζε ο στιλβωτής και ο λούστρος στο πλάι του παπουτσιού δυο σκληρά χαρτονάκια (ένα στην απ’ έξω μεριά κι ένα στην από μέσα) ώστε να μην βαφτεί κατά λάθος η κάλτσα του πελάτη.

Ύστερα ξεσκόνιζε και καθάριζε καλά τα παπούτσια με τις βούρτσες του και μ’ ένα βουρτσάκι έβαφε το παπούτσι ολόγυρα, ή με υγρό βερνίκι ή με κάμελ, ανάλογα με τη φθορά που είχε το χρώμα του παπουτσιού. *Το κάμελ ( CAMEL), από το 1928, είχε καθιερωθεί ως το μοναδικό βερνίκι κρέμα φροντίδας παπουτσιών.

Το σήμα του, πάνω στο καπάκι (μεταλλικό και στρογγυλό ήταν το κουτάκι), ήταν μια καμήλα και από κει πήρε και το όνομά του.

Μετά το βάψιμο ο στιλβωτής βούρτσιζε καλά τα παπούτσια με τις δυο βούρτσες του για να γυαλίσουν.

Ύστερα άλειφε το βαμμένο παπούτσι με κάμελ γυαλιστικό, άχρωμο, χρησιμοποιώντας τα δάχτυλά του, βούρτσιζε πάλι με τις μεγάλες βούρτσες και στο τέλος έπαιρνε τη φέλπα, ένα μακρόστενο χνουδωτό ύφασμα και τραβώντας την , πέρα-δώθε, πάνω στο παπούτσι, με τα δυο του χέρια, το έκανε … καθρέφτη.

Αν χάζευες γύρω σου την ώρα που σου γυάλιζε το παπούτσι, ο στιλβωτής κτυπούσε την βούρτσα στο βάθρο για να σε ειδοποιήσει να βάλεις το άλλο πόδι.

Όταν τελείωνε το γυάλισμα έλεγε στον πελάτη: «Με την υγεία σου και την άλλη βόλτα με το καλό.» Στα στιλβωτήρια και στα κασελάκια, βέβαια, πήγαιναν για γυάλισμα μόνο άντρες.

Οι κυρίες έδιναν τα παπούτσια στον άντρα τους κι αυτός τα πήγαινε στο στιλβωτήριο ή σε κάποιον λούστρο για βάψιμο και γυάλισμα.

Για την αλλαγή χρώματος πήγαιναν μόνες τους στο στιλβωτήριο για να επιλέξουν χρώμα και να δώσουν οδηγίες.

Στα χρόνια εκείνα οι λούστροι και οι στιλβωτές είχαν πολλή δουλειά, μιας και κανένας (τότε) δεν ήθελε να περπατά με παπούτσια λερωμένα.

Ιδιαίτερα τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις γιορτές οι λούστροι και οι στιλβωτές έκαναν χρυσές δουλειές. (Αν θυμάμαι καλά, στη 10ετία του ’60 το γυάλισμα έκανε 2 δραχμές). Γενικώς, το επάγγελμα του λούστρου και του στιλβωτή η κοινωνία το θεωρούσε σαν παρακατιανό και αυτός που το έκανε αντιμετώπιζε ένα είδος περιφρόνησης.

Είναι γνωστή η παραίνεση κάποιων προς τα παιδιά τους: «Να διαβάζετε για να μάθετε γράμματα, γιατί αλλιώς θα γίνετε λούστροι, να βάφετε παπούτσια». Δυστυχώς το όνομα «λούστρος» χρησιμοποιείται ως βρισιά ακόμα και στις μέρες μας: «Φύγε από δω , ρε λούστρο», λένε πολλοί! Αυτό, φυσικά, δεν είχε (και δεν έχει) καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Ήταν ΜΟΝΟ ένα ακόμα φαινόμενο ταξικής και κοινωνικής διάκρισης εκείνων των καιρών.

Οι λούστροι και οι στιλβωτές ήταν άνθρωποι αγωνιστές, αξιοπρεπείς, έντιμοι, καλοί οικογενειάρχες και γονείς, που μ’ αυτήν την ταπεινή (για τους πολλούς) εργασία κατάφεραν να ζήσουν τις οικογένειές τους, να σπουδάσουν και να αποκαταστήσουν τα παιδιά τους, αφήνοντας ένα καλό παράδειγμα μέσα στην κοινωνία.

Απ’ το πρωί, λοιπόν, ως αργά το βράδυ, ο μπαρμπα – Λαυρέντης Ασλιχανίδης και ο γιος του ο Χρήστος, δούλευαν στο υπόγειο στιλβωτήριό τους γυαλίζοντας παπούτσια και αλλάζοντας το χρώμα στα παπούτσια, στις τσάντες και σε άλλα δερμάτινα είδη, σε ειδικό χώρο, στο πίσω μέρος του μαγαζιού.

Με τις αλλαγές των χρωμάτων ασχολούταν κυρίως ο Χρήστος Ασλιχανίδης και υπήρχε τόσο πολλή δουλειά που πολλές φορές δούλευε ακόμα και τη νύχτα.

Όταν περνούσες πάνω από το στιλβωτήριο ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ ή όταν κατέβαινες σ’ αυτό, η μυρωδιά από τα βερνίκια, τα χρώματα, το δέρμα των παπουτσιών και τον καπνό του τσιγάρου ήταν η πρώτη που σε υποδεχόταν.

Σε καλωσόριζε ο Χρήστος και ο μπαρμπα-Λαυρέντης, καθόσουν αναπαυτικά στον καναπέ, άνοιγες (αν είχες) την εφημερίδα σου και τα υπόλοιπα ήταν δουλειά εκείνων που ήξεραν τι και πώς να το κάνουν.

Ο μπαρμπα-Λαυρέντης και ο γιος του ο Χρήστος με τις ποδιές τους βαριές από τα βερνίκια, δεν ήταν απλά στιλβωτές-λούστροι αλλά … γιατροί των παπουτσιών. «Το ρυθμικό «τσακ-τσακ» από το πανί, το πέρασμα της βούρτσας, η μυρωδιά της κρέμας που άπλωναν με τα δάχτυλα πάνω στα παπούτσια, όλα έμοιαζαν με ιεροτελεστία.

Τα παλιά στιλβωτήρια ήταν ο καθρέφτης της πόλης.

Όταν γυάλιζες τα παπούτσια, γυάλιζες την εικόνα σου, την υπόληψή σου.» Το ταπεινό υπόγειο στιλβωτήριο ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ ήταν ένα στέκι ισότητας κοινωνικής.

Εκεί κατέβαιναν πλούσιοι και αριστοκράτες Σπαρτιάτες εκεί κατέβαιναν και φτωχοί μεροκαματιάρηδες, σπουδαγμένοι και αγράμματοι.

Όλοι ήτανε ίσοι απέναντι στον Χρήστο και τον πατέρα του τον μπαρμπα-Λαυρέντη και όλοι είχανε την ίδια περιποίηση των παπουτσιών τους.

Όσο φθαρμένο κι αν ήταν ένα παπούτσι, οι στιλβωτές, πατέρας και γιος, πάσχιζαν φιλότιμα να το κάνουν εμφανίσιμο και αξιοπρεπές, γιατί πίστευαν πως τίποτα δεν είναι για πέταμα αν ξέρεις πώς να το φροντίζεις και ότι ο κάθε άνθρωπος, ακόμα και ο πιο φτωχός, αξίζει να φορά ένα ζευγάρι όμορφα, καλογυαλισμένα παπούτσια.

Και δεν ήταν μόνο αυτό.

Γινότανε το μικρό μαγαζί τόπος που ερχόντουσαν οι άνθρωποι πιο κοντά ο ένας στον άλλο, συζητούσαν τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που άνοιγαν την καρδιά τους στον μπαρμπα-Λαυρέντη και τον γιο του τον Χρήστο, και λέγανε, ο καθένας τον πόνο του για να ξαλαφρώσουν και ν’ ακούσουν μια καλή κουβέντα, μια κουβέντα παρηγοριάς ή και μια γνώμη και μια συμβουλή.

Γενικώς, η δουλειά ήταν τόση, που πραγματικά, πολλές φορές, δεν προλάβαιναν να τα βγάλουν πέρα.

Κι αυτό γιατί τότε, εκεί στις Καμάρες, μαζευότανε για βόλτα (πάνω – κάτω, πάνω-κάτω) ΟΛΗ η Σπάρτη, για να «ξεδώσει», να «βολτάρει», να ψωνίσει στα εμπορικά, να πάρει σπόρια και ξηρούς καρπούς από την «ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ», να φάει γλυκό στο υπόγειο Ζαχαροπλαστείο ΚΑΙΣΑΡΗ και να πάει σινεμά στο «ΦΛΟΡΑΛ». Όλοι οι «βολταδόροι» στις Καμάρες αλλά και όσοι έβγαζαν εισιτήριο στο ταμείο του «ΦΛΟΡΑΛ», έπαιρναν και είχαν εικόνα από το υπόγειο στιλβωτήριο «Ο ΗΛΙΟΣ» του Ασλιχανίδη.

Όλα αυτά και άλλα πολλά δημιουργούσαν, εκεί στις Καμάρες, στο κέντρο της Σπάρτης, έναν κόσμο οικείο, «μαγικό» και αγαπητό στους Σπαρτιάτες της εποχής, που ακόμα και σήμερα μένει ως νοσταλγική ανάμνηση στο νου και την καρδιά τους. του Βαγγελη Μητρακου https://krokeai.gr/2026/05/19/palia-sparti-stilvotirion-ilios-l-a/

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences