Η συνομιλία του Κ. Καβάφη με το ποντιακό δημοτικό τραγούδι «Πάρθεν η Ρωμανία» άρθρο μου στον τυπο Το ποντιακό δημοτικό τραγούδι «Πάρθεν η Ρωμανία» αποτελεί έναν από τους συγκλονιστικότερους θρήνους...
Η συνομιλία του Κ. Καβάφη με το ποντιακό δημοτικό τραγούδι «Πάρθεν η Ρωμανία» άρθρο μου στον τυπο Το ποντιακό δημοτικό τραγούδι «Πάρθεν η Ρωμανία» αποτελεί έναν από τους συγκλονιστικότερους θρήνους του ποντιακού ελληνισμού για την άλωση της Κωνσταντινούπολης.
Δεν είναι απλώς ένα μοιρολόγι για την πτώση της Βασιλεύουσας· είναι ένα τραγούδι ιστορικής μνήμης, συλλογικού πένθους και εθνικής αντοχής.
Μέσα στον θρήνο του δεν υπάρχει μόνο η συντριβή.
Υπάρχει και η ελπίδα.
Υπάρχει η πίστη ότι το γένος δεν χάνεται, ότι η Ρωμανία μπορεί να «πάρθεν», αλλά δεν πεθαίνει.
Γι’ αυτό και ο τελευταίος στίχος του τραγουδιού, «Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο», λειτουργεί ως συμπύκνωση μιας ολόκληρης κοσμοθεωρίας: η ιστορία μπορεί να πληγώνει, αλλά η μνήμη αντιστέκεται.
Το τραγούδι κινείται θεματικά στον ίδιο άξονα με τον γνωστό θρύλο: «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι». Η Άλωση δεν βιώνεται ως οριστικό τέλος, αλλά ως τραύμα που μετατρέπεται σε προσδοκία.
Πάρθεν η Ρωμανία Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν’ από την Πόλην, ουδέ στ’ αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια, επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί’ τον κάστρον.
Εσείξεν τ’ έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον, εσείξεν τ’ άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον.
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ’ ο μητροπολίτης, έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ’ αναγνώθ’ σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν. «Ναϊλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!» Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια, κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται. — Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι. — Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία πάρθεν. — Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.
Το ποίημα αυτό κέντρισε ιδιαίτερα την προσοχή του Κωνσταντίνου Καβάφη. Ο Αλεξανδρινός ποιητής, βαθύς γνώστης της ελληνικής ιστορικής συνέχειας και της βυζαντινής μοίρας, δεν στάθηκε απέναντι στο ποντιακό τραγούδι ως απλός αναγνώστης.
Άνοιξε μαζί του έναν ιδιότυπο διάλογο.
Το καβαφικό ποίημα «Πάρθεν» είναι μοναδικό μέσα στο έργο του.
Δεν εντάσσεται εύκολα στις γνωστές κατηγορίες των ποιημάτων του.
Δεν είναι καθαρά ιστορικό, ούτε φιλοσοφικό, ούτε ηδονικό.
Είναι ένα ποίημα συνομιλίας με τη δημοτική παράδοση.
Ανήκει στα λεγόμενα «κρυμμένα» ποιήματα του Καβάφη, καθώς παρέμεινε ανέκδοτο όσο ζούσε ο ποιητής. Ο Καβάφης τολμά εδώ κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον: ενσωματώνει σχεδόν αυτούσιες φράσεις από το ποντιακό δημοτικό τραγούδι μέσα στο δικό του ποιητικό σώμα.
Δεν τις μεταφράζει πλήρως, δεν τις εξομαλύνει, δεν τις υποτάσσει στη δική του γλώσσα.
Τις αφήνει να ακουστούν με την ιδιοτυπία τους, με την «παράξενή τους γλώσσα», όπως γράφει ο ίδιος.
Και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ο Καβάφης αναγνωρίζει στην ποντιακή λαλιά όχι κάτι περιφερειακό ή δευτερεύον, αλλά έναν φορέα βαθιάς ελληνικής μνήμης.
Η ποντιακή διάλεκτος, με την αρχαϊκότητά της και τη βυζαντινή της ανάσα, γίνεται για τον ποιητή γλώσσα ιστορικής συγκίνησης. Κ. Καβάφης: Πάρθεν Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια, για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους, πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό τής Πόλης «Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη». Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν, «ζερβά ο βασιληάς, δεξιά ο πατριάρχης», ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια «πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια» πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.
Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα και με την λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.
Μα αλοίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται» με στο «φτερούλιν άθε χαρτίν περιγραμμένον κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι επήγεν και εκόνεψεν στού κυπαρίσ’ την ρίζαν». Οι αρχιερείς δεν δύνανται —ή δεν θέλουν— να διαβάσουν. «Χέρας υιός Γιανίκας εν» αυτός το παίρνει το χαρτί, και το διαβάζει κι ολοφύρεται. «Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αηλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν». Στο ποίημα αυτό ο Καβάφης ξεκινά από τη γενική ανάγνωση των δημοτικών τραγουδιών.
Αναφέρεται στα κλέφτικα, στα πολεμικά, στα πένθιμα τραγούδια για την Άλωση.
Όμως ανάμεσα σε όλα αυτά ξεχωρίζει το τραγούδι της Τραπεζούντας.
Δεν τον συγκινεί μόνο το θέμα του, αλλά και η γλώσσα του.
Η φράση «το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα» είναι καθοριστική.
Η γλώσσα φαίνεται «παράξενη» όχι επειδή είναι ξένη, αλλά επειδή διασώζει κάτι παλαιό, απομακρυσμένο, σχεδόν μυστηριακό.
Είναι ελληνική, αλλά μια ελληνική που έρχεται από μακριά· από τα βάθη της Ρωμανίας, από τις ακτές του Εύξεινου Πόντου, από έναν ελληνισμό που έζησε στα όρια και όμως κράτησε την ταυτότητά του. Ο Καβάφης συγκινείται από «τη λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων». Ο χαρακτηρισμός «μακρυνοί» δεν είναι μόνο γεωγραφικός.
Είναι και ιστορικός. Οι Έλληνες του Πόντου βρίσκονται μακριά από το κέντρο, αλλά η μνήμη τους είναι απολύτως συνδεδεμένη με αυτό. Η Κωνσταντινούπολη πέφτει, και ο Πόντος θρηνεί σαν να χάνεται η ίδια του η ψυχή.
Το πουλί του τραγουδιού λειτουργεί ως αγγελιαφόρος της συμφοράς.
Έρχεται από την Πόλη, δεν σταματά ούτε στα αμπέλια ούτε στα περιβόλια.
Δεν υπάρχει ανάπαυση, δεν υπάρχει παρηγοριά.
Το μήνυμα που φέρνει είναι βαρύ, γραμμένο στο φτερό του, βουτηγμένο στο αίμα.
Η εικόνα είναι συγκλονιστική: η ιστορία γίνεται πληγή πάνω στο σώμα του πουλιού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι το γράμμα δεν μπορούν —ή δεν θέλουν— να το διαβάσουν οι αρχιερείς.
Στο δημοτικό τραγούδι, τελικά το διαβάζει ένα παιδί. Στον Καβάφη, το σημείο αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ένταση.
Η επίσημη εξουσία σιωπά ή αδυνατεί, ενώ η αλήθεια περνά στα χέρια ενός απλού προσώπου.
Η λαϊκή ψυχή είναι αυτή που διαβάζει την ιστορία και θρηνεί.
Ο στίχος «Ν’ αηλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν» μεταφέρει αυτούσιο τον πυρήνα του ποντιακού θρήνου. Ο Καβάφης δεν τον αντικαθιστά με λόγια ελληνικά.
Τον κρατά σχεδόν όπως τον βρήκε.
Και έτσι αφήνει την ποντιακή φωνή να ακουστεί μέσα στο ποίημά του όχι ως παράθεμα, αλλά ως ζωντανή μνήμη.
Η συνομιλία του Καβάφη με το «Πάρθεν η Ρωμανία» δείχνει πως η ποντιακή δημοτική ποίηση δεν είναι ένα τοπικό ή περιφερειακό φαινόμενο.
Είναι κομμάτι της μεγάλης ελληνικής ποιητικής παράδοσης. Ο Καβάφης, με το αλάνθαστο αισθητήριό του, το αναγνώρισε.
Το ποντιακό τραγούδι θρηνεί την πτώση. Ο Καβάφης θρηνεί μαζί του, αλλά ταυτόχρονα το αναδεικνύει.
Το φέρνει μέσα στη λόγια ποίηση και του δίνει νέα θέση στο σώμα της νεοελληνικής γραμματείας.
Έτσι, το «Πάρθεν η Ρωμανία» δεν μένει μόνο ως μοιρολόγι της Άλωσης.
Γίνεται γέφυρα ανάμεσα στη δημοτική παράδοση και τη λόγια ποίηση, ανάμεσα στον Πόντο και την Αλεξάνδρεια, ανάμεσα στη Ρωμανία που χάθηκε και στη μνήμη που εξακολουθεί να ανθίζει.
Γιατί, τελικά, αυτό λέει και το τραγούδι: Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους