Η χώρα σε excel, ο πολίτης σε κελί (Δεν κυβερνούν, ισοσκελίζουν) του Μιχάλη Χαιρετάκη Πώς οι κυβερνήσεις σταμάτησαν να σχεδιάζουν το μέλλον και άρχισαν να διαχειρίζονται τα υπόλοιπα Υπάρχει μια...
Η χώρα σε excel, ο πολίτης σε κελί (Δεν κυβερνούν, ισοσκελίζουν) του Μιχάλη Χαιρετάκη Πώς οι κυβερνήσεις σταμάτησαν να σχεδιάζουν το μέλλον και άρχισαν να διαχειρίζονται τα υπόλοιπα Υπάρχει μια ερώτηση που σπάνια γίνεται με αρκετή σαφήνεια, παρόλο που βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης πολιτικής απογοήτευσης: τι κάνουν ακριβώς οι κυβερνήσεις σήμερα; Η επίσημη απάντηση είναι πάντα η ίδια, κυβερνούν, ασκούν πολιτική, διαχειρίζονται το κοινό καλό.
Αλλά αν κοιτάξεις τι συμβαίνει πραγματικά, εμφανίζεται μια διαφορετική εικόνα: οι κυβερνήσεις έχουν μετατραπεί, σε μεγάλο βαθμό, σε λογιστικούς διαχειριστές μιας οικονομικής πραγματικότητας που δεν σχεδίασαν και δεν ελέγχουν.
Δεν είναι επίθεση στους πολιτικούς ως άτομα.
Είναι παρατήρηση για μια δομική αλλαγή που συνέβη τις τελευταίες δεκαετίες, αθόρυβα και χωρίς ποτέ να ψηφιστεί ως τέτοια: η μετατόπιση της πραγματικής εξουσίας από τις κυβερνήσεις στις αγορές, τους θεσμούς, τους κανόνες και τις συμφωνίες που η ίδια η πολιτική δημιούργησε και που τώρα δεν μπορεί να ανατρέψει χωρίς να πληρώσει τεράστιο κόστος.
Κάποτε η κυβέρνηση έφτιαχνε τους κανόνες του παιχνιδιού.
Σήμερα, το πολύ, διαχειρίζεται το score board. Ι. Από ποτέ άρχισε να συμβαίνει αυτό; Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη ημερομηνία.
Είναι μια συσσώρευση αποφάσεων , ορισμένων ηθελημένων, ορισμένων αναγκαστικών, ορισμένων αθέλητων , που κάθε μία ξεχωριστά φαινόταν λογική, αλλά μαζί δημιούργησαν κάτι που κανείς δεν ψήφισε: ένα σύστημα όπου η οικονομική πραγματικότητα προηγείται της πολιτικής βούλησης.
Η απελευθέρωση των κεφαλαιακών κινήσεων στις δεκαετίες του '80 και '90 σήμαινε ότι το χρήμα μπορεί να κινείται ελεύθερα ανά τον κόσμο , αλλά οι κυβερνήσεις παραμένουν στα σύνορά τους.
Αν μια κυβέρνηση αποφασίσει να αυξήσει φόρους σε μεγάλες εταιρείες, οι εταιρείες μπορούν να μεταφέρουν την έδρα τους.
Αν αποφασίσει να αυξήσει τον κατώτατο μισθό, κάποιες επιχειρήσεις μπορούν να μεταφέρουν την παραγωγή.
Αν αποφασίσει να ρυθμίσει τις πλατφόρμες, αντιμετωπίζει δεκαετίες νομικών μαχών.
Παράλληλα, η δημιουργία υπερεθνικών κανόνων , εμπορικές συμφωνίες, ευρωπαϊκή νομοθεσία, κανόνες ΔΝΤ, πρότυπα Βασιλείας για τις τράπεζες , έδεσε τα χέρια των κυβερνήσεων σε κρίσιμα πεδία.
Πολλά από αυτά τα δεσίματα είναι καλά και αναγκαία.
Αλλά το αποτέλεσμά τους, αθροιστικά, είναι ότι η εθνική κυβέρνηση ασκεί πολιτική εντός ενός πλέγματος περιορισμών που δεν μπορεί να αλλάξει μόνη της. Παράδειγμα: Η ελληνική κυβέρνηση και το «δεν μπορούμε» Το 2015, μια νεοεκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση με ισχυρή εντολή ψηφοφόρων πήγε να διαπραγματευτεί τους όρους του χρέους. Αντιμετώπισε: ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Eurogroup, bond markets, ρήτρες σε δάνεια, κανόνες της Ευρωζώνης.
Το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο η αποτυχία διαπραγμάτευσης που έγινε εντελώς ερασιτεχνικά, ήταν η ανακάλυψη ότι το πεδίο εφαρμογής της εντολής του εκλογέα ήταν πολύ μικρότερο από ό,τι φαινόταν.
Ο ψηφοφόρος ψήφισε «αλλαγή πολιτικής». Η κυβέρνηση ανακάλυψε ότι η «πολιτική» είχε ήδη καθοριστεί αλλού.
Δεν το κατήγγειλε όμως, δεν παραιτήθηκε, συνέχισε να κυβερνά, ή μάλλον να διαχειρίζεται την υπάρχουσα κατάσταση, εφαρμόζοντας την πολιτική που της επέβαλαν οι καταστάσεις και όχι αυτή που ζήτησαν οι ψηφοφόροι.
Αυτό δεν είναι ούτε καταδίκη ούτε δικαίωση οποιουδήποτε , είναι απλώς μια περιγραφή του τι σημαίνει να κυβερνάς μέσα σε ένα διεθνές χρηματοπιστωτικό πλέγμα.
Δεν είσαι πλέον κυβερνήτης ,αλλά διαχειριστής όπως ακριβώς ο διαχειριστής μιας πολυκατοικίας. ΙΙ. Τι κάνει σήμερα μια κυβέρνηση; Αν παρακολουθήσεις προσεκτικά τι κάνουν οι κυβερνήσεις στην πράξη , όχι τι λένε στις προεκλογικές εκστρατείες, αλλά τι κάνουν , θα δεις μια συνεπή λογική: διαχείριση, εξισορρόπηση, αποφυγή κρίσης.
Η κυβέρνηση σήμερα διαχειρίζεται το χρέος , διασφαλίζει ότι τα spreads παραμένουν σε ανεκτά επίπεδα ώστε να μπορεί να δανεισθεί.
Διαχειρίζεται τις αξιολογήσεις , ακολουθεί τις συστάσεις οίκων όπως Moody's και S&P. Διαχειρίζεται τις προσδοκίες των αγορών , αποφεύγει ανακοινώσεις που θα μπορούσαν να «αναστατώσουν» τα χρηματιστήρια.
Διαχειρίζεται τους δημοσιονομικούς κανόνες , Σύμφωνο Σταθερότητας, δημοσιονομικοί στόχοι, πρωτογενή πλεονάσματα.
Η λέξη «διαχείριση» έχει αντικαταστήσει τη λέξη «σχεδιασμός» στον πυρήνα της κυβερνητικής λογικής.
Και αυτή δεν είναι γλωσσολογική λεπτομέρεια.
Ο σχεδιασμός προϋποθέτει ότι έχεις εξουσία να αλλάξεις κατεύθυνση.
Η διαχείριση προϋποθέτει ότι η κατεύθυνση είναι δεδομένη και απλώς κρατάς το σκάφος ευθεία.
Αυτή η διαφορά είναι θεμελιώδης και εξηγεί γιατί τόσοι πολλοί ψηφοφόροι αισθάνονται ότι «όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι»: στην πράξη, σε πολλά κρίσιμα πεδία, ο χώρος επιλογής είναι τόσο στενός που η διαφορά είναι πράγματι μικρή. Παράδειγμα: Ο Υπουργός Οικονομικών ως CFO Ένας Υπουργός Οικονομικών σήμερα έχει τα κύρια κομμάτια εργασίας του να θυμίζουν CFO (Chief Financial Officer) μεγάλης εταιρείας: → Διαχείριση χρέους και αναχρηματοδότησης → Επικοινωνία με επενδυτές και οίκους αξιολόγησης → Συμμόρφωση με δημοσιονομικούς κανόνες → Διαχείριση ρευστότητας και αγορών ομολόγων → Αντιμετώπιση κινδύνων capital flight Αυτά δεν είναι λάθος ή αρνητικά από μόνα τους.
Αλλά δεν είναι «σχεδιασμός πολιτικής» , είναι λογιστική μεγάλης κλίμακας.
Η ερώτηση δεν είναι αν αυτά πρέπει να γίνονται.
Είναι: ποιος κάνει το υπόλοιπο; Ποιος αποφασίζει πού πάει η κοινωνία; Αν αυτό είναι το 90% του χρόνου και της ενέργειας ενός υπουργού , τι μένει για τη στρατηγική; ΙΙΙ.
Η κυβέρνηση που δεν μπορεί να ρωτήσει «γιατί» Το πιο αποκαλυπτικό σύμπτωμα δεν είναι τι κάνει η κυβέρνηση , είναι τι δεν κάνει.
Ειδικότερα: ποιες ερωτήσεις δεν μπορεί να κάνει χωρίς να πληρώσει πολιτικό κόστος.
Μπορεί μια κυβέρνηση να ρωτήσει: «γιατί τα φάρμακα για σπάνιες παθήσεις κοστίζουν 300.000€ ανά ασθενή ετησίως;» Ναι , αλλά αν προχωρήσει σε ρύθμιση τιμών, αντιμετωπίζει απειλές από φαρμακευτικές εταιρείες να αποσύρουν τα προϊόντα τους.
Μπορεί να ρωτήσει «γιατί τα ενοίκια έχουν τριπλασιαστεί σε 10 χρόνια;» Ναι , αλλά οποιαδήποτε ρύθμιση ενοικίων συγκρούεται με επενδυτικά συμφέροντα που έχουν νομικά εργαλεία και πολιτική επιρροή.
Μπορεί να ρωτήσει «γιατί τα κέρδη των τραπεζών αυξάνονται ενώ το κόστος δανεισμού για τα νοικοκυριά ανεβαίνει;» Ναι , αλλά η ρύθμιση του τραπεζικού τομέα γίνεται σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Το αποτέλεσμα: η κυβέρνηση μαθαίνει σταδιακά ποιες ερωτήσεις «πληρώνονται» και ποιες όχι.
Και αρχίζει να κάνει κυρίως τις πρώτες. Παράδειγμα: Η κυβέρνηση που φοβάται τα spreads Μια κυβέρνηση σκέφτεται να εισάγει φόρο στις αγοραπωλησίες μετοχών (financial transaction tax). Πριν το ανακοινώσει, ο Υπουργός Οικονομικών ελέγχει: → Πώς θα αντιδράσουν οι αγορές; → Θα επηρεαστεί η αξιολόγηση; → Τι λένε οι εκθέσεις του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής; → Υπάρχει κίνδυνος capital flight; Αν οι απαντήσεις είναι «αρνητική αντίδραση», η πολιτική εγκαταλείπεται ή αναβάλλεται.
Κανείς ψηφοφόρος δεν ψήφισε γι' αυτή την αναβολή.
Κανείς δεν έχασε εκλογές γι' αυτή την αναβολή.
Απλώς δεν έγινε , επειδή «η αγορά δεν το επιτρέπει». Αυτό δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα.
Είναι δομική αδυναμία εξουσίας. IV. Ο εκλογέας που ψηφίζει «αλλαγή» και παίρνει «διαχείριση» Εδώ βρίσκεται η ρίζα της σύγχρονης πολιτικής δυσπιστίας.
Οι ψηφοφόροι παρατηρούν κάτι που δεν έχουν τα λόγια να περιγράψουν, αλλά το αισθάνονται σωστά: ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά, τα μεγάλα πράγματα δεν αλλάζουν.
Τα νοίκια ανεβαίνουν.
Τα φάρμακα ακριβαίνουν.
Το δημόσιο σχολείο υποχρηματοδοτείται.
Οι τράπεζες κερδίζουν.
Οι μεγάλες εταιρείες πληρώνουν λιγότερο φόρο από τον μικρομεσαίο.
Η συνηθισμένη εξήγηση είναι «διαφθορά» ή «κακοί πολιτικοί». Αλλά η αλήθεια είναι πιο άβολη: πολλοί από αυτούς τους πολιτικούς είναι απολύτως ειλικρινείς και παρ' όλ' αυτά δεν αλλάζουν τα πράγματα, γιατί δεν έχουν πλέον τα εργαλεία να το κάνουν.
Η εξουσία που ο ψηφοφόρος πιστεύει ότι ψηφίζει δεν βρίσκεται εκεί που νομίζει.
Ο εκλογέας ψηφίζει τον Πρωθυπουργό.
Αλλά τις επιτοκιακές αποφάσεις τις παίρνει η ΕΚΤ.
Τις επενδυτικές αποφάσεις τα funds.
Τις αποφάσεις τιμολόγησης οι αλυσίδες.
Τις αποφάσεις για τα ψηφιακά δεδομένα οι πλατφόρμες. Ο Πρωθυπουργός διαχειρίζεται το υπόλοιπο. Παράδειγμα: Η εντολή που δεν υλοποιήθηκε ποτέ Ένα κόμμα εκλέγεται με υπόσχεση να αντιμετωπίσει την ακρίβεια στη στέγαση.
Μόλις μπει στην κυβέρνηση, ανακαλύπτει: → Τα ακίνητα που ακριβαίνουν ανήκουν σε funds που προστατεύονται από επενδυτικές συμφωνίες. → Ρύθμιση ενοικίων μπορεί να συγκρουστεί με ευρωπαϊκή νομοθεσία για ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων. → Φορολόγηση short-term rentals μπορεί να φέρει μηνύσεις από πλατφόρμες. → Κατασκευή κοινωνικής κατοικίας απαιτεί δεκαετή δέσμευση κεφαλαίων που συγκρούεται με δημοσιονομικούς κανόνες.
Δύο χρόνια αργότερα: μερικά μέτρα «στο σωστό κατεύθυνση», ανεπαρκή για να αλλάξουν κάτι.
Ο ψηφοφόρος: «είναι ίδιοι με τους προηγούμενους». Η κυβέρνηση: «κάναμε ό,τι μπορούσαμε». Και οι δύο έχουν από τη μεριά τους δίκιο, το αποτέλεσμα όμως είναι μία από τα ίδια. V. Η «ανεξαρτησία» ως μεταφορά εξουσίας Μια από τις πιο σημαντικές, και λιγότερο συζητημένες, αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών είναι η συστηματική «ανεξαρτητοποίηση» κρίσιμων αποφάσεων από τη δημοκρατική διαδικασία.
Κεντρικές τράπεζες.
Ανεξάρτητες αρχές.
Ρυθμιστικοί φορείς.
Δικαστήρια ή επιτροπές με γνωμοδοτικό ρόλο.
Υπερεθνικά όργανα.
Πολλές από αυτές τις δομές δημιουργήθηκαν με καλές προθέσεις: για να προστατευθούν κρίσιμες αποφάσεις από βραχυπρόθεσμες πολιτικές σκοπιμότητες.
Αλλά το αποτέλεσμα είναι ότι τεράστια κομμάτια πολιτικής , νομισματική, ρυθμιστική, δημοσιονομική , βρίσκονται εκτός της επίδρασης του ψηφοφόρου.
Κανείς δεν ψηφίζει για το επιτόκιο της ΕΚΤ.
Κανείς δεν ψηφίζει για τα κριτήρια αξιολόγησης της Moody's. Κανείς δεν ψηφίζει για τους κανόνες Βασιλείας ΙΙΙ που καθορίζουν πόσο μπορούν να δανείζουν οι τράπεζες.
Αυτά δεν είναι «τεχνικές» αποφάσεις χωρίς πολιτικό περιεχόμενο, είναι βαθιά πολιτικές αποφάσεις που αποσύρθηκαν από τη δημοκρατική διαδικασία με το επιχείρημα της τεχνικής εξειδίκευσης. Παράδειγμα: Η απόφαση που δεν πέρασε από κανένα κοινοβούλιο Το 2022-2023, η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια 10 συνεχόμενες φορές , τη γρηγορότερη αύξηση στην ιστορία της.
Αποτέλεσμα για εκατομμύρια νοικοκυριά στην Ευρώπη: → Οι δόσεις στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο αυξήθηκαν κατά 40-60%. → Μικρές επιχειρήσεις δυσκολεύτηκαν να χρηματοδοτηθούν. → Κράτη πλήρωσαν περισσότερους τόκους, με λιγότερα χρήματα για υπηρεσίες.
Ποιος αποφάσισε; Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ.
Ποιος εξέλεξε το Δ.Σ. της ΕΚΤ; Κανένας ψηφοφόρος άμεσα.
Ποιος μπορεί να αλλάξει αυτή την απόφαση; Κανένα εθνικό κοινοβούλιο.
Η απόφαση μπορεί να ήταν ορθή οικονομικά , αυτό είναι ξεχωριστή συζήτηση.
Αλλά έγινε εκτός δημοκρατικής διαδικασίας.
Αυτό είναι γεγονός. VI. Τι σημαίνει αυτό για τη δημοκρατία; Η δημοκρατία δεν είναι μόνο διαδικασία ψηφοφορίας.
Είναι η υπόσχεση ότι οι συλλογικές αποφάσεις για τη ζωή μιας κοινωνίας λαμβάνονται από εκείνη την κοινωνία , άμεσα ή μέσω εκπροσώπων.
Αυτή η υπόσχεση δεν έχει ανατραπεί επίσημα.
Αλλά έχει αδειάσει σε μεγάλο βαθμό από περιεχόμενο.
Όταν ψηφίζεις για κυβέρνηση που δεν ελέγχει τα επιτόκια, τη ρύθμιση των πλατφορμών, την τιμολόγηση στα τρόφιμα, τη λειτουργία των funds που κατέχουν ακίνητα, ή τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου , τι ψηφίζεις ακριβώς; Ψηφίζεις έναν διαχειριστή που θα χειριστεί διαφορετικά την ίδια εξίσωση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά.
Υπάρχει στη φορολογία, στην κοινωνική πολιτική, στις προτεραιότητες δαπανών, στην ποιότητα θεσμών.
Αλλά το εύρος της διαφοράς έχει στενέψει δραματικά.
Και αυτή η στένωση δεν είναι αναπόφευκτη φυσική νομοτέλεια , είναι αποτέλεσμα επιλογών που μπορούν να αλλαχτούν.
Η δημοκρατία δεν πέθανε.
Απλώς αδειάσε από κάποια από τα πιο σημαντικά της περιεχόμενα και τα περιεχόμενα αυτά μεταφέρθηκαν αλλού, χωρίς ψηφοφορία. VII.
Το νέο ερώτημα για την πολιτική Αν η διάγνωση είναι ότι οι κυβερνήσεις έχουν γίνει σε μεγάλο βαθμό λογιστικοί διαχειριστές, τότε το πολιτικό ερώτημα δεν είναι «ποιος διαχειριστής είναι καλύτερος». Είναι βαθύτερο: πώς επανακτά μια δημοκρατία εξουσία πάνω στα πεδία που έχουν αποσπαστεί; Αυτό δεν έχει εύκολη απάντηση.
Δεν σημαίνει κλείσιμο συνόρων, αποχώρηση από θεσμούς ή επιστροφή σε κάποια φαντασιακή αυτάρκεια.
Σημαίνει όμως μερικά συγκεκριμένα πράγματα: Πρώτον, συνειδητοποίηση , η κοινωνία πρέπει να καταλάβει ποιες αποφάσεις παίρνονται πού και από ποιον, ώστε να μπορεί να ζητάει λογοδοσία από τα σωστά μέρη.
Δεύτερον, επανασχεδιασμός των κανόνων , κάποιες από τις συμφωνίες και θεσμικές δομές που αφαίρεσαν εξουσία από τις κυβερνήσεις μπορούν και πρέπει να αναθεωρηθούν.
Τρίτον, υπερεθνική δημοκρατία , αν το πρόβλημα είναι ότι η εξουσία πήγε σε επίπεδο πάνω από τα έθνη, η απάντηση δεν είναι επιστροφή στα έθνη αλλά δημοκρατικοποίηση εκείνου του επιπέδου.
Η κυβέρνηση που κυβερνά δεν ρωτάει μόνο «τι επιτρέπουν οι αγορές». Ρωτάει «τι θέλει η κοινωνία» και μετά βρίσκει τον τρόπο.
Αυτό δεν είναι ρομαντισμός.
Είναι αναγνώριση ότι τα όρια της πολιτικής εξουσίας δεν είναι φυσικοί νόμοι , είναι ανθρώπινες κατασκευές, που ανθρώπινες αποφάσεις μπορούν να αλλάξουν.
Αργά, με κόστος, με διαπραγμάτευση , αλλά μπορούν.
Το πρώτο βήμα είναι το πιο δύσκολο: να παραδεχτούμε ότι η «πολιτική» που βλέπουμε στις ειδήσεις είναι ο φλοιός, όχι ο πυρήνας.
Ο πυρήνας είναιι αλλού, και αρχίζει να φαίνεται μόνο όταν αρχίσουμε να κοιτάμε.
Ο ψηφοφόρος δεν είναι αφελής όταν απογοητεύεται.
Βλέπει κάτι αληθινό: ότι πολλές από τις πιο σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή του δεν λαμβάνονται πλέον σε εκείνα τα κρατικά κτίρια της χώρας του με τη σημαία της εθνικής του κυριαρχίας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους