ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ ΜΟΥ, ΜΕ ΤΙΤΛΟ: Η ΑΡΧΑΙΑ (ΠΑΛΙΑ) ΚΑΡΥΑΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ, ΠΌΥ ΣΗΜΕΡΑ ΚΕΙΤΕΤΑΙ ΣΩΡΙΑΣΜΕΝΗ ΣΕ ΕΡΕΙΠΙΑ: ΛΙΓΑ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΚΡΑΙΩΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ Μια σημαντική πηγή...
ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ ΜΟΥ, ΜΕ ΤΙΤΛΟ: Η ΑΡΧΑΙΑ (ΠΑΛΙΑ) ΚΑΡΥΑΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ, ΠΌΥ ΣΗΜΕΡΑ ΚΕΙΤΕΤΑΙ ΣΩΡΙΑΣΜΕΝΗ ΣΕ ΕΡΕΙΠΙΑ: ΛΙΓΑ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΚΡΑΙΩΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ Μια σημαντική πηγή πληροφοριών, για τους οικισμούς και την μορφολογία του Συμβόλου όρους, στους τέσσερις, τελευταίους αιώνες της βυζαντινής περιόδου, είναι τα έγγραφα των Μοναστηριών του Αγίου Όρους, που κατείχαν μεγάλα, μοναστηριακά κτήματα, πάνω και γύρω από το όρος αυτό, με τους κατοίκους να έχουν τον χαρακτήρα δουλοπαροίκων: Δύο σημαντικά έγγραφα, που ανάγονται στο έτος 1081 μ.Χ., είναι αφενός μεν ένα υποσχετικό, με το οποίο οι μοναχοί της Κοσμιδείου Μονής της Κωνσταντινουπόλεως εγγυούνταν στους μοναχούς της Μονής των Αμαλφιτανών του Αγίου Όρους την κατοχή ενός κτήματος στη περιοχή «Πλάτανος» των αυτοκρατορικών κτημάτων του Πριναρίου (Συμβόλου) όρους, το οποίο τους είχαν παλιότερα πωλήσει, αφετέρου δε ένα αυτοκρατορικό χρυσόβουλο του Αλεξίου 1ου Κομνηνού, που επικύρωνε αυτή την κατοχή.
Αυτό το κτήμα, λοιπόν, «άρχεται από του συνόρου του Πλατάνου (μήπως εννοεί τον Πλατανότοπο;) ένθα και στήλη ίσταται μαρμάρινος, απέρχεται επ’ ανατολάς…… αποδίδωσι (καταλήγει) εις την τούμβαν την επιλεγομένην Ραχώνην, τρέπεται μικρόν προς μεσημβρίαν αριστερά τα δίκαια του Τρεασίου δεξιά τα δίκαια της Βολοβίσδης, (πρόκειται για οικισμούς της περιοχής Ελευθερών – Ελαιοχωρίου), περρά τα λαγγάδια και ακουμβίζει εις τον κατέναντι ράχωνα, κλίνει προς μεσημβρίαν κρατών διόλου τον μεσημβρινόν αέρα ….. περρά τον ποταμόν (εννοεί τον Μαρμαρά) εις το υψηλόν βουνόν, είτα στρέφεται επί δυσμάς κρατών διόλου τον αιγιαλόν και τον δυτικόν αέρα, … είτα στρέφεται επί μεσημβρίαν κρατών τον αυτόν αέρα διόλου κρατών τα μεσονήσια, τα ίσα του μονολίθου, αριστερά τα δίκαια Δοβροβίκειας (Φτέρης) δεξιά δε τα δίκαια Ράμνου και ακουμβίζει εις τον αιγιαλόν εις την μονόλιθον πέτραν, (εννοεί τον βράχο μπροστά στον Πύργο της Απολλωνίας), είτα στρέφεται επί δυσμάς κρατών διόλου τον αιγιαλόν και τον δυτικόν αέρα, είτα στρέφεται επί άρκτον κρατών διόλου τον αρκτικόν αέρα, είτα ανέρχεται εις τον αυχένα και κρατών την ράχην ακουμβίζει εις το μνημείον εν ω ίσταται δρυς, κατέρχεται τα ίσα και εισέρχεται εις τον ξηροπόταμον τον κατερχόμενο από της Καρυάνης, κρατών διόλου τον ξηροπόταμον εών αριστερά τα δίκαια του Πριναρίου δεξιά δε τα δίκαια Αειδαροκάστρου, διέρχεται πλησίον της Καρυάνης και τα πρόποδα του αυτού βουνού και ακουμβίζει άνω της τούμβης όπου εστί και ναός του Σωτήρος Χριστού, είτα κατέρχεται επί ανατολάς και ενούται των ξηροποτάμω τω καταρρέοντι από της Βομπλίανης» κλπ.
Βλέπετε, λοιπόν, την Καρυάνη και την Βομπλίανη (Ακροπόταμο) να υπάρχουν σαν οικισμοί ήδη το έτος 1081 και να συνορεύουν μ’ ένα τεράστιο, μοναστηριακό κτήμα, στην περιγραφή του οποίου αναγνωρίζουμε τόσα και τόσα τοπωνύμια, που υπάρχουν μέχρι και σήμερα! Στο ίδιο κείμενο εξ άλλου γίνεται αναφορά σε δύο προηγούμενα χρυσόβουλα, των αυτοκρατόρων Ισαάκιου 1ου Κομνηνού και Νικηφόρου Βοτανειάτη, βάσει των οποίων είχε επικυρωθεί και πάλι η αγορά του μοναστηριακού κτήματος.
Εδώ πρέπει επίσης να σημειώσουμε την ύπαρξη, πριν χίλια χρόνια, ανάμεσα στην παλιά Καρυανή και στον σημερινό Ακροπόταμο, Ναού του Σωτήρος Χριστού.
Την ίδια ιδιοκτησία των Αμαλφιτανών μοναχών, που είχε φορολογική ατέλεια και περιλάμβανε και αγρότες με τις οικογένειές τους, συνδεόμενους με το μοναστήρι με μια μορφή ατελούς παροικίας, επικύρωσε αργότερα ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος 2ος, σε χρυσόβουλό του, του έτους 1298, όπου όμως η ιδιοκτησία αυτή ανήκει πια στη Μονή Μεγίστης Λαύρας και αναφέρεται ως «μετόχιον του Αμαλφηνού μετά του ζευγηλατείου αυτού του διακειμένου περί το Λυκόσχισμα εν τη τοποθεσία τη ούτω πως λεγομένη του Αειδαροκάστρου…» Είναι σαφές ότι στο αρχικό κτήμα είχε προστεθεί κι ένα γειτονικό κτήμα, αυτό του «Αειδαροκάστρου, της περιοχής του Λυκοσχίσματος», στο οποίο στα 1317 εργάζονται 27 οικογένειες, (14 παροίκων και 13 ελεύθερων γεωργών), που στα 1321 γίνονται 38 ή 39 οικογένειες.
Την ίδια εκείνη εποχή, (αρχές και μέσα του 14ου αιώνα), η Μονή των Ιβήρων του Αγίου Όρους έχει στην ανατολική πλευρά του Θερμοποτάμου, του σημερινού Μαρμαρά, ένα δικό της μεγάλο κτήμα, που συνόρευε με τα κτήματα της Δοβροβίκειας, ήτοι του μεταγενέστερου χωριού Φτέρη κι εκτεινόταν από τον βράχο που βρίσκεται κάτω από τον Πύργο της Απολλωνίας και ανατολικά. (χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνού, έτους 1351). Στα 1394 χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγου επικυρώνει την κυριότητα ενός κτήματος της Μονής Παντοκράτορος του Αγίου Όρους, πάλι στο Σύμβολο όρος, που βρισκόταν «κατά το Λυκόσχισμα χωρίον ή Βομπλιανή» και εκτεινόταν «από τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο μέχρι τον Θερμοπόταμο». Στους αιώνες της βυζαντινής κυριαρχίας ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο της ιστορίας της περιοχής ήταν η εγκατάσταση, στην περιοχή του Στρυμόνα, αρχικά ως επιδρομέων και ληστών και πολλούς αιώνες αργότερα, μετά τον εκχριστιανισμό τους, ως μισθοφόρων πολλών, βυζαντινών αυτοκρατόρων, των λεγόμενων Στρυμονιτών Σλάβων, ήτοι Σλάβων εγκατεστημένων μόνιμα με τις οικογένειές τους, οι οποίοι αναμείχθηκαν με τον ντόπιο πληθυσμό και μετά από αιώνες βλέπουμε στους ονομαστικούς καταλόγους των κατοίκων των χωριών και των μοναστηριακών κτημάτων της περιοχής, κύρια δε της Δοβροβίκειας, (που έχει προφανώς σλαβικό όνομα κι είναι η μεταγενέστερη Φτέρη) και του Οβελού (που είναι το μεταγενέστερο Σαρλή – Κοκκινοχώρι) πολλά σλαβικά ονόματα μελών οικογενειών, των οποίων τα υπόλοιπα μέλη έφεραν ελληνικά ονόματα.
Από πολλά χρόνια πριν, εξ άλλου, έχουν αρχίσει οι βαρβαρικές επιδρομές, αρχικά των Βουλγάρων, επί σειρά αιώνων και αργότερα των Τούρκων, εξ αιτίας των οποίων πολλές φορές τα μεγάλα μοναστηριακά κτήματα ερημώνονται.
Ιδιαίτερα όταν άρχισε ο τουρκικός επεκτατισμός, η περιοχή ερημώνεται και καταληστεύεται επανειλημμένα, με αποτέλεσμα η παλιά, μεγάλη ευμάρειά της να μετατραπεί σε απέραντη ερήμωση και φτώχεια.
Έτσι, λ.χ., όταν, στα 1342, ο Ιωάννης Καντακουζηνός συμμάχησε με τον Οθωμανό σουλτάνο Ορχάν και του έδωσε μάλιστα για σύζυγο τη θυγατέρα του, ο δυνάστης του Αίδινίου Ουμούρ μπέης ήλθε προς βοήθειά του, με στόλο και μαχητές.
Τότε, (1337 και 1340) ο πιο πάνω ληστρικός στόλος επέδραμε στην περιοχή του Στρυμόνα και την πρώτη μεν φορά αποκρούστηκε, τη δεύτερη όμως καταλήστεψε τα χωριά και τα κτήματα των Μοναστηριών του Αγίου Όρους.
Ασφαλώς αυτή την τύχη είχε τότε και η Καρυανή, μια και τότε καταστράφηκε, μεταξύ άλλων και το Ιβηρίτικο μετόχι του Οβελού (Κοκκινοχωρίου), με την εκκλησία του Γεννεσίου της Θεοτόκου που υπήρχε εντός του.
Στα 1282-1321 ανήλθε στο θρόνο της Σερβίας ο Στέφανος Μιλιούτιν, ο οποίος κατέκτησε την περιοχή των Σερρών και της Χρυσουπόλεως (Τούζλας), καθώς και το λιμάνι του Ορφανού.
Αφότου, στη συνέχεια, ο Στέφανος Δουσάν ανέβηκε, στα 1331 στον ίδιο θρόνο, κατέκτησε μεγάλα τμήματα της Μακεδονίας κι αυτοανακηρύχθηκε βασιλεύς και αυτοκράτωρ Σερβίας και Ρωμανίας, το κράτος του όμως υπήρξε εφήμερο.
Ήδη όμως είχαν πυκνώσει κι οι επιδρομές των Οθωμανών κι απειλούσαν την Μακεδονία, αφότου ιδιαίτερα αυτοί, στα 1361, κατέλαβαν την Ανδριανούπολη και την έκαναν πρωτεύουσα του κράτους τους, με αποκορύφωμα το χρονικό διάστημα 1383-1387, οπότε, έχοντας ως επικεφαλής τον Γαζή Εβρενός μπέη και τον Λάλα Σαχίν, κατέκτησαν και ολόκληρη την περιοχή μας, τις Σέρρες, την Καβάλα και τη Θεσσαλονίκη, κατέστρεψαν τα κάστρα της Καβάλας και της Χρυσούπολης (Τούζλας) κι άρχισαν να εγκαθιστούν πολυάριθμους, Τουρκομάνους έποικους από τη Μικρά Ασία, κύρια Γιουρούκους και Κονιάριδες.
Στα μέσα του 16ου αιώνα η περιοχή είχε υπαχθεί διοικητικά στην περιφέρεια (ορτά) Πουρνάρ νταγή και τότε παρατηρήθηκε η κάθοδος στην περιοχή και πολλών Βουλγάρων εργατών και αγροτών, που έρχονταν για να δουλέψουν στην υπηρεσία των Οθωμανών κατακτητών.
Από τα μέσα του 16ου αιώνα και μετά, έμποροι έρχονταν από τη Ραγούζα της Δαλματίας, τη Χίο, τη Βενετία, ακόμη και από την Αίγυπτο, έφθαναν μέχρι τις εκβολές του Στρυμόνα, έμεναν στην περιοχή μέχρι και δύο μήνες, για να πουλήσουν και ν’ αγοράσουν εμπορεύματα, όπως μας πληροφορεί ο Γάλλος βαρώνος Pierre Belon du Mans.
Τότε, ασφαλώς ιδρύθηκε, πάνω σε νησάκι που σχημάτισε στις εκβολές του ο ποταμός Στρυμόνας, η βενετική πόλη Κοντέσσα ή Ορφανό (εδώ εννοείται το παλιό Ορφανό κι όχι το σημερινό Ορφάνι). Η μακρά περίοδος της Τουρκοκρατίας υπήρξε για την περιοχή ιδιαίτερα επώδυνη.
Οι εξισλαμισμοί οδήγησαν μεγάλο μέρος των ελληνικών πληθυσμών στην θρησκευτική πρώτα και στη συνέχεια στην εθνική αφομοίωσή του από τους κατακτητές, μ’ εξαίρεση λίγες νησίδες Ελληνισμού, που μέσα από τις πιο αντίξοες συνθήκες κατόρθωσαν να διατηρήσουν τον Ελληνικό χαρακτήρα των κατοίκων τους.
Τέτοιες νησίδες ήταν τα ντόπια χωριά της επαρχίας Παγγαίου, η Νικήσιανη, η Μεσωρόπη, η Φτέρη, το Μυρτόφυτο (Ντρέζνα), η Καρυανή, το Ποδοχώρι κλπ. Η Καρυανή παρέμεινε στην σκοτεινή αυτή και μακραίωνη περίοδο ένα ελληνικό χωριό, στη γειτονιά του οποίου σημαντική πόλη και διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο της περιοχής υπήρξε το Πράβι, ενώ το Ορφανό (σημερινό Ορφάνι) έγινε ένας σημαντικός, οδικός κόμβος και το λιμάνι του Ορφανού ένα σημαντικό λιμάνι φόρτωσης των προϊόντων της περιοχής, (των περίφημων καπνών, του βαμβακιού της Πιερίας κοιλάδας και άλλων, αγροτικών προϊόντων, καυσόξυλων και οικοδομήσιμης ξυλείας, βλημάτων, που κατασκευάζονταν στο εργοστάσιο που οι Οθωμανοί διατηρούσαν στο Πράβι μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα και που τον σίδηρο έπαιρναν από το Σύμβολο όρος, εξ ου και το όνομα του χωριού Σιδηροχώρι κλπ.) Από το λιμάνι αυτό η Πύλη παίρνει σε είδος και την δεκάτη, τον φόρο δηλαδή των ραγιάδων από ολόκληρη την περιοχή, των Σερρών συμπεριλαμβανομένων.
Επίσης εδώ αξίζει να μνημονεύσουμε και το μετόχι του Αγίου Ιωάννη, που η Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους διατηρούσε στην περιοχή του Ορφανίου.
Για την ενδιαφέρουσα ιστορία του Ορφανού επιφυλάσσομαι να μιλήσω στο Γ’ συνέδριο τοπικής ιστορίας του Δήμου Παγγαίου, που θα διεξαχθεί τον προσεχή Οκτώβριο.
Εκείνο απλώς που περιορίζομαι να πω εδώ είναι ότι το Ορφάνι και η Κάρυανη και όλη η γύρω περιοχή δεν χρωστούσαν την ευημερία τους, στους τελευταίους αιώνες της Οθωμανικής κυριαρχίας, μόνο στο ότι βρίσκονταν κοντά στη βασική, οδική αρτηρία που οδηγούσε από τη Θεσσαλονίκη στην Κωνσταντινούπολη.
Την χρωστούσαν και στο ότι το λιμάνι του Ορφανού ήταν ένα σημαντικό λιμάνι, που επί σειρά αιώνων διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην εξαγωγή των προϊόντων της περιοχής και στην εισαγωγή εμπορευμάτων από άλλους τόπους.
Αναφερόμενος στη συνέχεια στην εκκλησιαστική κατάσταση της Κάρυανης, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, πρέπει να σημειώσω τα εξής σκόρπια στοιχεία: Η περιοχή από τη Μεσωρόπη και πέρα, μέχρι το Ορφάνι και την Καρυανή, από τις αρχές του 13ου αιώνα, που έχουμε σχετικές πληροφορίες, ανήκε στην πνευματική δικαιοδοσία του Μητροπολίτη Φιλίππων και όχι σ’ αυτήν του επισκόπου Ελευθερουπόλεως, υπό τον οποίο υπάγεται, για πρώτη φορά,το 1864.
Τούτο προκύπτει: α) από την επιστολή του πάπα Ιννοκέντιου Γ’ προς τον λατίνο Αρχιεπίσκοπο Φιλίππων Γουλιέλμο, όπου περιγράφονταν τα χωριά που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του, στα οποία περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων και το Ορφανό και η Καρυανή και β) από σιγίλλιο του έτους 1618 του Πατριάρχη Τιμόθεου Β’, με το οποίο ενώνονταν πάλι με τη Μητρόπολη Φιλίππων τα πατριαρχικά χωριά, «τον τε Στρυμόνα ποταμόν, την Αμφίπολιν, ήτοι το Μαρμάριον, την Χρυσούπολιν, ήτοι το Ορφάνιον, την Καρίανην, την Μπομπλίανην, το Νεοχώριον, την Ποδογώριανην και το Βοσορόμου.
Πριν το 1618 τα χωριά αυτά ανήκαν στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου, σχηματίζοντας την «πατριαρχική εξαρχία Ορφανίου», οπωσδήποτε πριν το έτος 1577, ενώ μετά την ένωσή τους με τη Μητρόπολη Φιλίππων το 1618 επανήλθαν στην εξαρχία που ανήκαν προηγούμενα, πιθανόν μετά το 1626.
Μετά το 1717 η εξαρχία Ορφανίου συγχωνεύεται με την εξαρχία Καβάλας και το 1721 αποδίδεται η τελευταία στον Μητροπολίτη Ξάνθης και Περιθεωρίου, υπό την πνευματική δικαιοδοσία του οποίου παρέμεινε, (όπως και τα χωριά της και, συνεπώς και η Καρυανή) μέχρι το 1924. (Αυτό το βεβαίωσε και ο Γ.Ν. Φιλιππίδης, όταν επισκέφθηκε τις εκκλησιαστικές περιφέρειες της περιοχής και το 1877 δημοσίευσε την περιγραφή των επαρχιών τους με τίτλο «περιήγησις των εν Μακεδονία επαρχιών Δράμας, Ζίχνης και Ελευθερουπόλεως». Το 1905 μάλιστα ο Γ. Χατζηκυριακού εκπλήττεται, όταν διαπιστώνει την περίεργη, εκκλησιαστική διαίρεση της περιοχής και σημειώνει στο έργο του «Σκέψεις και εντυπώσεις εκ περιοδείας ανά την Μακεδονίαν (1905-1906)»: «Η Μεσορόπη μετά των προηγουμένων, Κάριανης, Μπόμπλιανης και Ποδογόριανης, υπάγονται, κατά παράδοξον όλως τρόπον εκκλησιαστικής διαιρέσεως, εις την εκκλησιαστικήν επαρχίαν Ξάνθης, ήτις ούτω εισχωρεί και ενσφηνούται μεταξύ των κωμών της επαρχίας Ελευθερουπόλεως, σφετεριζομένη, ούτως ειπείν, τα δικαιώματα αυτής». Μια εκκλησιαστικής φύσεως αναφορά της Καρυανής έχουμε, τέλος, σ’ ένα έγγραφο που έστειλαν 28 κάτοικοι της Μεσωρόπης, 13 της Μπόμπλιανης, 30 της Ποδογοριανής και 34 της Κάρυανης προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, με το οποίο, επειδή είχαν παρουσιαστεί προβλήματα στις σχέσεις του τότε Μητροπολίτη Ξάνθης Διονυσίου Μπίστη (1861-1867) κι αυτός αναγκάστηκε να διαμένει στην Καβάλα, δήλωναν ότι «ημείς οι κατοικούντες την εξαρχίαν Καβάλας και των πέριξ χωρίων θέλομεν διατηρήσει τον αρχιερέα μας ή όντινα άλλον εκτός του Ξάνθης.
Επειδή όμως η παρούσα αποτελεί μικρή περίληψη μιας πολύ ευρύτερης εργασίας μου, υπό τον ίδιο τίτλο, περιορίζομαι να προσθέσω, στα ιστορικά στοιχεία που σχετίζονται με την Καρυανή, μόνο τα εξής: Στον κατάλογο των Μακεδονομάχων Δράμας και Καβάλας, που δημοσιεύθηκε στον «τιμητικό τόμο επί τω Ιωβηλαίω του σεβασμ. Μητροπολίτου Φ.Ν.Θ. Χρυσοστόμου», στην Καβάλα, το 1960, αναφέρεται ότι στη Καρυανή υπήρχε στη διάρκεια του μακεδονικού αγώνα επιτροπή, με γνωστά μέλη της τους Ελευθεριάδη και Στέργιο Καραγιώργη.
Στο σώμα του καπετάν Τσάρα, που έδρασε ως μακεδονομάχος στην περιοχή του Παγγαίου από το 1905, ανήκε ως μέλος της επιτροπής Καρυανής του σώματος κάποιος ονόματι Παγώνης.
Όταν ο Γ.Ν. Φιλιππίδης επισκέφθηκε τις εν Μακεδονία επαρχίες Δράμας, Ζίχνης και Ελευθερουπόλεως, περιέγραψε ως εξής την Καρυανή: «Η Καραγιάννη.
Η κώμη αύτη, πλησίον της οποίας οι Νορμανδοί κατεστράφησαν υπό των Βυζαντινών τω 1185 μ.Χ., κειμένη μεσημβρινώς και παρά τας υπωρείας του Παγγαίου εν καταφύτω θέσει, κατοικείται υπό 140 περίπου μωαμεθανικών οικογενειών και 160 χριστιανικών, διατηρουσών έν καλόν δημοτικόν σχολείον, μετά δύο τάξεων ελληνικών μαθημάτων». Σε κατάσταση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, αναφερόμενη στο γενικό προξενείο Σερρών, αναφέρεται ότι κατά τα έτη 1887-1889 η Καρυανή είχε δημοτικό σχολείο, επιδοτούμενο από το Υπουργείο με 10 φράγκα μηνιαία, ενώ το 1887 φέρεται να λειτουργούσε και παρθεναγωγείο.
Το ίδιο δημοτικό σχολείο της Καρυανής το 1896 είχε 1 δάσκαλο, 1 δασκάλα, 35 μαθητές κι έπαιρνε επιχορήγηση 1334 φράγκων κατ’ έτος, σύμφωνα με την ίδια κατάσταση που προανέφερα.
Το έτος 1886 ο Έλληνας ταγματάρχης του μηχανικού, Νικόλαος Θ. Σχινάς, περιόδευσε στην περιοχή μας και τις εντυπώσεις του περιέλαβε σε άρθρο του στο περιοδικό Μακεδονία (Μακεδονικά). Αναφέρει λοιπόν ο εν λόγω στρατιωτικός ότι «προς επιτήρησιν της παραλίας, από το λιμάνι του Τσιάγιαζι μέχρι το ρωσικό μετόχι του Αγίου Ανδρέα υπήρχαν φυλάκια στο Τσάγιαζι, δηλαδή στις εκβολές του Στρυμόνα, στο Ορφανό κλπ.» ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει ότι κατά το έτος της περιοδείας του η Καρυανή είχε 980 Έλληνες κατοίκους και μόνο 160 Οθωμανούς, ήτοι συνολικά 1.140 κατοίκους.
Το 1894 εκδόθηκε στη Λειψία της Γερμανίας ένα σύγγραμμα με τίτλο «η κατά το Πάγγαιον χώρα των Λακκοβηκίων, τοπογραφία, ήθη, έθιμα και γλώσσα», από τον Αστέριο Δ. Γούσιο, που ήταν τότε διευθυντής της αστικής σχολής Λακκοβηκίων.
Ενώ το βιβλίο δεν αναφέρεται στην Καρυανή, το Ορφάνι κλπ., γιατί δεν ήταν γειτονικά προς τα Λακκοβίκια χωριά, έχει ενδιαφέρον ότι στον κατάλογο φιλομούσων συνδρομητών του περιλήφθηκαν από την Καρυανή οι εξής: Αιδεσιμότατος Χρύσανθος αρχιμανδρίτης, Σωκράτης Στέργιογλους, Παγώνης Χατζηκυριάκου, Χρ. Οικονομίδης, Αργυρή Π. Αποστόλου, Χρ. Μαρίου και Γεώργιος Γκίκας.
Ανέφερα πιο μπροστά το όνομα του Γεωργίου Χατζηκυριάκου, Έλληνα που περιηγήθηκε την υπόδουλη, ακόμη τότε, Μακεδονία στα 1905-1906.
Αυτός λοιπόν επισκέφθηκε την Καρυανή και την περιέγραψε ως εξής: «παρακάμπτων την παρά τη ακτή Γαληψόν και καταλείπων προς τα κάτω και αριστερά τον όρμον της Ηιόνος άρχομαι αναβαίνων και πάλιν επί του Πιερικού όρους επί της αντιθέτου αυτού κλιτύος και μετά ώρας άνοδον εισέρχομαι εις την κώμην Κάριανην, εις ύψος και εν απόπτω κειμένην.
Και η κώμη αύτη Κάριανη αποτελεί ουκ ευκαταφρόνητον Ελληνικήν Ορθόδοξον κοινότητα, συνοικουμένων υπό ευαρίθμων οθωμανικών οικογενειών.
Και εν αυτή η εκκλησία μετά του παρακειμένου αρρεναγωγείου, παλαιού και ευρυχώρου κτιρίου, διαπλάσσουσιν την Ελληνορθόδοξον αυτής ψυχήν.
Δια φιλοτίμου προσπαθείας οφείλει να επιμεληθή πλειότερον των σχολείων της, επισκευάζουσα το αρρεναγωγείον της και κτίζουσα παρθεναγωγείον, ού παντελώς σχεδόν στερείται». Είναι περίεργο αυτό που λέει ο Χατζηκυριάκου, ότι η Καρυανή δεν είχε παρθεναγωγείο στα 1905-1906, αφού είχε ελληνικό σχολείο (αρρεναγωγείο) ήδη από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, στα 1902 δε, είχε πια όχι μόνο δημοτικό ή αστικό σχολείο (αρρεναγωγείο) με 1 δάσκαλο και 33 μαθητές, αλλά, πλέον κι ένα παρθεναγωγείο, με 1 δασκάλα και 18 μαθήτριες, ενώ παράλληλα, το Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, του έτους 1888, αναφέρει την ύπαρξη παρθεναγωγείου ήδη από το έτος 1887 στην Καρυανή! Ο Ανδρέας Αρβανίτης, γιατρός, επισκεφθείς την περιοχή, εξέδωσε το 1909 στην Αθήνα το έργο του «η Μακεδονία εικογραφημένη», στο οποίο δεν περιέγραψε μεν την Καρυανή, περιορισθείς να περιγράψει το Όρφανον, αναφέρει όμως ότι «αι παρά το χωρίον τούτο αλυκαί παράγουσιν άφθονον άλας» (εξ ου η λέξη Τούζλα, από την τουρκική λέξη τούζ, που σημαίνει αλάτι). Τον Ιούλιο του 1912, ο Γάλλος αρχαιολόγος CHARLES PICARD, σε περιηγητικό κείμενο, που συνέγραψε, με τίτλο: «ΜΙΑ ΝΕΚΡΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» και το οποίο αναφερόταν στο Ορφανό (Οσημερινό Ορφάνι του Δήμου Παγγαίου), περιέγραψε ότι το θέρος του 1911 ξεκίνησε, με βάρκα, από την Καβάλα και αφού πέρασε από το ρωσικό μσετόχι του Νουζλά (στο κείμενο, εσφαλμένα γράφηκε Tuzla), πορεύθηκε κατά μήκος της ακτής της Φτέρης, έφθασε στις θερμές πηγές των Ελευθερών, όπου και κατέλυσε και την επόμενη ημέρα έφθασε στην Καρυανή, την οποία περιέγραψε ως «ένα φτωχό κι ανθυγιεινό χωριό, με θλιβερή όψη, στο οποίο βρίσκω και παίρνω, με μεγάλη δυσκολία και με τη μεσολάβηση του ιππέα της ακολουθίας μας, λίγα τρόφιμα, ένα ποτήρι υφάλμυρο νερό, έναν οδηγό.
Μας κοιτάζουν με δυσπιστία, εξ αιτίας της προστασίας που μας παρέχουν οι τουρκικές Αρχές.
Εδώ η επανάσταση διατηρείται με κόπο, (κρυφά), από τα κόμματα της Μακεδονίας.
Φτώχεια, αμήχανη σιωπή, μια αδράνεια γεμάτη κινδύνους». Ο Τρύφων Ευαγγελίδης, καθηγητής του εν Βόλω Γυμνασίου, περιηγούμενος την περιοχή, εξέδωσε το 1913 στην Αθήνα ένα βιβλίο με τίτλο «ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ» στο οποίο περιγράφει ότι «… εντεύθεν ο ταξιδιώτης ή προχωρεί μέχρι του στομίου του Στρυμόνος, δια της οδού της δια του χωρίου Ορφάνου (κάτ. 500, εξ ων 100 Τούρκοι) διερχομένης και καταλείπων προς τα ΒΔ. τον όρμον της Ηιόνος, αναβαίνει πάλιν επί του Πιερικού όρους επί της αντιθέτου αυτού κλιτύος … Και κατά μεν την πρώτην περίπτωσιν επισκέπτεται τα ερείπια της αρχαίας Ηιόνος ….. κατά δε την δευτέραν περίπτωσιν ανερχόμενος το όρος μετά ώρας άνοδον, εισέρχεται εις την κώμην Κάριανην, εν απόπτω κειμένην (κάτ. 900 μετά τινων Τούρκων). Εκ Κάριανης οδοιπορών επί γραφικωτάτης λοφοσειράς φθάνει ο ταξιδιώτης μετά ώραν της την κώμην Μπόμπλιανην κλπ. Ο Μιχαήλ Χουλιαράκης, στο έργο του «Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971», τόμος Β’, έκδοση Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα,1975», αναφέρει ότι το έτος 1913 η Κάριανη, υπαγόμενη στην υποδιοίκηση Πραβίου, είχε 635 κατοίκους. Η Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού στρατού, στους στατιστικούς πίνακες του πληθυσμού και της εθνικότητας των νομών Σερρών, Δράμας και Καβάλας που εξέδωσε το έτος 1919 στην Αθήνα, ανέφερε ότι η Καρυανή είχε πριν τους Βαλκανικούς πολέμους 470 ΄Ελληνες κατοίκους, στους οποίους τον Αύγουστο του 1915 είχαν προστεθεί και 157 πρόσφυγες, επίσης Έλληνες.
Έτσι συνολικά είχε 627 κατοίκους, από τους οποίους οι 324 ήταν άνδρες και οι 323 γυναίκες.
Από τον Αύγουστο του 1916 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1918 οι Βούλγαροι, ως σύμμαχοι των Γερμανών, εισήλθαν και κατέλαβαν την Ανατολική Μακεδονία.
Την περιοχή μας κατέλαβε τότε η 10η βουλγαρική μεραρχία της άσπρης θάλασσας, όπως αποκαλούσαν οι Βούλγαροι το Αιγαίο.
Από τον Οκτώβριο του 1916 μέχρι τον Ιούνιο του 1917 στους Βουλγάρους προστέθηκε και η 58η τουρκική μεραρχία. το μικρό διάστημα της παραμονής των ανωτέρω, ο λαός μας έπαθε τα πάνδεινα από βούλγαρους και τούρκους φανατικούς, οι οποίοι επωφελήθηκαν από την ανώμαλη κατάσταση, προκειμένου να βγάλουν πάνω στους Έλληνες τα παλιά κι άσβεστα μίση τους.
Ποια ήταν αυτά; Μας τα διηγείται ανάγλυφα η επίσημη αναφορά, που απέστειλε στον τότε Έλληνα Υπουργό Εσωτερικών ο Τίτος Γιαλούρης, έπαρχος της Ελλάδος στην περιοχή, μετά τη λήξη του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, την ήττα των Γερμανών και των συμμάχων τους και την αποχώρηση των Βουλγάρων, από την οποία αναφορά σας διαβάζω ελάχιστα αποσπάσματα, που αφορούν και την τύχη της Καρυανής: Από την περιοχή του Παγγαίου μόνο εξορίστηκαν στη Βουλγαρία 2.250 άνθρωποι, από τους οποίους γύρισαν πίσω μόνο οι 900.
Ο πληθυσμός του Παγγαίου, από 14.000 ορθοδόξους έπεσε στις 7.000 – 8.000, εξ αιτίας των εκτελέσεων, των εξοριών και της αναγκαστικής μετανάστευσης. Στο Ορφάνι οι κατακτητές κατεδάφισαν 40 σπίτια κι άφησαν άστεγους 250 ανθρώπους. Στην Καρυανή κατεδάφισαν 120 σπίτια κι άφησαν άστεγους 595.
Οι κάτοικοι εξαφανίστηκαν.
Πολλοί πέθαναν από τη πείνα και τις κακουχίες, άλλοι δεν γύρισαν από την εξορία κι οι επιζήσαντες διασκορπίστηκαν.
Στην αναφορά υπάρχουν και οι προφορικές μαρτυρίες κάποιων που υπέφεραν τα πάνδεινα, συλληφθέντες, εξορισθέντες ή φυλακισθέντες από τους Βουλγάρους, αλλά η παράθεση των τρομερών καταγγελιών τους ξεφεύγει από τους στόχους αυτής της ομιλίας. Μια Διασυμμαχική Επιτροπή, εξ άλλου, που συστάθηκε μετά το 1918, για να ελέγξει τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που διαπράχθηκαν στην Ανατολική Μακεδονία, από τον βουλγαρικό στρατό, στις αναφορές κι έρευνες που διεξήγαγε κι οι οποίες εκδόθηκαν στη Γαλλία, αλλά και στο Λονδίνο, το 1919, περιγράφει, με τα πιο μελανά χρώματα, όσα υπέστη η Καρυανή από τους Βούλγαρους κατακτητές.
Οι τελευταίοι μπήκαν στο χωριό, που είχε 646 κατοίκους, στις 6 Αυγούστου του 1916 κι έφυγαν στις αρχές του 1919, αφήνοντάς την μόνο με 146 κατοίκους, μια και είχαν πεθάνει 35 κάτοικοι, 263 είχαν μεταφερθεί ως όμηροι στη Βουλγαρία, από τους οποίους επέστρεψαν μόνο 62 κι οι υπόλοιποι εκπατρίσθηκαν.
Στην αναφορά της Διασυμμαχικής Επιτροπής αναφέρεται επίσης ότι καταστράφηκαν 146 οικίες, (έναντι 120 που είχε καταγράψει ο Γιαλούρης) και κλάπηκαν από τους Βουλγάρους 270 βοοειδή, 140 άλογα και μουλάρια, 100 όνοι, 2.000 πρόβατα και 30.000 κατσίκια.
Καταθέσεις στη Διασυμμαχική Επιτροπή έδωσαν τότε οι Καρυανιώτες Γεώργιος Αγγέλου, Δημήτριος Β. Καραμούτας, (όμηρος στη Δοβρουτσά με τους δυο γιους του), Παναγιώτης Ρόκκας, Αγάθων Θ. Βακαλόπουλος, Ανδρέας Παπαδόπουλος, Γεώργιος Α’ Παπαδόπουλος, Ιάκωβος Παπαδόπουλος και άλλοι, όπως και η τότε δασκάλα του χωριού, Σμαράγδα Ευγενίδου, που περιέγραψαν με τα μελανότερα χρώματα την πλήρη λεηλασία του χωριού από τους Βούλγαρους στρατιώτες, την αναγκαστική μετοίκηση, τις εξορίες, τους ξυλοδαρμούς και την ομηρεία των κατοίκων της.
Μετά μερικές δεκαετίες όμως οι Βούλγαροι ξαναγύρισαν στον τόπο μας.
Ήταν η περίοδος της τρίτης, βουλγαρικής κατοχής της ανατολικής Μακεδονίας, 1941-1943. Οι Βούλγαροι κατακτητές, και πάλι ακολουθώντας τους Γερμανούς, υπέβαλαν σε νέα, τεράστια δοκιμασία την Ανατολική Μακεδονία.
Από τους πολίτες που δεινοπάθησαν δεν εξαιρέθηκαν ούτε οι ιερείς.
Στο βιβλίο του με τίτλο «μάρτυρες κληρικοί Μακεδονίας – Θράκης, 1941-195» ο Αθανάσιος Παπαευγενίου περιγράφει όσα υπέστη ο ιερέας της Καρυανής Χριστόδουλος Δημανίδης, που είναι χαρακτηριστικά και ενδεικτικά όσων υπέστησαν κι όλοι οι υπόλοιποι συμπολίτες του: Τρεις ημέρες μετά την άφιξη των Βουλγάρων τον συνέλαβαν οι στρατιώτες, τον έγδυσαν κι ενώ ο αξιωματικός τους τον έδερνε, οι στρατιώτες του πατούσαν τα χέρια και τον έδερναν σ’ όλο το σώμα.
Αυτό επαναλήφθηκε τέσσερις φορές και σ’ ελεεινή κατάσταση τον πέταξαν στο δρόμο, από όπου τον μάζεψε η γυναίκα του και η κόρη του.
Παρέμεινε στο κρεβάτι για δυο μήνες, αλλά 15 μέρες μετά την ανάρρωσή του τον συνέλαβαν και πάλι και τον οδήγησαν στο Οφρύνιο.
Οι πληγές από τον ξυλοδαρμό του υπήρχαν ακόμη. Στο Οφρύνιο τον έκλεισαν σ’ ένα στάβλο και του απήγγειλαν κατηγορία, ότι είπε δήθεν στους Έλληνες κατοίκους της Καρυανής να μη παραδώσουν τα όπλα τους, αλλά να τα κρύψουν, για να τα χρησιμοποιήσουν κατά των Βουλγάρων.
Στη συνέχεια, τον διέταξαν να φύγει στην ελεύθερη Ελλάδα.
Πράγματι, ο ιερέας αναχώρησε, στον Στρυμόνα όμως οι Βούλγαροι του αφαίρεσαν τα χρήματά του και τα ζώα του.
Πέρασε τον Στρυμόνα κι εγκαταστάθηκε στα παλιά Κερδύλλια, όπου όμως είχε την ατυχία, λίγο αργότερα, να χάσει δύο γιους του, όταν οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό κι εξόντωσαν τους άρρενες κατοίκους του! Σαν ένα σπασμένο τζάμι, σαν ένα παζλ που θα λέγαμε σήμερα, η ιστορία χρειάζεται υπομονή κι αγάπη, προκειμένου να συγκεντρωθούν τα μικρά - μικρά κομμάτια που την συγκροτούν και να δημιουργήσουν ένα σύνολο, τη ζωή και τον πολιτισμό ενός λαού.
Θέλω να ελπίζω ότι, μ’ αυτή τη μικρή προσπάθεια, συνεισέφερα κι εγώ όσο μπορούσα στη συγκρότηση του παζλ της ιστορίας του ιστορικού αυτού χωριού του Δήμου Παγγαίου, αφήνοντας απ’ έξω βέβαια τον 20ό αιώνα, παρόλο που μέσα σ’ αυτόν ανήκουν δύο μεγάλα κομμάτια της σημερινής Καρυανής, που τα’ αγαπώ ιδιαίτερα: Πρόκειται για τους Σαρακατσάνους κατοίκους της και για τους πρόσφυγες από την Ηρακλείτσα της Ανατολικής Θράκης, η εγκατάσταση των οποίων αποτελεί, προφανώς, θέμα μιας ξεχωριστής έρευνας. ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΩ, ΒΛΕΠΕΤΕ: 1η και 2η: Την θέα από την παλιά Καρυανή προς τα ανατολικά και δυτικά. 3η έως 9η. Τον ερειπωμένο, Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου. (Οι ναοί του Αγίου Αθανασίου στους οικισμούς των γηγενών Μακεδόνων, ήταν συνήθως κοιμητηριακοί). 10η και 11η: Ίχνη των νεότερων κατοικιών του χωριού, (πριν την εγκατάλειψή του).
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους