"Γέλα, προσφυγοπούλα, ξέχνα τη συμφορά και στα παλιά λημέρια θα πάμε μια φορά,": Σαν σήμερα, 23 Μαίου 1942, πεθαίνει ο μεγάλος Παναγιώτης Τούντας, συνθέτης, στιχουργός, οργανοπαίκτης και μαέστρος...
"Γέλα, προσφυγοπούλα, ξέχνα τη συμφορά και στα παλιά λημέρια θα πάμε μια φορά,": Σαν σήμερα, 23 Μαίου 1942, πεθαίνει ο μεγάλος Παναγιώτης Τούντας, συνθέτης, στιχουργός, οργανοπαίκτης και μαέστρος, από τους πιο γνωστούς συνθέτες της Σμυρναίικης Σχολής, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του ρεμπέτικου.
Γεννήθηκε το 1886, από ευκατάστατη οικογένεια της Σμύρνης και σπούδασε μουσική απο μικρός.
Μετα την μικρασιατική καταστροφή, βρέθηκε στην Ελλάδα και έπαιζε σε διάφορα κέντρα σαν μαντολινίστας.
Το 1924, αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Ελληνικού παραρτήματος της Γερμανικής "ODEON" στην Αθήνα.
Μέχρι να κατασκευαστεί το εργοστάσιο δίσκων στην Ελλάδα, συνεργάζεται σχεδόν με όλες τις δισκογραφικές εταιρείες και διηύθυνε τις περισσότερες ηχογραφήσεις που γίνονταν στην χώρα.
Τον ίδιο χρόνο ηχογραφεί τη "Σμυρνιά" και γίνεται ο πρώτος Έλληνας λαϊκός συνθέτης που το όνομά του αναγράφεται σε ετικέτα δίσκου.
Από το 1931 και μετά τη λειτουργία του περίφημου εργοστασίου στη Ριζούπολη, γίνεται καλλιτεχνικός διευθυντής της Columbia και της His Master's Voice και παραμένει στη θέση αυτή μέχρι το 1940.
Τα τραγούδια που πέρασε στη δισκογραφία είναι γύρω στα 350.
Είναι από τους κορυφαίους δημιουργούς, με μεγάλη ποικιλία τραγουδιών, τόσο ως προς το μουσικό φάσμα όσο και ως προς το θεματικό περιεχόμενό τους.
Το διάστημα 1924 - 1934 καλύπτει μόνος του πάνω από το 50% της Ελληνικής δισκογραφίας! Στα τραγούδια του μεταφέρθηκαν πολλές παραδοσιακές μικρασιατικές μελωδίες.Έγραψε και πολλά πρωτότυπα κλασικά λαϊκά.
Σε πολλά τραγούδια έδειξε ενδιαφέρον για κοινωνικά πολιτικά θέματα της εποχής.
Το τραγούδι του ο "Εργάτης" είναι ένας ύμνος για την εργατική τάξη.
Έγραψε τραγούδια για περήφανα λαϊκά κορίτσια (''Δεν τα θέλω τα λεφτά σου''), όμορφες προσφυγοπούλες (''Αρμενίτσα'') ενω τόλμησε και κυκλοφόρησε την περιβόητη "Μπολσεβίκα"του-λέξη ταμπού και εξαιρετικά επικίνδυνη για την εποχή-που τραγούδησε η Ρόζα Εσκενάζυ.
Απο τα διασημότερα τραγούδια του ήταν το ''Δημητρούλα μου'', που η Εσκενάζυ τραγουδούσε μέχρι λίγο πριν το τέλος της και που η Χαρούλα Αλεξίου επανέφερε στο προσκήνιο στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Ο Τούντας μπήκε στο στόχαστρο της φασιστικής δικτατορίας του Μεταξά, όταν βγήκε το σατιρικό τραγούδι του με τίτλο "Βαρβάρα",το οποίο απαγορεύτηκε και χρησιμοποιήθηκε σαν πρόσχημα να επιβληθεί η Επιτροπή Λογοκρισίας, που φίμωσε το λαϊκό τραγούδι.
Φημολογείται πως η "Βαρβάρα" είναι δημιουργία του Γιοβάν Τσαούς και πως ο Τούντας ανέλαβε την ευθύνη ως πιο "ευυπόληπτος" πολίτης, μήπως γλιτώσουν την καταδίκη.
Το τραγούδι σατίριζε κάποια κοπέλα της "καλής κοινωνίας" της εποχής που είχε διάφορες νυχτερινές περιπέτειες στις ακρογιαλιές του Σαρωνικού.
Τα υπονοούμενα του τραγουδιού ("η Βαρβάρα κάθε βράδυ στη Γλυφάδα ξενυχτάει και ψαρεύει τα λαυράκια, κεφαλόπουλα μαυράκια..ένας κέφαλος βαρβάτος όμορφος και κοτσονάτος της Βαρβάρας το τσιμπάει το καλάμι της κουνάει..μα η Βαρβάρα δεν τα χάνει, τον αγγίστρωσε τον πιάνει..βρε Βαρβάρα μη γλιστρήσει και στη θάλασσα βουτήσει βάστα τον απ' το κεφάλι μη σου φύγει πίσω πάλι") θεωρήθηκαν από τους φασίστες του Μεταξά άκρως προσβλητικά για τη "δημόσια αιδώ"ενω υπήρξαν και φήμες ότι οι στίχοι σατίριζαν την ίδια την κόρη του Μεταξά. Ο Τούντας οδηγήθηκε σε δίκη, καταδικάστηκε σε βαριά χρηματική ποινή και οι χωροφύλακες έσπασαν όλους τους δίσκους με τη "Βαρβάρα" που κυκλοφορούσαν στα μαγαζιά.
Συνέχισε μέχρι το κλείσιμο των δισκογραφικών εταιρειών από τους ναζί κατακτητές το 1941.
Στην τελευταία αυτή περίοδο της δουλειάς του, θα συνεργαστεί με τους περισσότερους γνωστούς μουσικούς και τραγουδιστές.
Πέθανε 23 Μαίου 1942, μέσα στην κατοχή.
Πιθανή αιτία θανάτου του ήταν οι ρευματισμοί,που τότε δεν υπήρχε επαρκής αντιμετώπιση τους.
Ήταν 56 ετών.
Άφησε μεγάλη κληρονομιά και οι συνθέσεις του συνεχίζουν να αποδίδονται από νεορεμπέτικες κομπανίες, λαϊκά σχήματα και καλλιτέχνες του έντεχνου-λαϊκού,μέχρι σήμερα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους