Από τη μία έχεις την ανέμπνευστη υπερεργολαβία του Ελληνικού και τους "φίλους της Ριβιέρας" που θεωρούν, μέσα από ένα ιδιαίτερο και πολύ δικό τους μοντέλο μεταφυσικής συλλογιστικής, ότι το να ρίχνεις...
Από τη μία έχεις την ανέμπνευστη υπερεργολαβία του Ελληνικού και τους "φίλους της Ριβιέρας" που θεωρούν, μέσα από ένα ιδιαίτερο και πολύ δικό τους μοντέλο μεταφυσικής συλλογιστικής, ότι το να ρίχνεις μπετά μέχρι να φτάσεις στα 200 μέτρα είναι κάτι που από μόνο του κουβαλάει την "πρόοδο" και την "ανάπτυξη", και ότι αυτό τους έλειπε για να ξεβλαχέψουν.
Από την άλλη έχεις αυτούς που ότι και να δουν να χτίζεται λένε εμφατικά και απορριπτικά τη λέξη "τσιμέντο", ανάγοντας το πρόβλημα σε μια αίσθηση, σε ένα αισθητικό σύστημα στο οποίο το τσιμέντο είναι από μόνο του κάτι κακό, ανεξάρτητα από τη χρήση του.
Σαν το πρόβλημα να μην είναι η σχέση του δομημένου περιβάλλοντος με το αδόμητο, να μην είναι η σχέση και η αναλογία κτισμένου και άκτιστου, αλλά το ίδιο υλικό... Προφανώς, το τσιμέντο κυρίως λόγω της χημείας της παρακευής του, δεν είναι οικολογικό υλικό.
Όμως είναι ανθεκτικό, μακρόβιο και σε πολλές περιπτώσεις κατασκευαστικά αναντικατάστατο, σε τέτοιο βαθμό που αναγκαστικά αποδεχόμαστε το περιβαλλοντικό του αποτύπωμα γιατί έχουμε πολλαπλά άλλα οφέλη, ακόμα και περιβαλλοντικά σε κάποιες περιπτώσεις.
Βεβαίως, υπάρχουν περιβάλλοντα που το τσιμέντο δεν έχει θέση και δεν πρέπει να έχει, ωστόσο ας φανταστούμε πώς θα ήταν η Αθήνα αν οι πολυκατοικίες της είχαν την ίδια μορφή, την ίδια πυκνότητα, την ίδια μεταξύ τους σχέση, αλλά ήταν ξύλινες, ώστε να καίγονται πιο εύκολα, ή πέτρινες ώστε να πέφτουν στον πρώτο σεισμό.
Ζούμε σε πόλεις, και οι πόλεις χτίζονται με τσιμέντο, γιατί αυτό είναι το οικονομικό, το γρήγορο, το ανθεκτικό.
Στο τσιμέντο κατοικούμε, με τσιμέντο φτιάχνουμε γέφυρες, δρόμους, υποδομές για να μπορούν να μεταφέρονται αγαθά, καύσιμα, φάρμακα κλπ, φράγματα για να έχουμε ενέργεια και νερό, και δεν μας φταίει το τσιμέντο για την κατάχρηση και την κακοποίησή του που κάνουμε στην Ελλάδα.
Δεν μας φταίει το υλικό για το γεγονός ότι δεν σχεδιάζουμε την πόλη έτσι ώστε αυτή να υπάρχει να βιώνεται και να αναπτυύσσεται συμβιωτικά με το περιβάλλον.
Δεν μας φταίει το υλικό για το γεγονός ότι χτίσαμε διαλύοντας ότι προϋπήρχε, και αφού φτιάξαμε μια τεράστια φαβέλα που σκαρφαλώνει στα βουνά, σήμερα πηγαίνουμε και ρίχνουμε μπετά δίπλα και πάνω στη θάλασσα, δεκάδες αν όχι εκατοντάδες κυβικά σκυροδέματος, για να θεμελιώσουμε και να υψώσουμε κατασκευές διακοσίων μέτρων που δεν έχουν απολύτως τίποτα το κοινωφελές.
Αν θέλουμε να πούμε κάτι ουσιαστικό εδώ, ας αφήσουμε στην άκρη τα κλισέ και τις προσωπικές αισθητικές κρίσεις, και ας πούμε απλά ότι αυτό είναι μια τεράστια και χυδαία υπερβολή, μια κατάχρηση, όχι γιατί γίνεται από τσιμέντο, αλλά πρώτον απλά γιατί γίνεται και δεύτερον γιατί μας παρουσιάζεται σαν κάτι σπουδαίο, αναγκαίο, και το χυδαιότερο ως "πράσινο", "οικολογικό" κλπ... Ας ρωτήσουμε, και ας ρωτήσετε εσείς οι δημοσιογράφοι, αυτούς που υπέγραψαν το έργο και αυτούς που προσφάτως διαφήμιζαν κατά τη θεμελίωση του Πύργου ως σπουδαίο επίτευγμα τη "μεγαλύτερη συνεχή έγχυση σκυροδέματος στην ιστορία της Ελλάδας", τί το οικολογικό υπάρχει στο να ρίχνει κανείς 60 με 80 χιλιάδες κυβικά σκυροδέματος, το οποίο απαιτεί οι μπετονιέρες να κάνουν γύρω στα 10.000 δρομολόγια.
Ρωτήστε, τους συναδέλφους μου που έλεγαν για τον "πρώτο πράσινο ουρανοξύστη", να σας απαντήσουν στα πόσα χρόνια το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, οι εκπομπές διοξειδίου κλπ ισοφαρίζονται από το γεγονός ότι θα φυτευτούν τα μπαλκόνα.
Το πρόβλημα δεν είναι γενικά κι άοριστα το τσιμέντο και η "τσιμεντοποίηση", δεν είναι καν ο ουρανοξύστης.
Είναι η απουσία σχεδιασμού, η απουσία του οτιδήποτε κοινωφελούς, είναι όχι μόνο η απουσία κρατικού ελέγχου αλλά οι κρατικές και κομματικές πλάτες, είναι τελικά ότι το αναγκαίο υποβιβάζεται καθολικά και διαχρονικά και επικρατεί το περιττό και το τυχαίο, και μάλιστα με το να μας παρουσιάζεται ως "σπουδαίο", "οικολογικό" και πάνω από όλα "Ελληνικό"... ή πιο σωστά Ελληνικό, χωρίς εισαγωγικά, γιατί τελικά όλο αυτό πράγματι είναι εντελώς Ελληνικό!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους