Ο ανέγγιχτος έρωτας είναι ίσως ο πιο μετέωρος από όλους. Γιατί δεν εκτονώνεται ποτέ πραγματικά μέσα στο σώμα. Μένει εκεί, μισάνοιχτος, σαν πυρετός που δεν πέφτει. Ένα Εγώ που ουρλιάζει σιωπηλά τη...
Ο ανέγγιχτος έρωτας είναι ίσως ο πιο μετέωρος από όλους. Γιατί δεν εκτονώνεται ποτέ πραγματικά μέσα στο σώμα.
Μένει εκεί, μισάνοιχτος, σαν πυρετός που δεν πέφτει. Ένα Εγώ που ουρλιάζει σιωπηλά τη δικαίωση του.
Είναι το σώμα που διψά αλλά καλείται να σεβαστεί το ανεπίτρεπτο.
Τα χέρια που γνωρίζουν πως δεν πρέπει να αγγίξουν.
Το βλέμμα που μένει λίγο παραπάνω απ’ όσο επιτρέπεται.
Η σιωπή δύο ανθρώπων που αισθάνονται τα πάντα χωρίς να μπορούν να τα ζήσουν ολοκληρωμένα, σχεδόν καταδικασμένοι σε μια "ατέλεστη τελειότητα". Και τότε το σώμα μαθαίνει μια άλλη μορφή επιθυμίας: όχι εκείνη της κατάκτησης αλλά της συγκράτησης.
Της τρυφερής αυτοσυγκράτησης απέναντι σε κάτι που θα μπορούσε να γίνει καταστροφή.
Ίσως γι’ αυτό ο ανέγγιχτος έρωτας συγκινεί τόσο βαθιά.
Γιατί δεν θρηνεί αυτό που χάθηκε αλλά αυτό που δεν επιτράπηκε ποτέ να υπάρξει ως απόλυτα ολόκληρο-όπως ίσως και η ίδια η ζωή μας.
Κι όμως μέσα σ’ αυτή τη στέρηση κρύβεται συχνά μια παράξενη μορφή αγάπης.
Το να ποθείς κάποιον τόσο πολύ και παρ’ όλα αυτά να προστατεύεις τη ζωή του, τα όριά του, τις συνέπειες, τη σιωπή του.
Σαν το σώμα να ψιθυρίζει: «Θα μπορούσα να σε καταστρέψω από επιθυμία.
Μα επιλέγω να σε αγαπήσω με τρόπους που δεν σε πληγώνουν.» Και ίσως σε μια εποχή κατανάλωσης του Άλλου, αυτό να αποτελεί μια σπάνια αγαπητική αρετή.
Γιατί ζούμε σε έναν κόσμο που εκπαιδεύει συνεχώς τους ανθρώπους να αποκτούν, να χρησιμοποιούν, να καταναλώνουν, να εξαντλούν, να βαριούνται γρήγορα, να προχωρούν στον επόμενο, αναζητώντας την επόμενη δόση ντοπαμίνης. Ο Άλλος συχνά δεν βιώνεται πια ως μυστήριο αλλά ως εμπειρία προς κατανάλωση.
Ως σώμα διαθέσιμο.
Ως επιβεβαίωση.
Ως στιγμιαία ανακούφιση της μοναξιάς ή του κενού.
Και μέσα σ’ αυτή τη βιαστική κουλτούρα της επιθυμίας, το να μπορεί κανείς να ποθεί βαθιά χωρίς να αρπάζει, χωρίς να εισβάλλει, χωρίς να καταστρέφει, ίσως είναι μια από τις τελευταίες μορφές τρυφερότητας που απέμειναν.
Γιατί ο ανέγγιχτος έρωτας δεν λέει «Σε θέλω άρα μου ανήκεις.» αλλά «Σε θέλω τόσο πολύ που αρνούμαι να σε μετατρέψω σε αντικείμενο της ανάγκης μου.» Σαν ένας έρωτας δίχως την πιστοποίηση της αφής.
Ένας έρωτας που καλείται να εμπιστευτεί μονάχα την καρδιά - χωρίς τα δάχτυλα «ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων». Να πιστέψει στην αλήθεια της παρουσίας χωρίς να τη βεβαιώσει με την κατοχή του σώματος.
Σ’ έναν κόσμο που μας μαθαίνει «επιθυμώ, άρα υπάρχω», ένας τέτοιος έρωτας είναι σχεδόν πράξη αντίστασης.
Γιατί αρνείται να μετατρέψει την επιθυμία σε κατανάλωση.
Αρνείται να συγχέει την αγάπη με την κατοχή, την οικειότητα με την εισβολή, τη λαχτάρα με το δικαίωμα πάνω στο σώμα του Άλλου.
Είναι ένας έρωτας που αποδέχεται πως δεν μπορούν όλα όσα ποθούμε να μας ανήκουν.
Και παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να αγαπά.
Σαν μια σπάνια μορφή τρυφερότητας μέσα σε μια εποχή βιαστικής πείνας.
Σαν μια πίστη ότι η αλήθεια ενός αισθήματος δεν αποδεικνύεται πάντα με την αφή.
Ίσως τελικά ένας τέτοιος έρωτας να είναι μια σπάνια μαθητεία ταπεινότητας.
Η οδυνηρή αλλά βαθιά ανθρώπινη αποδοχή πως ο Άλλος δεν είναι προέκταση της ανάγκης μας αλλά ένα μυστήριο ελεύθερο, ανεξάρτητο και ανήκει πρώτα απ’ όλα στον εαυτό του.
Και ίσως γι’ αυτό ο ανέγγιχτος έρωτας, όσο κι αν πονά, διασώζει ακόμη κάτι ιερό μέσα στην επιθυμία: την ικανότητα να ποθείς χωρίς να καταστρέφεις.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους