[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Пасίθυγα Όταν γνωριστήκαμε με τη Μαρίνα και ερωτευτήκαμε, η Μυρτώ ήταν μόλις έξι χρονών. Μεγαλωμένη χωρίς πατέρα, διψούσε τόσο για αγάπη, που ποτέ δεν υπήρξε πρόβλημα στην προσαρμογή μας. Ζούσαμε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Пасίθυγα Όταν γνωριστήκαμε με τη Μαρίνα και ερωτευτήκαμε, η Μυρτώ ήταν μόλις έξι χρονών.

Μεγαλωμένη χωρίς πατέρα, διψούσε τόσο για αγάπη, που ποτέ δεν υπήρξε πρόβλημα στην προσαρμογή μας.

Ζούσαμε αρμονικά, σαν μια δεμένη οικογένεια, μέχρι που ήρθε εκείνη – η εφηβεία! «Δεν είσαι ο πατέρας μου!» φώναξε μια μέρα η Μυρτώ.

Και πώς να μην είμαι πατέρας σου; Ποιος, αν όχι εγώ, άκουγε όλα σου τα παράπονα για τους συμμαθητές και μιλούσε υπέρ σου στους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων στο σχολείο; Ποιος έκρυβε τα τελευταία σοκολατάκια στο σπίτι για να τα προσφέρει όταν ήσουν στεναχωρημένη; Ποιος μοιράστηκε μαζί σου το μυστικό όταν πήρες τη μικρή κούκλα της κακιάς Αφροδίτης από τη διπλανή γειτονιά; Και ποιος, μες στη νύχτα, κυκλοφορούσε μες στα στενά της Καλλιθέας, κρύβοντας την κούκλα στη ζακέτα για να την αφήσει σιωπηλά στα θάμνα, ώστε να νομίζει πως έτσι έγινε; Επιπλέον, νομίζω πως είχαμε χρόνια πριν συμφωνήσει πως όταν λες κάτι, κρατάς το λόγο σου — αν από μικρή με λες «μπαμπά», γιατί τώρα ξαφνικά έγινα «όχι πατέρας»; Τα λόγια της πασίθυγης, την οποία πάντα θεωρούσα κόρη μου, με πλήγωσαν βαθιά, όμως δεν το έδειξα.

Πρώτον, γιατί είμαι άντρας.

Δεύτερον, κανένα παράπονο προς τη Μυρτώ δε θα έλυνε το πρόβλημα, το αντίθετο. «Δεκτό το επιχείρημα», χαιρέτησα δίνοντας τρόπον τινά στρατιωτικό χαιρετισμό. «Ας συζητήσουμε λοιπόν τις νέες μας σχέσεις.

Τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του “όχι πατέρα” και της “όχι κόρης”». Η καρδιά μου πονούσε με αυτά τα λόγια, μα ήξερα πως έπρεπε να της δώσω ελευθερία, μέσα σε λογικά πλαίσια, ορισμένα από την ίδια.

Όμως ακόμη κι εκεί με ξάφνιασε λέγοντας «Δεν θέλω» κι έκλεισε απότομα την πόρτα κατάμουτρα.

Αυτό δεν της είχε ξανασυμβεί, ούτε μικρή.

Συνήθως περιέγραφε με σαφήνεια τι ήθελε, κι έπειτα συζητούσαμε αν μπορεί να γίνει πράξη.

Αν, για παράδειγμα, ήταν αδιανόητο να πηδήξει από την ταράτσα της αποθήκης για να πετάξει, της εξηγούσα το γιατί, ίσως και με βοηθητικές εικόνες από το διαδίκτυο.

Όταν στην πρώτη δημοτικού ήθελε να παντρευτεί τον Γιάννη Παπαδόπουλο και να πάει να μείνει μαζί του, εγώ συμφώνησα αμέσως: «Μόλις ο νόμος το επιτρέπει, εγώ ο ίδιος θα μεταφέρω τα πράγματά σου»— και φυσικά άλλαξε γνώμη μετά από ένα μήνα.

Πάντα μιλούσαμε λογικά για τα στραβά και τις παρεξηγήσεις.

Τώρα όμως, απλά λέει «Δεν θέλω» και «δεν είσαι ο πατέρας μου». Παλαιότερα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει ακόμη και για το γιατί δεν τρώει ρυζόγαλο. «Δεν είναι ωραίο!», έλεγε. «Γιατί;» «Έχει λίγη ζάχαρη και πάνω πετάει πέτσα». Εύρεπε, λοιπόν, στη μητέρα της να φτιάξει άλλο γλυκό ή να της δώσει το ποθητό γλυκό του κουταλιού, που σύμφωνα με τη διαφήμιση, είχε αρκετή ζάχαρη και γνήσιο γάλα.

Στάθηκα για λίγο μπροστά από την πόρτα της, κοιτώντας το σχέδιο του ξύλου, προσπαθώντας να βρω απάντηση.

Τελικά, αναστέναξα και είπα μέσα μου, «Θα δείξει ο καιρός». Η Μαρίνα διαχειριζόταν ήρεμα την αλλαγή συμπεριφοράς.

Μου έλεγε ότι και η ίδια, όταν ήταν νέα, έκανε τον πατέρα της να χαίρεται κάθε φορά που έφευγε από το σπίτι, αρκεί να ήταν μακριά του.

Δε μου έκρυβε ότι όλα αυτά θα τελειώσουν όταν η καταιγίδα των ορμονών κοπάσει, όμως ο καθένας επιστρέφει από τη χώρα του «Δε θέλω και δεν είσαι πατέρας μου» σε άλλη ηλικία.

Εγώ άρχισα να νοσταλγώ τη Μυρτώ.

Δεν είχα με ποιον να δω μπάλα το βράδυ ή να γελάσω με τη φίλη της Μαρίνας, τη Ζωή, που άλλαζε χρώμα μαλλιών πιο συχνά από τον καιρό στην Αθήνα.

Σιγά σιγά η Μυρτώ άρχισε να βγαίνει από το καβούκι της, χωρίς να χάσει όμως την εφηβική της ορμή.

Οι στιγμές που ήταν όπως παλιά αποτελούσαν για μένα μικρές γιορτές. «Κορίτσια, πάμε το Σαββατοκύριακο εκδρομή στη φύση;» πρότεινα ενθουσιασμένος. «Ο καιρός θα είναι καλός, θα πάρουμε καλάμια, σκηνές...» «Να πάμε, Μυρτώ;» ενθουσιάστηκε η Μαρίνα. «Εγώ μαζί σας; Όχι βέβαια! Πηγαίντε μόνοι σας, ψαράδες μου!», και η πόρτα έκλεισε με πάταγο.

Λίγο μετά η Μυρτώ άρχισε να λείπει από το σπίτι.

Δεν γυρνούσε από το σχολείο, δεν απαντούσε στα μηνύματα.

Πήρα τηλέφωνο όλους τους φίλους της.

Απελπισμένος, πήγα πρώτα στον Πέτρο, έναν παιδικό της φίλο, που είχα καιρό να δω. «Δεν ξέρω πού είναι», απάντησε ξερά. «Μήπως ξέρεις κάποιον που μπορεί να είναι μαζί της;» «Μετά που με είπε βαρετό, δεν μιλιόμαστε… Ίσως είναι με τον Νίκο». «Ποιος είναι ο Νίκος;» «Από το άλλο τμήμα.

Αλλά… δεν θα σου αρέσει, με τι μπλέκει εκείνος.» «Ακόμα καλύτερα.

Πάμε να μου δείξεις πού μένει!» «Δεν έρχομαι…» «Πέτρο, μερικές φορές οι άνθρωποι έχουν ανάγκη βοήθεια ακόμα κι όταν δεν το δέχονται.

Και πίστευα ότι είσαι από τους δυνατούς». Σκεπτικός, ήρθε τελικά μαζί.

Φτάσαμε σε κάτι γκαράζ.

Η μουσική ακουγόταν μέχρι έξω. «Αν φοβάσαι, μείνε στο αυτοκίνητο», του είπα. «Δεν φοβάμαι!» Μερικά παιδιά και μια κοπέλα ήταν έξω, αλλά η Μυρτώ δεν ήταν εκεί.

Πλησίασα και φώναξα πιο δυνατά από τη μουσική: «Ψάχνω τη Μυρτώ.

Είναι εδώ;» «Μήπως ήρθες από τη “Γραμμή Αγνοουμένων”;» αστειεύτηκε κάποιος.

Τότε βγήκε η Μυρτώ. «Τι κάνεις εδώ;» «Ήρθα για σένα». «Δεν χρειάζομαι συνοδεία, ξέρω το δρόμο». «Για καλό και για κακό, να μη σε ψάχνω στα αστυνομικά τμήματα.

Έχουμε ταξί, πριγκίπισσα». Μπούρμπουρισε κι έκατσε στο πίσω κάθισμα, λέγοντας στον Πέτρο «Προδότης!». Από τότε, συχνά χανόταν.

Εγώ, με το πείσμα του γαϊδαριού, την έπαιρνα απ’ το στέκι της, ακούγοντας τα πειράγματα των αγοριών.

Μέχρι που μια βραδιά αρνήθηκε να ‘ρθει μαζί μου. «Τι θέλεις επιτέλους; Άσε με ήσυχη, είμαι μεγάλη!» «Πες το στη Βουλή», απάντησα. «Το Σύνταγμα ορίζει τα δικαιώματα των ανηλίκων». «Άντε από ‘κει!» «Να ξέρεις, δεν πρόκειται να φύγω αν δεν φύγουμε μαζί». «Μακάρι να μην είχες γνωρίσει ποτέ τη μαμά μου!», είπε μέσα στα δάκρυα, ανεβαίνοντας στο αμάξι.

Όλη τη διαδρομή τσούζαν τα μάτια μου.

Για πρώτη φορά σκέφτηκα να το βάλω κάτω—ποιος ήμουν εγώ να ανακατεύομαι στη ζωή της; Κανένας συγγενής, απλώς ο άντρας της μητέρας της.

Αλλά δεν μπορούσα να την αφήσω να πέσει χωρίς βοήθεια.

Λίγο μετά, άλλαξαν και στέκια.

Πλέον δεν ήξερα σε ποιο γκαράζ γυρνούσε. Ο Πέτρος, μετά από επιμονή μου, μου είπε μερικά άλλα σημεία, μα δεν τη βρήκα.

Έμπαινε σπίτι όταν ήθελε, συχνά μέσα στη νύχτα. Η Μαρίνα φαινόταν ήρεμη, μα δεν κοιμόταν μέχρι να ακούσει την πόρτα.

Κάναμε ότι κοιμόμαστε, μα χτυπούσε η καρδιά μας δυνατά μέχρι να ξαναδούμε το παιδί μας.

Ένα ξημέρωμα, χτύπησε το κινητό.

Ήταν ο Πέτρος: «Μου τηλεφώνησε η Μυρτώ, είναι σε ένα διαμέρισμα στη Λεωφόρο Συγγρού και δεν μπορεί να βγει». «Ξέρεις τον αριθμό;» «Όχι, αλλά μου το περιέγραψε.

Θα σε πάω». Η Μαρίνα με κοίταξε, τα χείλη της έτρεμαν από αγωνία. «Μη φοβάσαι! Θα γυρνάμε και φέρε μας λίγες τηγανίτες, σε παρακαλώ!» τη φίλησα στη μύτη, γεύτηκα τις αλμυρές σταγόνες δακρύων.

Με τον Πέτρο τρέξαμε στη Λεωφόρο μες στη νύχτα.

Οι δρόμοι ήσυχοι, εκτός από το κέντρο, όπου ακόμη κυκλοφορούσαν ταξί και διασκέδαζε η νεολαία.

Έβρισα, παραλίγο να πατήσω δύο τύπους που έπιναν μπίρες στη μέση.

Μπήκα στην πολυκατοικία όταν κάποιος έβγαινε.

Χτύπησα τα κουδούνια στους πιο ύποπτους ορόφους.

Σε έναν, μια γιαγιά που δεν κοιμόταν ποτέ, με ξεμονάχιασε για συζήτηση: «Έχουμε τρία περίεργα διαμερίσματα.

Όλο μπαινοβγαίνουν, δεν πάνε καλά αυτοί!». «Τι κάνουν δηλαδή;» «Ό,τι να ‘ναι!» Πήρα τις διευθύνσεις.

Στο πρώτο, ένας κλασικός τύπος μερακλής, με παρέα μια γυναίκα κι έναν έξυπνο λυκόσκυλο. Το… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences