[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΟΜΙΛΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΆΜΥΝΑΣ ΝΙΚΟΥ ΔΕΝΔΙΑ ΣΤΟ “6TH DELPHI FORUM WASHINGTON DC” Από την καινοτομία στην πραγματική αποτροπή. Η άμυνα δεν είναι μόνο τεχνολογία, είναι και άνθρωποι Ο Αμερικάνος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΟΜΙΛΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΆΜΥΝΑΣ ΝΙΚΟΥ ΔΕΝΔΙΑ ΣΤΟ “6TH DELPHI FORUM WASHINGTON DC” Από την καινοτομία στην πραγματική αποτροπή.

Η άμυνα δεν είναι μόνο τεχνολογία, είναι και άνθρωποι Ο Αμερικάνος Ναύαρχος και πρώην διοικητή των ΟΥΚ (Navy SEAL), William McRaven, στη διάσημη ομιλία του, υποστήριξε ότι, «αν θέλετε να αλλάξετε τον κόσμο, πρέπει να ξεκινάτε την ημέρα σας στρώνοντας το κρεβάτι σας». ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ Διαβάζοντας, την ομιλία του Υπουργού Εθνικής Αμύνης στους Δελφούς, παρατηρώ μια καθαρή προσπάθεια να παρουσιαστεί η Ελλάδα ως κράτος που αντιλαμβάνεται ότι ο πόλεμος αλλάζει μορφή, θέτοντας υψηλά στην ατζέντα και στο κέντρο της αμυντικής σκέψης συστήματα και τακτικές όπως, τα drones, τα αντι-drone συστήματα, ο κυβερνοχώρος, το διάστημα, η πληροφορία, η τεχνογνωσία και η εγχώρια αμυντική παραγωγή.

Το τραγελαφικό στην όλη ομιλία είναι ότι οι εξαγγελίες για καινοτομίες και νέα συστήματα γυρίζουν ως αυστραλιανό μπούμερανγκ εναντίον του Υπουργού, καθώς δεν αποτελούν σημερινή εξέλιξη των επιχειρήσεων αλλά έχουν παρουσιαστεί σε διάφορα στάδια και πεδία επιχειρήσεων τα τελευταία δέκα χρόνια, αποδεικνύοντας πανηγυρικά ότι απλά οι ΕΔ ακόμα και υπό την φωτισμένη ηγεσία του βρίσκονται αρκετά χρόνια πίσω.

Το θετικό είναι ότι αυτή η προσέγγιση απομακρύνει τη χώρα από το παλαιό μοντέλο της απλής αγοράς πλατφορμών και τη σπρώχνει προς την παραγωγή γνώσης, αισθητήρων, λογισμικού και δικτυωμένης ισχύος.

Το αρνητικό είναι ότι η ρητορική εμφανίζει συχνά την «Ατζέντα 2030» σχεδόν ως αφετηρία από το μηδέν, ενώ οι Ένοπλες Δυνάμεις είχαν ιστορικά κύκλους σχεδιασμού, εξοπλισμού και ανασυγκρότησης.

Η σωστή ανάγνωση, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι σήμερα επιχειρείται θεσμική εμβάθυνση και όχι παρθενογένεση.

Η άμυνα μιας χώρας δεν πρέπει να μετατρέπεται σε προσωπική ατζέντα κάποιου αλλά διαχρονική ατζέντα του Ελληνικού κράτους.

Συμφωνώ με τον πυρήνα της σκέψης του Δένδια ότι η Ελλάδα βρίσκεται μέσα σε μια ζώνη γεωπολιτικής συμπίεσης, πως θα μπορούσε άλλωστε υπάρξει κάποια διαφορετική προσέγγιση, καθώς μετά τα γεγονότα σε Ουκρανία, Μαύρη Θάλασσα, Μέση Ανατολή, Ιράν, Συρία, Λιβύη, Ανατολική Μεσόγειος, το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον είναι ηλίου φαεινότερον.

Το θετικό είναι ότι η ομιλία δεν περιορίζεται σε μια στενά τουρκοκεντρική ανάγνωση, αλλά εντάσσει την ελληνική άμυνα στο ευρύτερο περιβάλλον αστάθειας.

Το αρνητικό είναι ότι μια τέτοια διεύρυνση δεν πρέπει να οδηγήσει σε υποβάθμιση της κύριας άμεσης απειλής, δηλαδή της Τουρκίας. Η Ελλάδα ορθώς σκέφτεται παγκόσμια, αλλά οφείλει να σχεδιάζει πρώτα για το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, την Κύπρο και τη Θράκη.

Στα ελληνοτουρκικά, θεωρώ θετικό ότι αποφεύγεται ο πανικός και προβάλλεται η εικόνα μιας χώρας με αυτοπεποίθηση, συμμαχίες και στρατηγικό βάθος.

Όμως το αρνητικό είναι ότι η υπερβολική έμφαση στην καινοτομία μπορεί να κρύψει το σκληρό γεγονός ότι η Τουρκία έχει ήδη αναπτύξει μαζική αμυντική βιομηχανία, εμπειρία χρήσης UAV, πυραυλικά συστήματα, ναυπηγικά προγράμματα και κουλτούρα επιχειρησιακής προσαρμογής. Η Ελλάδα δεν αρκεί να εξαγγέλλει τεχνολογική μετάβαση, αλλά θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να παράγει, να συντηρεί, να εκπαιδεύει και να αναπληρώνει απώλειες σε συνθήκες πραγματικής σύγκρουσης.

Στο θέμα των drones, βλέπω θετικά ότι ο Υπουργός αντιλαμβάνεται τη στρατηγική ανατροπή που έφεραν τα φθηνά συστήματα έναντι πανάκριβων πλατφορμών, μάθημα το οποίο προήρθε καταρχήν από τον πόλεμο Ρωσίας και Ουκρανίας και διδάσκεται πλέον και στα δημοτικά σχολεία.

Το αρνητικό είναι ότι τα drones δεν πρέπει να περιγράφονται απλώς ως φθηνά «βλήματα», καθώς είναι αισθητήρες, πυρομαχικά, μέσα αναγνώρισης, εργαλεία διόρθωσης πυρών, decoys, πλατφόρμες ηλεκτρονικού πολέμου και μηχανισμοί κορεσμού.

Αν τα δούμε μονοδιάστατα, θα παράγουμε αριθμούς χωρίς δόγμα.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι εξαγγελίες για μαζική παραγωγή drones είναι εντυπωσιακές και, αν υλοποιηθούν, μπορούν να αλλάξουν την ελληνική αποτροπή.

Το θετικό είναι ότι για πρώτη φορά τίθεται δημόσια ο στόχος της ποσότητας, όχι μόνο της ποιότητας.

Το αρνητικό είναι ότι οι αριθμοί χωρίς βιομηχανική αλυσίδα είναι επικοινωνία, όχι ισχύς.

Χρειάζονται κινητήρες, οπτικά, θερμικές κάμερες, ασφαλείς επικοινωνίες, αντοχή σε παρεμβολές, λογισμικό, πυρομαχικά, αποθέματα, τεχνικοί, χειριστές και διαδικασίες ταχείας αντικατάστασης.

Η πολυδιαφημιζόμενη, «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι ίσως η πιο ορθή σύλληψη, γιατί μετακινεί τη συζήτηση από τα μεμονωμένα οπλικά συστήματα στην πολυεπίπεδη άμυνα: αντιπυραυλική, αντιαεροπορική, αντι-drone, αντιπλοϊκή, ανθυποβρυχιακή, κυβερνοχώρος και διάστημα.

Το θετικό είναι ότι αυτή η λογική απελευθερώνει αεροσκάφη και πλοία από παθητική άμυνα περιοχής.

Το αρνητικό είναι ότι ένα τέτοιο πλέγμα είναι εξαιρετικά απαιτητικό, ακριβό και δύσκολο στη διοίκηση, και αν δεν συνδεθεί με ενιαίο C4ISR, κοινή εικόνα πεδίου και πραγματική διακλαδικότητα, θα μείνει ωραίο σχήμα σε παρουσιάσεις.

Σε αυτό θα πρέπει να προστεθούν και τα τελευταία αποτελέσματα που είχε η αντίστοιχη ασπίδα του Ισραήλ (μια από τις καλύτερες και πιο ακριβές του κόσμου) που σε πολλές των περιπτώσεων ήταν ανίκανη να προστατεύσει τις υποδομές του κράτους.

Το θέμα δεν είναι να ξοδευτούν δισεκατομμύρια που ούτως η άλλως δεν τα έχουμε αλλά αυτά τελικά να έχουν κάποιο σοβαρό αποτέλεσμα.

Στο ζήτημα της ελληνογαλλικής αμυντικής συνεργασίας, αναγνωρίζω ως θετικό ότι ο Υπουργός μιλά για οικοσυστήματα και όχι απλώς για αγορά Rafale ή φρεγατών.

Αυτό δείχνει στροφή προς συν-ανάπτυξη, τεχνολογική συμμετοχή και βιομηχανικό αποτύπωμα.

Το αρνητικό είναι ότι η Ελλάδα έχει μακρά παράδοση εξοπλιστικών αγορών χωρίς επαρκή εγχώρια προστιθέμενη αξία.

Αν η νέα συνεργασία δεν δώσει πραγματικό έργο σε ελληνικές εταιρείες, πανεπιστήμια, τεχνικούς και εργοστάσια, τότε η «καινοτομία» θα παραμείνει εισαγόμενη.

Επίσης τεράστιο λάθος θεωρώ ότι είναι και η αγορά πολλών διαφορετικής παραγωγής συστημάτων (πχ έχουμε φρεγάτες από Ολλανδία, Γερμανία, Γαλλία) τα οποία ανήκουν σε διαφορετικούς κατασκευαστικούς φορείς και θα είναι αδύνατο να τα υποστηρίξουμε στο σωστό βαθμό ακόμα και σε καιρό επιχειρήσεων.

Στο διεθνές δίκαιο, θεωρώ θετικό ότι ο Υπουργός επιμένει πως η Ελλάδα είναι χώρα κανόνων, UNCLOS, ελευθερίας ναυσιπλοΐας και διεθνούς νομιμότητας.

Αυτό έχει άμεση αξία απέναντι στην Τουρκία και έμμεση αξία στα Στενά του Ορμούζ.

Το αρνητικό είναι ότι ο ίδιος σωστά παραδέχεται πως οι δεοντολογικές διακηρύξεις δεν αρκούν.

Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς συχνά προηγείται του δικαίου, το δίκαιο χωρίς αποτροπή γίνεται ευχή.

Άρα η Ελλάδα πρέπει να μιλά νομικά, αλλά να σκέφτεται επιχειρησιακά.

Στη σύγκρουση ΗΠΑ–Ισραήλ με Ιράν, η ελληνική θέση πρέπει να είναι προσεκτική.

Θετικό είναι ότι ο Υπουργός ξεκαθαρίζει πως η Ελλάδα δεν είναι εμπόλεμη, αλλά έχει συμμαχικές υποχρεώσεις, ναυτιλιακά συμφέροντα και ενεργειακή ευαισθησία.

Το αρνητικό είναι ότι η συμμετοχή σε αποστολές προστασίας θαλάσσιων οδών μπορεί εύκολα να μετατραπεί από αμυντική συνδρομή σε έκθεση σε περιφερειακή κλιμάκωση. Η Ελλάδα πρέπει να προστατεύει τη ναυσιπλοΐα, αλλά να μη γίνει πρόθυμος κρίκος σε πολέμους τρίτων.

Η επιχείρηση «ΑΣΠΙΔΕΣ» δείχνει ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργεί ως παραγωγός ασφάλειας.

Το θετικό είναι ότι ενισχύει την εικόνα της χώρας στην ΕΕ, στο ΝΑΤΟ και στη ναυτιλιακή κοινότητα.

Το αρνητικό είναι ότι ο ίδιος ο Υπουργός αναγνωρίζει το ευρωπαϊκό έλλειμμα ισχύος: πολλές δηλώσεις, λίγα πλοία.

Αν η Ευρώπη δεν μπορεί να διαθέσει επαρκή μέσα για την προστασία των δικών της εμπορικών ροών, τότε η ελληνική συμμετοχή αποκτά αξία, αλλά και δυσανάλογο βάρος για τις δικές μας διαθεσιμότητες.

Το πιο ευαίσθητο σημείο, κατά τη γνώμη μου, είναι το ανθρώπινο δυναμικό.

Δεν μπορώ να μιλώ για καινοτομία, drones, κυβερνοχώρο και δικτυοκεντρική μάχη, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνονται μαζικά έμπειρα στελέχη που έχουν επιχειρησιακή μνήμη, γνώση μονάδων, εμπειρία κρίσεων και πρακτική κατανόηση του Αιγαίου.

Το θετικό των αποστρατειών, όπου είναι αναγκαίες, είναι ότι μπορούν να ανοίξουν χώρο σε νεότερα στελέχη και νέες δεξιότητες.

Το αρνητικό είναι ότι αν γίνονται οριζόντια, βιαστικά ή με λογιστική λογική, αφαιρούν από το στράτευμα το ακριβότερο κεφάλαιο: την εμπειρία.

Σε πιθανή σύγκρουση με την Τουρκία, τα έμπειρα στελέχη δεν είναι πολυτέλεια.

Είναι πολλαπλασιαστές ισχύος.

Ξέρουν πώς λειτουργεί μια μονάδα όταν πιέζεται, πώς σπάνε οι διαδικασίες στην πράξη, πώς κινείται ο αντίπαλος, πώς διαβάζεται ένα νησιωτικό θέατρο επιχειρήσεων, πώς διατηρείται η ψυχραιμία όταν τα συστήματα κορεστούν.

Το θετικό της τεχνολογικής μετάβασης είναι ότι φέρνει νέες δυνατότητες.

Το αρνητικό είναι ότι χωρίς έμπειρους ανθρώπους, η τεχνολογία γίνεται άθροισμα συσκευών και όχι πολεμική ικανότητα. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Γι’ αυτό θεωρώ ότι η ομιλία του Υπουργού έχει σωστή στρατηγική κατεύθυνση, αλλά χρειάζεται πιο αυστηρή επιχειρησιακή γνώση. Η Ελλάδα πρέπει να καινοτομήσει, να παράγει, να δικτυωθεί, να αποκτήσει αντι-drone άμυνα και να ενισχύσει τη βιομηχανία της.

Ταυτόχρονα όμως πρέπει να αποφύγει την υπερβολή, την ιστορική αυτοδικαίωση και την υποτίμηση της ανθρώπινης εμπειρίας.

Η άμυνα δεν είναι μόνο πλατφόρμες, ούτε μόνο startups, ούτε μόνο εξαγγελίες.

Είναι συνέχεια, πειθαρχία, θεσμική μνήμη, παραγωγική βάση, εκπαιδευμένο προσωπικό και ικανότητα να αντέχεις την πρώτη εβδομάδα ενός πραγματικού πολέμου. ΑΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ Ο Αμερικάνος Ναύαρχος και πρώην διοικητή των ΟΥΚ (Navy SEAL), William McRaven, στη διάσημη ομιλία του, υποστήριξε ότι, «αν θέλετε να αλλάξετε τον κόσμο, πρέπει να ξεκινάτε την ημέρα σας στρώνοντας το κρεβάτι σας». Προτείνω λοιπόν στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης αν θέλει να αλλάξει τις Ένοπλες Δυνάμεις να αρχίσει από τα βασικά: ΘΗΤΕΙΑ Για να αντιμετωπιστεί πραγματικά το φαινόμενο των «βυσμάτων» στους φαντάρους, χρειάζεται πολιτική βούληση και πλήρης αλλαγή κουλτούρας.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αδικία, αλλά ότι υπονομεύεται η ίδια η αξιοπιστία της θητείας και τελικά η επιχειρησιακή ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων.

Όταν οι μάχιμες μονάδες, τα νησιά και ο Έβρος στελεχώνονται δυσανάλογα από όσους «δεν έχουν μέσο», ενώ άλλοι παραμένουν σε προνομιακές θέσεις, δημιουργείται αίσθημα αποσύνθεσης και άνισης κατανομής βαρών. Το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, αν θέλει πραγματική μεταρρύθμιση, πρέπει πρώτα να ψηφιοποιήσει πλήρως το σύστημα τοποθετήσεων και μεταθέσεων στρατευσίμων.

Κάθε τοποθέτηση πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια: ειδικότητα, κοινωνικά δεδομένα, επιχειρησιακές ανάγκες, οικογενειακή κατάσταση και υγειονομικές παραμέτρους.

Το σημαντικό είναι να υπάρχει διαφάνεια και δυνατότητα ελέγχου.

Όσο οι διαδικασίες μένουν αδιαφανείς, θα επιβιώνει η αντίληψη ότι οι γνωριμίες υπερισχύουν της ισονομίας.

Επιπλέον, πρέπει να περιοριστεί δραστικά η υπερσυγκέντρωση στρατιωτών σε επιτελεία, γραφεία, πολιτικές υπηρεσίες και άσχετες διοικητικές θέσεις στην Αθήνα και σε μεγάλα αστικά κέντρα.

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του ελληνικού στρατεύματος είναι ότι μεγάλο ποσοστό προσωπικού παραμένει εκτός πραγματικής επιχειρησιακής δομής.

Αυτό επιβαρύνει δυσανάλογα τις μονάδες πρώτης γραμμής, οι οποίες συχνά λειτουργούν με ελλείψεις.

Χρειάζεται επίσης αναδιοργάνωση της ίδιας της θητείας.

Αν ο στρατιώτης γνωρίζει ότι θα εκπαιδευτεί σοβαρά, θα αποκτήσει δεξιότητες, θα αξιοποιηθεί δίκαια και δεν θα λειτουργεί ως δωρεάν προσωπικό αγγαρειών, τότε μειώνεται και η κοινωνική πίεση για «βύσμα». Σήμερα πολλοί αναζητούν μέσο όχι μόνο για να αποφύγουν δυσκολίες, αλλά επειδή θεωρούν ότι το σύστημα είναι άδικο και αναποτελεσματικό.

Τέλος, πρέπει να δοθεί ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα ότι η θητεία αποτελεί στοιχείο εθνικής συνοχής και όχι ταξικής διαφοροποίησης.

Σε περίπτωση πραγματικής κρίσης με την Τουρκία, δεν θα πολεμήσουν μόνο όσοι υπηρέτησαν σε φυλάκια ή παραμεθόριο.

Η χώρα χρειάζεται εφεδρεία με στοιχειώδη εκπαίδευση, εμπειρία και αίσθηση δικαιοσύνης.

Όταν ο στρατός γίνεται συνώνυμο πελατειακών εξυπηρετήσεων, αποδυναμώνεται όχι μόνο επιχειρησιακά αλλά και κοινωνικά. ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ Στο ζήτημα των μεταθέσεων, Το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης πρέπει να συγκρουστεί με μια από τις πιο παλιές παθογένειες των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων: την έλλειψη σταθερού, αξιοκρατικού και επιχειρησιακά λογικού συστήματος στελέχωσης.

Σήμερα, σε πολλές περιπτώσεις, οι συνεχείς μεταθέσεις αποδυναμώνουν μονάδες, εξαντλούν οικονομικά και ψυχολογικά τα στελέχη και διαλύουν τη συσσωρευμένη εμπειρία.

Ένας αξιωματικός ή υπαξιωματικός που αλλάζει συνεχώς θέση και γεωγραφικό χώρο δύσκολα αποκτά βαθιά γνώση του επιχειρησιακού περιβάλλοντος, της μονάδας και του προσωπικού του.

Αν πραγματικά επιδιώκεται σύγχρονος στρατός, τότε χρειάζεται μεγαλύτερη μονιμότητα σε κρίσιμες μονάδες, ειδικά σε Αιγαίο, Έβρο, αεράμυνα, ειδικές δυνάμεις, ναυτικές και αεροπορικές μονάδες υψηλής ετοιμότητας.

Η εμπειρία στο ίδιο επιχειρησιακό περιβάλλον είναι πολλαπλασιαστής ισχύος.

Οι συνεχείς μετακινήσεις παράγουν διοικητική ανακύκλωση αντί για επιχειρησιακή εξειδίκευση.

Παράλληλα, πρέπει να υπάρξει πλήρης ψηφιοποίηση και διαφάνεια του συστήματος μεταθέσεων.

Όσο παραμένει η αίσθηση ότι υπάρχουν «ημέτεροι», πολιτικές παρεμβάσεις ή άνιση μεταχείριση, υπονομεύεται το ηθικό.

Η αξιοκρατία στις μεταθέσεις δεν είναι κοινωνικό αίτημα μόνο· είναι παράγοντας εθνικής ασφάλειας.

Ένα στέλεχος που αισθάνεται αδικημένο δύσκολα θα λειτουργήσει με υψηλό ηθικό σε περίοδο κρίσης.

Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη η δημογραφική και οικονομική πραγματικότητα.

Οι χαμηλοί μισθοί, το στεγαστικό πρόβλημα και το κόστος ζωής στα νησιά καθιστούν πολλές μεταθέσεις σχεδόν τιμωρητικές.

Αν το κράτος απαιτεί υψηλή ετοιμότητα, πρέπει να παρέχει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, στρατιωτικές κατοικίες, επιδόματα παραμεθορίου και ουσιαστική μέριμνα προσωπικού.

Αλλιώς, οι ΕΔ θα συνεχίσουν να χάνουν έμπειρα στελέχη είτε μέσω αποστρατειών είτε μέσω παραιτήσεων. Τέλος, Το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης πρέπει να καταλάβει ότι η τεχνολογική αναβάθμιση χωρίς σταθερό και έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό δεν αρκεί.

Τα drones, τα νέα δίκτυα μάχης και τα εξελιγμένα συστήματα απαιτούν προσωπικό με εξειδίκευση και συνέχεια.

Δεν μπορείς να δημιουργήσεις σύγχρονη στρατιωτική κουλτούρα όταν το προσωπικό αισθάνεται διαρκώς προσωρινό, μετακινούμενο και διοικητικά αναλώσιμο. ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, αν θέλει να αλλάξει ουσιαστικά τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και όχι μόνο το επικοινωνιακό τους αφήγημα, πρέπει πρώτα να μεταβάλει τη στρατηγική κουλτούρα τους.

Το βασικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι δεν γνωρίζει τις νέες μορφές πολέμου· είναι ότι επί χρόνια τις παρακολουθεί θεωρητικά χωρίς να τις ενσωματώνει πλήρως σε δόγμα, εκπαίδευση, παραγωγή και νοοτροπία. Οι ΕΔ χρειάζονται μετάβαση από τη λογική της αποσπασματικής αγοράς οπλικών συστημάτων σε μια λογική συνεχούς επιχειρησιακής προσαρμογής.

Αυτό σημαίνει μόνιμη διακλαδικότητα, πραγματική αξιοποίηση drones και AI, ανάπτυξη ηλεκτρονικού πολέμου, εγχώρια παραγωγή πυρομαχικών και UAV, αλλά και ταχεία διαδικασία λήψης αποφάσεων στο πεδίο.

Παράλληλα, πρέπει να σταματήσει η αντίληψη ότι η καινοτομία αφορά μόνο νέες πλατφόρμες.

Η πραγματική επανάσταση είναι οργανωτική και ανθρώπινη.

Το υπουργείο οφείλει να προστατεύσει το έμπειρο προσωπικό, να περιορίσει τις μαζικές αποστρατείες και να κρατήσει στελέχη με επιχειρησιακή γνώση, ειδικά σε Ναυτικό, Αεροπορία, Ειδικές Δυνάμεις και συστήματα αεράμυνας.

Καμία τεχνολογία δεν μπορεί να υποκαταστήσει ανθρώπους που γνωρίζουν το Αιγαίο, τις διαδικασίες κρίσης και τη λειτουργία μονάδων υπό πίεση.

Αν χαθεί αυτή η εμπειρία, η τεχνολογική μετάβαση θα είναι επιφανειακή. ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Επιπλέον, χρειάζεται βαθιά αναδιοργάνωση της αμυντικής βιομηχανίας. Η Ελλάδα δεν μπορεί να μιλά για στρατηγική αυτονομία όταν εξαρτάται σχεδόν πλήρως από εισαγωγές ανταλλακτικών, ηλεκτρονικών, πυρομαχικών και αισθητήρων.

Ο στόχος δεν πρέπει να είναι απλώς να συναρμολογούνται drones στην Ελλάδα, αλλά να δημιουργηθεί ολόκληρο οικοσύστημα: πανεπιστήμια, startups, κρατικά εργοστάσια, ιδιωτικές εταιρείες, στρατιωτικά εργαστήρια και κέντρα δοκιμών.

Χωρίς αυτό, η χώρα θα συνεχίσει να αγοράζει τεχνολογία αντί να παράγει ισχύ. ΔΟΓΜΑ Τέλος, πρέπει να διαμορφώσει ένα ξεκάθαρο εθνικό δόγμα αποτροπής απέναντι στην Τουρκία.

Όχι μόνο σε επίπεδο εξοπλισμών, αλλά σε επίπεδο πολιτικής βούλησης, βιομηχανικής αντοχής, αποθεμάτων, ανθεκτικότητας υποδομών και δυνατότητας μακράς διάρκειας σύγκρουσης.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε ότι νικά όχι μόνο όποιος έχει καλύτερα όπλα, αλλά όποιος μπορεί να αναπληρώνει απώλειες, να διατηρεί παραγωγή και να προσαρμόζεται ταχύτερα από τον αντίπαλο. Εκεί θα κριθεί και η ελληνική αποτροπή τα επόμενα χρόνια.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences