Θα έχετε παρατηρήσει ότι ουδέποτε έχω ανεβάσει κάτι σχετικό με την δουλειά μου επειδή δεν θα ήθελα να εκληφθεί ως αυτοδιαφήμιση και προβολή επαγγελματική. Σήμαρα θα κάνω μια εξαίρεση με αφορμή...
Θα έχετε παρατηρήσει ότι ουδέποτε έχω ανεβάσει κάτι σχετικό με την δουλειά μου επειδή δεν θα ήθελα να εκληφθεί ως αυτοδιαφήμιση και προβολή επαγγελματική.
Σήμαρα θα κάνω μια εξαίρεση με αφορμή πρόσφατες αλλά και παλιότερες εμπειρείες μου από τα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια.
Προβλήματα του θεσμού των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων Τα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια (ΜΟΔ) αποτελούν συνταγματικά κατοχυρωμένο θεσμό (άρθρο 97 Σ), Ο σκοπός της εισαγωγής πολιτών, που δεν είναι δικαστές στη σύνθεση είναι το να προστεθεί στην κρίση και το κοινό περί δικαίου αίσθημα, όπως το αντιλαμβάνεται ο μέσος λογικός πολίτης, αλλά στην πράξη η λειτουργία τους εγείρει σοβαρούς προβληματισμούς: Αδυναμία αιτιολόγησης αποφάσεων: Ένα από τα κεντρικά προβλήματα αφορά την αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων.
Οι ένορκοι, ως μη νομικοί, αδυνατούν να τεκμηριώσουν νομικά την ψήφο τους.
Όταν η πλειοψηφία προέρχεται από τους ενόρκους (4-3), ο δικαστής καλείται να αιτιολογήσει απόφαση με την οποία ο ίδιος ενδεχομένως διαφωνεί — ένα εγγενές παράδοξο.
Αυτές οι αποφάσεις προσβάλλονται συστηματικά με ένδικα μέσα λόγω ελλειπούς αιτιολογίας.
Επιρροή από ΜΜΕ και κοινωνική πίεση Οι ένορκοι είναι πιό ευάλωτοι από τους τακτικούς δικαστές στον επηρεασμό από τα μέσα ενημέρωσης και τις «τηλεδίκες», που αλλοιώνουν την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν επίσης να μεταδίδουν «μηνύματα» που καθορίζουν την ψήφο τους, ενώ υπάρχει και πιθανότητα απειλητικών συμπεριφορών υπό καθεστώς ανωνυμίας.
Προκαταλήψεις και συναισθηματισμός Πρακτικά παραδείγματα από δικαστές που υπηρέτησαν ως ένορκοι αποκαλύπτουν ανησυχητικά φαινόμενα: ένορκοι που σχηματίζουν άποψη πριν ολοκληρωθεί η ακροαματική διαδικασία, που επηρεάζονται από προσωπικές εμπειρίες άσχετες με την υπόθεση, ή που υιοθετούν στερεοτυπικές αντιλήψεις για τα θύματα και τους κατηγορουμένους.
Καθυστέρηση και δυσκολία ελέγχου Η συμμετοχή ενόρκων καθιστά τη διαδικασία βραδυκίνητη και δυσχεραίνει τον έλεγχο της απόφασης σε ανώτερο βαθμό, αφού η ψήφος τους παραμένει αναιτιολόγητη.
Αυτόνομη βούληση ή χειραγώγηση; Τυπικά, οι ένορκοι έχουν ισότιμη ψήφο με τους δικαστές και υπερτερούν αριθμητικά (4 έναντι 3). Μπορούν λοιπόν να επιβάλουν την άποψή τους ακόμα και αν διαφωνούν οι τακτικοί δικαστές.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη: Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου έχει καθοριστικό ρόλο στη διάσκεψη, εξηγώντας τις νομικές παραμέτρους και καθοδηγώντας τη συζήτηση — κάτι που μπορεί να επηρεάσει τους ενόρκους, ιδίως όταν αυτοί δυσκολεύονται να διακρίνουν νομικές έννοιες.
Οι τακτικοί δικαστές μερικές φορές αγνοούν ή παρακάμπτουν απόψεις ενόρκων, όπως περιγράφεται σε μαρτυρίες.
Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις όπου ένορκοι τόλμησαν να ψηφίσουν αντίθετα από την προτεινόμενη από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου απόφαση.
Από την άλλη, υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι ένορκοι ψηφίζουν αυτόνομα παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση και τις προτροπές των τακτικών δικαστών οδηγώντας σε αθωωτικές αποφάσεις.
Οι περιπτώσεις αυτές είναι ελάχιστες διότι συνήθως συμφωνουν με την προτεινόμενη απ τους τακτικούς δικαστές απόφαση ακόμα κι αν αυτή είναι κόντρα στα αποδεικτικά στοιχεία και τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Η συμπεριφορά αυτή στην πράξη ακυρώνει τον θεσμό, ο οποίος στην Ελλάδα δεν είναι προστατευμένος . Ο Θεσμός έλκει την καταταγωγή την σύγχρονη εποχή απο το Αγγλοσαξωνικό δίκαιο, όπου στα κακουργήματα το σώμα των ενόρκων καλείται να αποφασίσει με την λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας περί της ενοχής και μόνον και μάλιστα παμψηφεί.
Οι δικαστές ασχολούνται με την αξιολόγηση του αδικήματος, την προσωπικότητα του κατηγορουμένου και εν τέλει την ποινή μόνο όταν η απόφαση των ενόρκων είναι “ένοχος”. Κατα την διάρκεια της δίκης οι ένορκοι είναι αποκλεισμένοι από τον έξω κόσμο και ουδείς -ούτε οι δικαστές - μπορούν να τους πλησιάσουν,έτσι ώστε η κρίση τους να είναι γνήσια αυθεντική και ανεπηρέαστη. Στην Ελλάδα έχουμε ένα κακέκτυπο του θεσμού, όπου οι ένορκοι είναι εκτεθημένοι στην κριτική και την καθοδήγηση των δικαστών.
Συνολικά, η βούληση των ενόρκων μπορεί να είναι θεωρητικά αυτόνομη, αλλά συχνά διαμορφώνεται από παράγοντες που δεν σχετίζονται με τα αποδεικτικά στοιχεία — είτε πρόκειται για προκαταλήψεις, συναισθηματισμό, είτε για έμμεση καθοδήγηση από τους δικαστές.
Θεωρώ ότι πρόκειται για έναν θεσμό που έτσι όπως είναι διαμορφωμένος στην Ελλάδα είναι άχρηστος αν μη επικίνδυνος και χρήζει αναθεωρήσεως εφ όσον θέλουμε και ενόρκους στη σύνθεση του δικαστηρίου.
Μια προσέγγιση πρός την Αγγλοσαξωνική πρακτική θα ήταν ένα θετικό βήμα.
Αν αυτό δεν αρέσει στους νομοθέτες μας καλύτερα να τους καταργήσουν ως θεσμό διότι έτσι όπως είναι έχουμε ένα δικαστήριο δυσλειτουργικό και ψευδεπίγραφο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους