Ενώ η γενικότερη κατεύθυνση -μεταξύ άλλων, με βάση και σχετικές κυβερνητικές εξαγγελίες- είναι εκείνη του περιορισμού των προνομίων του πολιτικού συστήματος, η πρόσφατη κυβερνητική τροπολογία για την...
Ενώ η γενικότερη κατεύθυνση -μεταξύ άλλων, με βάση και σχετικές κυβερνητικές εξαγγελίες- είναι εκείνη του περιορισμού των προνομίων του πολιτικού συστήματος, η πρόσφατη κυβερνητική τροπολογία για την ειδική δικονομική μεταχείριση των βουλευτών κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - Επίσημη σελίδα μου ζήτησε μία σύντομη τοποθέτηση επί του θέματος, η οποία και ακολουθεί (αντικριστά σχετική τοποθέτηση και του συναδέλφου Χαρ.Τσιλιώτη): Δικονομία δύο ταχυτήτων Σύμφωνα με το άρθ. 62 Συντ., η Βουλή υποχρεούται να άρει τη βουλευτική ασυλία, όταν υποβάλλεται αίτηση της εισαγγελικής αρχής σε σχέση με αδίκημα που δεν συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων ή την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή.
Με τον τρόπο αυτό, ανοίγει ο δρόμος για την παροχή εξηγήσεων στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης και την άσκηση ποινικής δίωξης.
Έτσι, μετά την άρση της ασυλίας εφαρμόζεται για τον βουλευτή η ποινική διαδικασία που ισχύει για κάθε πολίτη της χώρας.
Ασφαλώς δε, καλύπτεται και εκείνος από το τεκμήριο αθωότητας.
Με την τροπολογία όμως που ψηφίσθηκε προσφάτως στη Βουλή εισάγεται νέο άρθρο (32Α) στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που θεσπίζει ένα ειδικό δικονομικό καθεστώς για την ταχύτερη διεξαγωγή της ανάκρισης και την ταχύτερη εκδίκαση αξιόποινων πράξεων βουλευτών (με καθορισμό ή σύντμηση σχετικών προθεσμιών), μετά τη χορήγηση της παραπάνω άδειας της Βουλής.
Το ειδικό αυτό καθεστώς αφορά μόνο βουλευτές – και όχι κάθε δημόσιο αξιωματούχο, όπως αντιθέτως προβλεπόταν παλαιότερα με τον ν. 4022/2011.
Προβαλλόμενος σκοπός είναι η επιτάχυνση των σχετικών διαδικασιών, ώστε οι εν λόγω υποθέσεις να εκκαθαρίζονται γρήγορα και, έτσι, να μη μένουν επί μακρόν σκιές πάνω από βουλευτές.
Αφήνω εδώ κατά μέρος το ζήτημα ως προς το κατά πόσον θα τηρηθούν στην πράξη οι συντετμημένες προθεσμίες περάτωσης της ανάκρισης ή εκδίκασης μιας υπόθεσης, ιδίως σε πολυπρόσωπες δίκες κακουργηματικού χαρακτήρα.
Αφήνω επίσης κατά μέρος το ζήτημα της συμβατότητας ή μη της ειδικής ρύθμισης με τις υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεις που αφορούν στα αδικήματα αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας . Εκείνο, φρονώ, που ενδιαφέρει πρωτίστως είναι το ζήτημα αρχής: δικαιολογείται μία τέτοια ειδική μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους Έλληνες πολίτες, και μάλιστα αναφορικά με αδικήματα που δεν συνδέονται με τα κοινοβουλευτικά καθήκοντα ή την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή; Κατά την άποψή μου, η απάντηση είναι αρνητική.
Η παραπάνω ρύθμιση θεσμοποιεί μια «δικονομία δύο ταχυτήτων», στο πλαίσιο της οποίας οι κοινοί πολίτες παραμένουν εγκλωβισμένοι σε πολύχρονες καθυστερήσεις, ενώ οι βουλευτές απολαμβάνουν ταχύτερες διαδικασίες ακόμη και για αδικήματα μη σχετιζόμενα με τον θεσμικό τους ρόλο.
Υπάρχουν χιλιάδες συμπολίτες μας που, δικαίως ή αδίκως, βρίσκονται στη θέση του κατηγορουμένου και καταταλαιπωρούνται επί μήνες ή χρόνια σε ανακριτικά γραφεία ή δικαστικές αίθουσες, ή ακόμη και στις φυλακές ως προσωρινά κρατούμενοι.
Έχουν όμως και εκείνοι δικαίωμα στην ταχεία και, πάντως, εντός ευλόγου χρόνου εκκαθάριση της υπόθεσής τους (βλ. άρθ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ). Ισχύει και για εκείνους το τεκμήριο αθωότητας.
Ιδίως υπό την πίεση της συγκυρίας δεν είναι σώφρον να δημιουργούνται, και δη με εμβαλωματικές ρυθμίσεις, συνθήκες προνομιακής μεταχείρισης, οι οποίες μάλιστα επιτείνουν την εν γένει αίσθηση των πολιτών περί αυτοπροστασίας του πολιτικού συστήματος.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους