[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το Παιδί στη Βροχή Βρέχει απόψε στην πόλη. Κι η βροχή δεν πέφτει. Σαν να θρηνεί πέφτει. Σαν να άνοιξε ο ουρανός τις φλέβες του και να αιμορραγεί πάνω στα πεζοδρόμια. Τα νερά κυλούν στα λιθόστρωτα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το Παιδί στη Βροχή Βρέχει απόψε στην πόλη. Κι η βροχή δεν πέφτει.

Σαν να θρηνεί πέφτει.

Σαν να άνοιξε ο ουρανός τις φλέβες του και να αιμορραγεί πάνω στα πεζοδρόμια.

Τα νερά κυλούν στα λιθόστρωτα μαύρα, παγωμένα, σαν δάκρυα που δεν άντεξαν άλλο να μείνουν μέσα στα μάτια του κόσμου.

Κι εκεί… κάτω από ένα τρεμάμενο φως νέον, που αναβοσβήνει σαν ετοιμοθάνατη καρδιά, στέκεται ένα παιδί. Μόνο.

Τόσο μικρό, που η νύχτα μοιάζει τεράστια γύρω του.

Το μπουφάν του μεγαλύτερο απ’ το σώμα του.

Τα παπούτσια του σκισμένα.

Τα χέρια του κόκκινα απ’ το κρύο, σαν μικρά πληγωμένα λουλούδια που άνθισαν λάθος εποχή.

Και τα μάτια του… Θεέ μου… ποιος άφησε τόση θλίψη να χωρέσει μέσα σε παιδικά μάτια; Μάτια βαθιά σαν χειμωνιάτικες λίμνες.

Μάτια που δεν είδαν αρκετά παιχνίδια, αρκετές αγκαλιές, αρκετές ανατολές.

Μάτια που έμαθαν πολύ νωρίς τι σημαίνει πείνα.

Το χέρι του απλωμένο.

Όχι σαν ζητιάνος.

Σαν προσευχή.

Σαν τελευταίο κερί που τρεμοσβήνει μέσα στον άνεμο και παρακαλά να μη σβήσει.

Οι άνθρωποι περνούν δίπλα του βιαστικοί.

Ακριβά παλτά.

Αρώματα βανίλιας και μόσχου. Ομπρέλες.

Φώτα κινητών πάνω σε πρόσωπα κουρασμένα και αδιάφορα.

Κανείς δεν σταματά.

Κανείς δεν βλέπει πως εκεί, πάνω στο βρεγμένο πεζοδρόμιο, δεν ζητιανεύει ένα παιδί.

Ζητιανεύει η ίδια η αθωότητα του κόσμου.

Γιατί τα παιδιά δεν φταίνε.

Δεν φταίνε ποτέ.

Δεν φταίνε για τους πολέμους.

Δεν φταίνε για την πείνα.

Δεν φταίνε για τις σφαίρες.

Δεν φταίνε για τους μεγάλους που έκαναν τη Γη τόσο σκληρή.

Τα παιδιά γεννήθηκαν για να μυρίζουν άνοιξη.

Για να κυνηγούν πεταλούδες σε κήπους γεμάτους λεβάντα.

Για να γελούν όταν ανοίγουν οι πασχαλιές.

Για να αποκοιμιούνται σε καθαρά σεντόνια που μυρίζουν μαμά.

Γεννήθηκαν για να κρατούν χρωματιστά μολύβια, όχι κομμάτια ψωμί από τα σκουπίδια.

Για να αγκαλιάζουν αρκουδάκια, όχι τα γόνατά τους από φόβο μέσα στο κρύο.

Για να ξυπνούν με ήλιο στα παράθυρα και μυρωδιά από ζεστό γάλα και κανέλα.

Όχι με σειρήνες.

Όχι με βόμβες.

Όχι με άδειο στομάχι.

Θεέ μου… πώς αντέχει η ανθρωπότητα να κοιμάται όταν υπάρχουν παιδιά που κλαίνε από πείνα; Πώς αντέχουν οι δρόμοι να κρατούν τόσο μικρά βήματα τόσο μόνα; Κι όμως… το παιδί συνεχίζει να κοιτά τον κόσμο με εκείνο το παράξενο βλέμμα που έχουν οι ψυχές όταν κουράστηκαν να περιμένουν θαύματα.

Στα μαλλιά του στάζει η βροχή.

Στα χείλη του τρέμει ο χειμώνας.

Και ξαφνικά… μια γυναίκα γονατίζει μπροστά του.

Του δίνει ένα κομμάτι ψωμί.

Ένα μικρό γλυκό.

Του χαϊδεύει τα βρεγμένα μαλλιά.

Κι εκείνο χαμογελά.

Θεέ μου… εκείνο το χαμόγελο… Ήταν τόσο μικρό.

Τόσο εύθραυστο.

Και τόσο όμορφο… που ένιωσες την καρδιά σου να σπάει.

Γιατί κατάλαβες πως ένα παιδί μπορεί να φωτίσει όλο τον κόσμο με ένα ψίχουλο αγάπης.

Και τότε έρχονται τα δάκρυα.

Όχι ένα δάκρυ. Πολλά.

Δάκρυα που καίνε.

Δάκρυα ντροπής.

Δάκρυα οργής.

Γιατί δεν έπρεπε κανένα παιδί να χρειάζεται ελεημοσύνη για να χαμογελάσει. Κανένα.

Κι έρχεται μέσα σου μια κραυγή.

Όχι άλλο.

Όχι άλλο πόνο στα παιδιά.

Όχι άλλο πείνα.

Όχι άλλο κρύο.

Όχι άλλο πόλεμο.

Όχι άλλα παιδικά μάτια γεμάτα τρόμο αντί για όνειρα.

Γιατί τα παιδιά είναι τα μόνα πλάσματα στη Γη που δεν φταίνε σε τίποτα.

Σε τίποτα.

Κι όμως… πάνω στις μικρές τους πλάτες φορτώσαμε όλη τη δυστυχία του κόσμου.

Κι εγώ κοιτάζω αυτό το παιδί μέσα στη βροχή και νιώθω πως, αν υπάρχει ακόμη ελπίδα για την ανθρωπότητα, βρίσκεται μόνο εκεί: στο χέρι που θα σταματήσει, στην αγκαλιά που θα ανοίξει, στον άνθρωπο που θα σκύψει και θα πει σ’ ένα παιδί που τρέμει μόνο στο σκοτάδι: «Έλα… από απόψε δεν θα είσαι ποτέ πια μόνο». ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences