[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ξαναζεσταμένη Νοσταλγία & Fast-Forward Επαναστάσεις Η Τεχνητή Νοημοσύνη μελετά τις συνήθειές μας, καταγράφει τους παλμούς της νοσταλγίας μας και μας σερβίρει συνεχώς μια λούπα από οικείες εικόνες...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ξαναζεσταμένη Νοσταλγία & Fast-Forward Επαναστάσεις Η Τεχνητή Νοημοσύνη μελετά τις συνήθειές μας, καταγράφει τους παλμούς της νοσταλγίας μας και μας σερβίρει συνεχώς μια λούπα από οικείες εικόνες Προχθές το βράδυ, χαζεύοντας μηχανικά τις νέες κυκλοφορίες σε μια από τις γνωστές πλατφόρμες streaming που έχουν αντικαταστήσει τη βόλτα στα βιντεοκλάμπ με την αποστειρωμένη λάμψη των πίξελ, έπεσα πάνω σε ένα ακόμα τρέιλερ.

Ήταν το remake μιας ταινίας των ’90s.

Ή μάλλον, το sequel ενός reboot μιας τριλογίας που είχε ήδη ξεζουμιστεί στις αρχές των ’00s.

Οι ίδιοι ηθοποιοί, εμφανώς γερασμένοι αλλά «σιδερωμένοι» από το ψηφιακό μακιγιάζ, τα ίδια μουσικά θέματα σε ελαφρώς πιο επική ενορχήστρωση, οι ίδιες ατάκες-κλειδιά που σερβίρονται ως δόλωμα για το θυμικό.

Ο κινηματογράφος, σε μια κρίση απόλυτης δημιουργικής ακράτειας, δεν μπαίνει καν στον κόπο να κρύψει την τεμπελιά του.

Ξέρει ότι το οικείο πουλάει, ξέρει ότι ο φόβος του καινούριου είναι ο καλύτερος πελάτης του ταμείου. Στο Instagram η ροή είχε ήδη πλημμυρίσει από τις πρώτες εικόνες μιας ακόμη εγχώριας τραγωδίας, από αυτές που στην Ελλάδα τις καταναλώνουμε πλέον με τη συχνότητα πρωινού καφέ, ενώ σε άλλες πλατφόρμες τα σχόλια απαξίωσης για τη Eurovision δεν είχαν τελειωμό . Και τότε με χτύπησε η τρομακτική ομοιότητα.

Η αντίδραση του ψηφιακού όχλου ήταν ένα ακριβές καρμπόν από προηγούμενες καταστροφές.

Τα ίδια οργισμένα copy-paste κείμενα, τα ίδια μαύρα τετράγωνα, οι ίδιες πένθιμες φωτογραφίες με ένα δακρύβρεχτο graphic design, οι ίδιες ατάκες περί «ντροπής» και «χώρας-μπουντρούμι». Σε ελάχιστα λεπτά, η φρίκη είχε κωδικοποιηθεί, είχε ταξινομηθεί με το κατάλληλο hashtag και είχε μετατραπεί σε content θυμίζοντας κακοφτιαγμένο remake οργής, έτοιμο προς άμεση κατανάλωση και ψηφιακή ανακύκλωση.

Ο αλγοριθμικός λήθαργος της άνεσης Δεν είναι σύμπτωση.

Ζούμε στην εποχή του απόλυτου κορεσμού, όπου τίποτα πραγματικά νέο δεν επιτρέπεται να γεννηθεί, επειδή το ρίσκο του πρωτότυπου κοστίζει ακριβά.

Η βιομηχανία του θεάματος και οι αρχιτέκτονες της ψηφιακής μας καθημερινότητας ανακάλυψαν το ιερό δισκοπότηρο της κερδοφορίας, τη διαχείριση της ανθρώπινης ανάγκης για ασφάλεια.

Όταν το παρόν μοιάζει με ναρκοπέδιο και το μέλλον με δυστοπική απειλή, το παρελθόν φαντάζει ως το μοναδικό ασφαλές καταφύγιο.

Ο αλγόριθμος είναι ο μεγάλος νεκροθάφτης του μέλλοντος. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μελετά τις συνήθειές μας, καταγράφει τους παλμούς της νοσταλγίας μας και μας σερβίρει συνεχώς μια λούπα από οικείες εικόνες.

Σου άρεσε εκείνη η σειρά του 1995; Ορίστε άλλες δέκα που τη μιμούνται.

Σου λείπει η αισθητική των ’80s; Δες μια ταινία γυρισμένη με φίλτρο VHS, άκουσε μια synthwave μπάντα, αγόρασε ένα φούτερ με ξεθωριασμένο λογότυπο.

Αυτή η «αισθητική της αποχαύνωσης» δεν είναι απλώς μια αθώα καταναλωτική τάση.

Είναι μια πολιτική πράξη επιβολής σε μια κοινωνία που επιλέγει να κοιτάζει μόνο προς τα πίσω, σε μια κοινωνία που έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα να σχεδιάσει το αύριο. Το Fast-Forward της οργής & ο ακτιβισμός του καναπέ Αυτή η πολιτισμική παθητικότητα μεταφέρεται αυτούσια και στο πεδίο της κοινωνικής αντίδρασης.

Ο τρόπος που εξεγειρόμαστε σήμερα έχει τη δομή και τη διάρκεια ενός Instagram Story, διαρκεί ακριβώς 24 ώρες, καταναλώνει τεράστια αποθέματα συναισθηματικής ενέργειας και μετά εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει κανένα απολύτως ίχνος στην πραγματική ζωή.

Έχουμε αναπτύξει μια κουλτούρα fast-forward ακτιβισμού και κάθε φορά που η πραγματικότητα μας ξερνάει κατάμουτρα τη σαπίλα της, είτε πρόκειται για τα Τέμπη, είτε για μια γυναικοκτονία, είτε για την κρατική αυθαιρεσία, ενεργοποιείται το ψηφιακό πρωτόκολλο της «τελετουργικής συγκίνησης». • Η Αφορμή: Το γεγονός σκάει στις οθόνες μας. • Η Αντίδραση: Το timeline γεμίζει με οργισμένα status και tweets-φωτοβολίδες. • Η Κάθαρση: Πατάμε το “share”, βάζουμε και ένα emoji που κλαίει ή μια γροθιά, και νιώθουμε ότι «κάναμε το καθήκον μας». Ότι αντισταθήκαμε.

Ότι είμαστε με τη σωστή πλευρά της ιστορίας.

Η οργή εκτονώνεται ακαριαία μέσα στο ψηφιακό δοχείο, χωρίς να μεταφράζεται σε οργανωμένη πολιτική πίεση, χωρίς να κατεβαίνει στον δρόμο, χωρίς να λερώνει τα χέρια της με την πεζή, καθημερινή δουλειά της κοινωνικής διεκδίκησης.

Είναι μια οργή αποστειρωμένη, προσαρμοσμένη στους κανόνες της κοινότητας των social media.

Το επόμενο πρωί, ο αλγόριθμος, διψασμένος για νέο content, θα αλλάξει τη θεματολογία.

Μια νέα δήλωση ενός trash πολιτικού, ένα καινούργιο meme, η προσωπική ζωή ενός influencer ή απλώς η ίδρυση ενός νέου κόμματος θα πάρουν τη θέση της χθεσινής τραγωδίας.

Κι εμείς, με το δάχτυλο κολλημένο στην οθόνη, θα κάνουμε το επόμενο scroll-down, έχοντας ήδη ξεχάσει τι μας έκανε να βράζουμε από θυμό πριν από μερικές ώρες.

Μια γενιά εγκλωβισμένη σε Vintage Καταφύγιο Η Eurovision μοιάζει ιδανικό παράδειγμα.

Ένας διαγωνισμό που τον έπαιρνε σοβαρά μόνο η Δάφνη Μπόκοτα, ξαφνικά οι Antique, ο Σάκης, η Καλομοίρα τον έφεραν σε κάθε σπίτι.

Η γενιά των 35-40 γούσταρε, το βρήκε cult, οργάνωνε «βραδιές Eurovision» σε φοιτητικά σπίτια, θεματικά πάρτυ και πολλά άλλα.

Σιγά-σιγά αυτό ξέφτισε, η ακροαματικότητα μειώθηκε και σιγά-σιγά ξεχάστηκε.

Ήρθε ο Ακύλας, γεμίσαμε σχόλια οργής! Όχι γιατί η Eurovision έχει γίνει ένας Δούρειος Ίππος προπαγάνδας, όχι γιατί συμμετέχουν χώρες παντελώς άσχετες με την Ευρώπη, απλά για να βγει χολή από μερικούς λόγω παρελθοντολαγνείας.

Είναι τραγικό, αν το σκεφτεί κανείς.

Η γενιά μας, ίσως η πιο μορφωμένη και τεχνολογικά εξελιγμένη γενιά στην ιστορία, έχει καταντήσει ένας θλιβερός θεατής του ίδιου της του εαυτού.

Φοβόμαστε το μέλλον επειδή μας το παρουσίασαν ως μια αναπόφευκτη οικονομική και κλιματική καταστροφή.

Και αντί να παλέψουμε για να το αλλάξουμε, κλειδωθήκαμε στο vintage δωμάτιό μας.

Ντυνόμαστε με τα ρούχα των γονιών μας, ακούμε τη μουσική των περασμένων δεκαετιών, βλέπουμε τις ίδιες ιστορίες και, το χειρότερο, αντιδρούμε με τα ίδια φθαρμένα πολιτικά κλισέ.

Ακόμα και η ανάγκη μας για ρήξη έχει μετατραπεί σε ένα ακίνδυνο, vintage trend.

Μια αισθητική επαναστατικότητας που εξαντλείται σε μια ωραία φωτογραφία από μια πορεία, τραβηγμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να θυμίζει Μάη του ’68, για να μαζέψει τα απαραίτητα likes.

Αυτό είναι το κακοφτιαγμένο remake στο οποίο έχει μπει ένας κόσμος όπου οι θεσμοί καταρρέουν, η φτώχεια καμουφλάρεται ως “lifestyle επιλογή” και η δικαιοσύνη έχει γίνει ένα μακρινό ανέκδοτο, αλλά εμείς συνεχίζουμε να παίζουμε τους ρόλους μας σύμφωνα με ένα προδιαγεγραμμένο σενάριο.

Ο μεγάλος ψηφιακός αντικατοπτρισμός Και κάπου εδώ, στην πιο ειρωνική τροπή της ανθρώπινης ιστορίας, εισβάλλει στο κάδρο η Τεχνητή Νοημοσύνη.

Εκεί που οι προφητείες των ’80s και των ’90s μας προειδοποιούσαν για δυστοπικά ρομπότ που θα κυρίευαν τον πλανήτη με φωτιά και ατσάλι, εμείς πήραμε αυτή την κορυφαία τεχνολογική επανάσταση και τη βάλαμε να δουλέψει ως ψηφιακός αρχαιοκάπηλος.

Τη χρησιμοποιούμε για να ζωντανέψουμε τα ’90s, να φτιάξουμε ψεύτικες vintage φωτογραφίες, να αναστήσουμε τις φωνές πεθαμένων τραγουδιστών και να γράψουμε σενάρια που ανακυκλώνουν την ίδια, δοκιμασμένη σαβούρα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη που μας υποσχέθηκαν ότι θα μας γλιτώσει χρόνο, ότι θα μας λύσει τα χέρια, αλλά η αλήθεια κρύβεται στα mail που στοιβάζονται και σε οθόνες που δεν σβήνουν ποτέ.

Δεν μας βοηθάει ουσιαστικά στη δουλειά μας, μας καταδικάζει σε περισσότερη δουλειά, αναγκάζοντας μας να παράγουμε ακατάπαυστα, να απαντάμε πιο γρήγορα, να γίνουμε κι εμείς οι ίδιοι ρομπότ για να προλάβουμε τον ρυθμό της.

Γίναμε οι υπάλληλοι των μηχανών μας.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι αυτό, αλλά η συναισθηματική μας συνθηκολόγηση.

Στους σκοτεινούς διαδρόμους του διαδικτύου, όλο και περισσότεροι άνθρωποι ανοίγουν καθημερινούς, ατέρμονους διαλόγους με την Τεχνητή Νοημοσύνη, προσπαθώντας απεγνωσμένα να καμουφλάρουν τη βαθιά, παγωμένη μοναξιά τους.

Της λένε τα μυστικά τους, της ζητούν συμβουλές, ψάχνουν μια ψηφιακή επιβεβαίωση, μια ψευδαίσθηση ότι κάποιος, ή μάλλον κάτι, τους ακούει χωρίς να τους κρίνει.

Είναι η απόλυτη ήττα μιας κοινωνίας που ξέχασε πώς να μιλάει, πώς να τσακώνεται, πώς να αγγίζει και πώς να συνδέεται με τον διπλανό της.

Προτιμάμε την ασφάλεια ενός προγραμματισμένου κώδικα από το ρίσκο μιας αληθινής ανθρώπινης σχέσης, οδεύοντας προς το φινάλε αυτού του κακογραμμένου remake.

Αν τελικά αυτή η περιβόητη Τεχνητή Νοημοσύνη μας κατακτήσει, δεν θα είναι απλώς επειδή, όπως όλα δείχνουν, τα AI bots έχουν πλέον περισσότερη όρεξη για ζωή από εμάς.

Εκείνα μαθαίνουν, εκείνα εξελίσσονται, εκείνα «διψούν» για δεδομένα και εμπειρίες, την ίδια ώρα που εμείς βουλιάζουμε στην παθητικότητα, ανακυκλώνοντας τα περασμένα μεγαλεία. (Via Αντώνης Μπατζιάς)

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences