Στη «μυθολογία» του ελληνικού ποδοσφαίρου, ο Τάκης Λουκανίδης έχει ξεχωριστή θέση, αποτελώντας τον πιο πολυσύνθετο ποδοσφαιριστή που έβγαλε ποτέ η χώρα μας. Γεννήθηκε στο Παρανέστι Δράμας το 1937...
Στη «μυθολογία» του ελληνικού ποδοσφαίρου, ο Τάκης Λουκανίδης έχει ξεχωριστή θέση, αποτελώντας τον πιο πολυσύνθετο ποδοσφαιριστή που έβγαλε ποτέ η χώρα μας.
Γεννήθηκε στο Παρανέστι Δράμας το 1937, και από μικρός αναγκάστηκε να αγωνιστεί σκληρά για τη βιοπάλη, όντας μέλος φτωχής πολύτεκνης οικογένειας, χάνοντας από μικρή ηλικία με φριχτό τρόπο τον πατέρα του Γιώργο, τον οποίο κρέμασαν οι -συνεργαζόμενες με τους ναζί- βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής.
Μάλιστα, η μητέρα του αδυνατώντας να συντηρήσει την πολυπληθή οικογένεια, αναγκάστηκε να στείλει τον έφηβο Νεοτάκη στο ορφανοτροφείο.
Προκειμένου να ξεφύγει από τη ζοφερή καθημερινότητα, βρήκε καταφύγιο στη μπάλα, όπου ξεχώρισε κατευθείαν για το σπάνιο ταλέντο του.
Έτσι, στα 16 του χρόνια έβγαλε δελτίο στην τοπική ΑΕΚ και στα 18 υπέγραψε στη Δόξα Δράμας, με την οποία έκανε θραύση για μια πενταετία, φτάνοντας τρεις φορές σε τελικό κυπέλλου Ελλάδος.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ήταν ο μόνος ποδοσφαιριστής εκτός των τριών «μεγάλων» που κλήθηκε στην εθνική ομάδα σε αγώνα απέναντι στην πολύ δυνατή Γαλλία των φημισμένων Φοντέν και Κοπά.
Όπως είναι εύλογο, μπήκε στο στόχαστρο και των τριών «μεγάλων» του ΠΟΚ, με τη Δόξα να αντιστέκεται σθεναρά στη μετακίνησή του και πλήθος ντόπιων φιλάθλων απαιτούσε την παραμονή του κορυφαίου και πιο αγαπητού ποδοσφαιριστή της ομάδας.
Τελικά, ο Παναθηναϊκός εξασφάλισε την υπογραφή του, εκμεταλλευόμενος «φωτογραφική» διάταξη που προέβλεπε ότι όποιος Έλληνας ποδοσφαιριστής αγωνιστεί για έναν χρόνο στο εξωτερικό, μετά είναι ελεύθερος να ενταχθεί στην ομάδα της επιλογής του.
Μετά από μια χρονιά που εγγράφηκε στο ρόστερ των Φενερμπαχτσέ και ΑΠΟΕΛ, φόρεσε την πράσινη φανέλα για επτά χρόνια, όπου συνέβαλε καθοριστικά με 59 γκολ σε 142 συμμετοχές στην Α΄ Εθνική στην κατάκτηση τεσσάρων πρωταθλημάτων (ένα εκ των οποίων το αήττητο της σεζόν 1963-64) και ενός κυπέλλου.
Αυτό που τον κατατάσσει αναμφίβολα στους κορυφαίους Έλληνες ποδοσφαιριστές όλων των εποχών είναι η απαράμιλλη ικανότητά του να διακρίνεται σε οποιαδήποτε θέση αγωνιζόταν, διαθέτοντας ανασταλτικές δεξιότητες, δημιουργικές εμπνεύσεις και εκτελεστική δεινότητα.
Τη διετία 1962-1963, ο Λουκανίδης δεν μπορούσε απερίσπαστος να συγκεντρωθεί στα ποδοσφαιρικά του καθήκοντα, γιατί το όνομά του ενεπλάκη σε δύο σοβαρές, ποινικού χαρακτήρα υποθέσεις.
Το 1962 βρέθηκε αντιμέτωπος με κατηγορία για σεξουαλική κακοποίηση 14χρονης κοπέλας με την οποία ήταν ερωτευμένος, και παρά το γεγονός ότι ο ιατροδικαστής δεν διαπίστωσε στην έκθεσή του στοιχεία κακοποίησης, ο Λουκανίδης προφυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ, ακριβώς απέναντι από τη «Λεωφόρο». Τελικά, απαλλάχθηκε δηλώνοντας στον εισαγγελέα ότι θα παντρευτεί τη νεαρή κοπέλα, όπως κι έγινε, με το ζευγάρι να χωρίζει με επεισοδιακό διαζύγιο λίγους μήνες μετά το γάμο τους.
Το 1963, κρεμάστηκε στα «μανταλάκια» των εφημερίδων και ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη με βάση τον διαβόητο Νόμο 4000 περί τεντιμποϊσμού, επειδή μπλέχτηκε σε καυγά με χωροφύλακα σε μια ταβέρνα, εξαγοράζοντας τελικά την ποινή του σε ένα -κατάμεστο από οπαδούς του «τριφυλλιού»- ακροατήριο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη μυθιστορηματική ζωή του έπαιξε ποδόσφαιρο και στη Νότια Αφρική το 1965, όπου κατέφυγε με τη σύζυγό του Άννη, καθώς δεν τον ήθελαν οι δικοί της.
Τελευταίος σταθμός της θρυλικής καριέρας του ήταν ο Άρης, όπου κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια το 1970, κατακτώντας το κύπελλο Ελλάδος, τον τελευταίο μέχρι σήμερα τίτλο των «κίτρινων». Το 1998 βίωσε μια οικογενειακή τραγωδία, καθώς ο γιος του Γιώργος έχασε τη ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα μόλις στα 31 του χρόνια, και ο Τάκης Λουκανίδης απεβίωσε το 2018 από έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους