[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Σάββατο, οπωσδήποτε Σάββατο Κάθε Σάββατο, λες και το ’χε ορίσει ο Θεός μαζί με το ημερολόγιο, η μάνα άναβε φωτιά κάτω από το μπουγαδοτσίκαλο. Το μεγάλο μαύρο καζάνι, καπνισμένο από τα χρόνια, καθόταν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Σάββατο, οπωσδήποτε Σάββατο Κάθε Σάββατο, λες και το ’χε ορίσει ο Θεός μαζί με το ημερολόγιο, η μάνα άναβε φωτιά κάτω από το μπουγαδοτσίκαλο.

Το μεγάλο μαύρο καζάνι, καπνισμένο από τα χρόνια, καθόταν στην άκρη της αυλής και περίμενε.

Από το πρωί ακουγόταν το «τακ-τακ» των ξύλων.

Το νερό ζεσταινόταν αργά, με υπομονή.

Η μυρωδιά του καπνού ανακατευόταν με το θυμάρι που φύτρωνε δίπλα στο πηγάδι και με τη θάλασσα που ήταν δυο βήματα παρακάτω.

Νησί γαρ.

Κατά το μεσημέρι, η μάνα δοκίμαζε με τον αγκώνα — έτσι το ’μαθε από τη γιαγιά. «Καυτό είναι, θα βάλουμε και κρύο». Σήκωνε το τσίκαλο με τον άντρα μου, το άδειαζαν στον τσίγκινο κουβά.

Αχνός παντού.

Ύστερα κουβά-κουβά στο χαμάμ — ένα δωματιάκι πίσω από το σπίτι με τσιμεντένιο πάτωμα και ένα σκαμνάκι. «Ελάτε με τη σειρά», φώναζε.

Πρώτα ο μικρός, μετά εγώ, μετά η αδερφή μου.

Το πράσινο σαπούνι έτριζε πάνω στο τρίχινο σφουγγάρι.

Τα μαλλιά μας μύριζαν λεμόνι που έκοβε η μάνα και το ’ριχνε στο ξέβγαλμα «να γυαλίζουν». Έξω από το παράθυρο, η θάλασσα έκανε «σςς-σσς» πάνω στο βοτσαλάκι.

Καλοκαίρι, χειμώνας, δεν είχε σημασία. Το Σάββατο ήταν για το μπάνιο.

Να βγούμε καθαροί για την Κυριακή, για την εκκλησιά, για το προαύλιο με τα άσπρα πουκάμισα.

Θυμάμαι τα χέρια της μάνας, κόκκινα από το ζεστό νερό και το πλύσιμο.

Θυμάμαι που τύλιγε εμένα στην πετσέτα που την είχε αφήσει στον ήλιο — έκαιγε κι αυτή. «Τρέχα τώρα να μη κρυώσεις». Κι εγώ έτρεχα ξυπόλυτος στα πλακάκια, με τα μαλλιά να στάζουν, και η αυλή μύριζε σαπούνι, καπνό και αρμύρα.

Τώρα το μπουγαδοτσίκαλο κάθεται σκουριασμένο στην αποθήκη.

Το χαμάμ έγινε αποθηκάκι.

Αλλά κάθε Σάββατο απόγευμα, όταν πέφτει ο ήλιος στη θάλασσα του νησιού, νομίζω πως ακούω νερό να κοχλάζει και τη φωνή της: «Ελάτε με τη σειρά, το νερό είναι έτοιμο.

Να μη σας κάψει.» Και για μια στιγμή, είμαι πάλι καθαρός, τυλιγμένος στην ηλιόκαφτη πετσέτα, με τα πόδια μου να πατάνε το καυτό τσιμέντο της αυλής. Οπωσδήποτε Σάββατο. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences