[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Γράφω για τα «Ματωμένα Στέφανα»: Μια λευκή σκηνή, ένα κόκκινο τραύμα Λευκό. Εκτυφλωτικό, σχεδόν μεταφυσικό λευκό. Από την πρώτη στιγμή που το βλέμμα συναντά τη σκηνή του θεάτρου της ΕΘΑΛ στη Λεμεσό...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Γράφω για τα «Ματωμένα Στέφανα»: Μια λευκή σκηνή, ένα κόκκινο τραύμα Λευκό.

Εκτυφλωτικό, σχεδόν μεταφυσικό λευκό.

Από την πρώτη στιγμή που το βλέμμα συναντά τη σκηνή του θεάτρου της ΕΘΑΛ στη Λεμεσό, καταλαβαίνεις πως τα «Ματωμένα Στέφανα» δεν ήρθαν για να πουν απλώς μια ιστορία.

Ήρθαν για να ανοίξουν μια πληγή.

Και να τη φωτίσουν. Μοίρα-Kismet Με αυτές τις λέξεις ρυθμικά μας υποδέχεται το θεατρικό, δηλώνοντας ξεκάθαρα πως το ριζικό δεν λογαριάζει κανένα ανθρώπινο εμπόδιο.

Θα έρθει.

Δηλώνει ακόμη -ίσως- ότι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι , έτσι ακριβώς όπως κρατούσαν χέρια στη σκηνή μαζί, είναι δεμένοι μαζί σε τούτη τη Μοίρα στον τόπο τούτο κι όσο την αποφεύγουν τόσο θα επέρχεται η καταστροφή.

Το σκηνικό-σύμβολο Στο κέντρο της σκηνής, ένα δέντρο.

Λευκό, σχεδόν απογυμνωμένο, σαν κόκαλο που ξεθάφτηκε από το χώμα της Κύπρου.

Γύρω του, πανιά ασύμμετρα δεμένα — άλλοτε τοίχοι σπιτιού, άλλοτε σάβανα, άλλοτε η ίδια η μνήμη που κρέμεται ανάμεσα σε αυτό που συνέβη κι αυτό που δεν λέγεται.

Τα πανιά έγιναν ο καμβάς πάνω στον οποίο προβλήθηκε ό,τι πιο σκοτεινό κουβαλά η συλλογική μας μνήμη.

Το λευκό παρέμεινε αδιατάρακτο σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Μέχρι τη στιγμή του φόνου.

Τότε, και μόνο τότε, το κόκκινο εισέβαλε στη σκηνή.

Μία φορά.

Και ήταν αρκετή για να θυμίσει πως το αίμα, για να χυθεί χρειάζεται μια στιγμή.

Η διασκευή: Ο Λόρκα συναντά την Κύπρο Η διασκευή των Αχιλλέα Γραμματικόπουλου και Μιχάλη Κολοκοτρώνη παίρνει τον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα και τον μεταφέρει σε ένα μεικτό χωριό της Κύπρου των αρχών της δεκαετίας του 1960, λίγο μετά την Ανεξαρτησία.

Η βεντέτα του πρωτότυπου ανάμεσα σε δύο οικογένειες γίνεται εδώ βεντέτα ανάμεσα σε δύο κοινότητες.

Οι λέξεις «μαχαίρια» και «αίμα» δεν είναι πια μόνο "λόρκιες" μεταφορές αλλά είναι μνήμες νωπές, οικογενειακές ιστορίες που ακόμα ψιθυρίζονται πίσω από μισάνοιχτες πόρτες.

Αυτό που κάνει τη διασκευή να αναπνέει αληθινά είναι η γλώσσα.

Ελληνικά και τουρκικά μπλέκονται στη σκηνή με μια φυσικότητα που αφοπλίζει.

Δεν είναι δύο ξεχωριστές γλώσσες — γίνονται μία, με την ίδια μουσικότητα, τον ίδιο ρυθμό, την ίδια χροιά.

Ακούγονται απλά ως «κυπριακά». Και μέσα σε αυτή τη γλωσσική συνύπαρξη, η ταυτόχρονη μετάφραση με υπέρτιτλους δεν γίνεται εμπόδιο αλλά γέφυρα.

Είναι συγκλονιστικό να ακούς ηθοποιούς και από τις δύο κοινότητες να μοιράζονται την ίδια σκηνή, τον ίδιο πόνο, την ίδια Κύπρο.

Η μουσική της Χριστίνας Γεωργίου ολοκληρώνει αυτή τη σύνθεση.

Νανουρίσματα στα τουρκικά, τραγούδια του γάμου, τραγούδια που έλεγαν οι γυναίκες καθώς άπλωναν τα ρούχα κι η παράδοση γίνεται ο ήχος που ενώνει όσα η ιστορία χώρισε. Η Μάνα Μαργαρίτα Ζαχαρίου Στον πυρήνα αυτής της τραγωδίας στέκεται η Μάνα. Η Μαργαρίτα Ζαχαρίου παραδίδει μια ερμηνεία συγκλονιστική, κρατώντας στις πλάτες της όλο το βάρος του διαγενεακού τραύματος.

Της έχουν σκοτώσει τον άντρα και τον μικρότερο γιο. «Μουσουλμάνοι τους σκότωσαν» λέει, και η φράση πέφτει σαν καταδίκη που δεν αφορά μόνο τους δράστες αλλά και την ίδια γιατί το μίσος που θρέφει μέσα της την έχει ήδη φυλακίσει. Η Ζαχαρίου χτίζει μια Μάνα που είναι ταυτόχρονα θύμα και θύτης.

Όταν η μοίρα την ξαναφέρνει αντιμέτωπη με τον ίδιο εφιάλτη —ο γάμος του εναπομείναντα γιου της απειλείται από τον έρωτα της Νύφης με τον Κενάν (Ιζέλ Σεϊλάνι)— εκείνη δεν διστάζει.

Στέλνει τον τελευταίο της γιο να πάρει εκδίκηση.

Τον στέλνει στον θάνατο.

Κι αυτό είναι το πιο τραγικό: η γυναίκα που έχασε τα πάντα από το μαχαίρι γίνεται εκείνη που σπρώχνει το τελευταίο της παιδί στη λεπίδα, νομίζοντας πως υπηρετεί τη δικαιοσύνη.

Ο φαύλος κύκλος του αίματος δεν σπάει ποτέ.

Διαγενεακό τραύμα και η θέση της γυναίκας Ένα από τα πιο δυνατά στοιχεία της παράστασης είναι ο τρόπος που φωτίζει τη θέση της γυναίκας και το πώς το τραύμα κληροδοτείται από γενιά σε γενιά.

Ο γάμος παρουσιάζεται όχι ως ένωση αλλά ως συναλλαγή, ως θεσμός που περιορίζει και υποτιμά τη γυναίκα.

Και η Μάνα, θύμα η ίδια αυτής της πατριαρχικής λογικής, γίνεται ο φορέας που τη μεταβιβάζει στην επόμενη γενιά — στον γιο της.

Παρόλα αυτά στιγμές η ίδια υμνεί την τρυφερότητα της ειρηνικής φύσης της γυναίκας: «Ήθελα να ήσουν κόρη, να μην πηγαίνεις στ' αμπέλι και να κρατάς μαχαίρι» λέει στον εναπομένοντα γιο.

Η φωτιά που δεν σβήνει Κι όμως, μέσα σε αυτό το σκοτάδι, υπάρχει μια φλόγα που αρνείται να σβήσει: ο έρωτας. Η Νύφη, παγιδευμένη ανάμεσα στο κοινωνικά αποδεκτό και το αληθινό της πάθος, λέει για τον Κενάν: «Ήρθε σαν κύμα και με πήρε». Είναι η στιγμή που η παράσταση θυμίζει πως ο έρωτας δεν λογαριάζει στερεότυπα, κοινωνικές προσταγές, εθνοτικές διαιρέσεις.

Όσο κι αν προσπαθείς να τον κρύψεις, εκείνος βρίσκει τρόπο να ξεχειλίσει.

Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει την καταστροφή.

Κι ο Κενάν ενσαρκώνει την μη αποφυγή της μοίρας, όσο κι αν της εναντιωθείς, σώμα και ψυχή.

Πιστός στον ρόλο του σε μια εναλλαγή θυμού και έρωτα και ταυτόχρονα σε μια αξιοθαύμαστη εναλλαγή από τα τούρκικα-κυπριακά στα ελληνικά-κυπριακά.

Οι υπόλοιποι ήρωες Η Γειτόνισσα, με τον χαρακτηριστικό ρόλο της γυναίκας που τα ξέρει όλα και τα μεταφέρει, δεν είναι απλώς μια κωμική ανάσα.

Είναι η συλλογική φωνή του χωριού, αυτή που κουτσομπολεύει, ναι, αλλά κι αυτή που τρέχει πρώτη όταν έρχεται το κακό. Η Υπηρέτρια, με τον συνδετικό της ρόλο, δίνει επίσης ανάσες κωμικότητας σε ένα έργο που αλλιώς θα ήταν ασήκωτο.

Και η σύζυγος του Κενάν , την οποία υποδύεται Τουρκοκύπρια ηθοποιός καθώς και η μητέρα της φέρνουν μαζί τους μια σπαρακτική αξιοπρέπεια, θυμίζοντας πως ο πόνος δεν έχει εθνικότητα.

Ο γιος, τραγική οντότητα που φαίνεται να μην μπορεί να ξεφύγει από τη Μοίρα του, όσο κι αν έχει επιλέξει μια ζωή καλοσύνης κι αγάπης.

Η στενή του σχέση με τη Μάνα, ο ομφάλιος λώρος που δεν κόβεται, τον οδηγεί κι αυτόν στον θάνατο όπως και τον πατέρα και τον αδερφό του.

Ο πατέρας της Νύφης, ψύχραιμος παρατηρητής της Μοίρας που εξελίσσεται, το αντίβαρο στις εντάσεις των υπολοίπων που καθοδηγούνται από τυφλό πάθος είτε έρωτα είτε μίσους είτε εκδίκησης. Η Ζητιάνα προσωποποιεί τον ίδιο τον Θάνατο.

Καθοδηγεί τη μοιραία σύγκρουση, φορώντας το μαύρο σάβανο που θα σκεπάσει τους δύο άνδρες στο τέλος.

Και από την άλλη το Φεγγάρι, ντυμένο στα λευκά σαν δέντρο/κλαδί, εμφανίζεται στον Ματωμένο Γάμο και στα Ματωμένα Στέφανα ως μια φιγούρα που κυκλοφορεί αναζητώντας αίμα, με σκοπό να φωτίσει το δάσος και να φέρει εις πέρας την τραγική συνάντηση.

Το λευκό της χρώμα εδώ λειτουργεί οξύμωρα.

Δεν παραπέμπει στην αγνότητα ή στο φως, αλλά στην παγωνιά, στον θάνατο και στο αστραφτερό, καθαρό μέταλλο του μαχαιριού που θα εκτελέσει. Το Φεγγάρι προκαλεί τη χυμαγιά του αίματος, κάνοντας το σκοτάδι διαπερατό για να μπορέσουν οι άντρες να αλληλοσκοτωθούν.

Ενώ το στοιχείο του άκαμπτου δέντρου παραπέμπει στην ατάραχη αρχέγονη φύση και στη σιωπή που επιβάλλει η ανώτερη τάξη πραγμάτων.

Οι συμβολισμοί και το τέλος Το δέντρο στο κέντρο της σκηνής κόβεται.

Είναι η στιγμή που ο κόσμος καταρρέει. «Οι ιστορίες τελειώνουν με λέξεις», λέει το κείμενο. «Οι άντρες με χώμα». Και η Μάνα μένει μόνη, χήρα και αμήτωρ πια, να μοιρολογά.

Η εικόνα της ολομόναχης γυναίκας, που το μίσος της έφαγε ό,τι αγαπούσε, είναι η τελευταία εικόνα που μένει στον θεατή.

Και είναι συγκλονιστική.

Τα «Ματωμένα Στέφανα» δεν είναι απλώς μια κυπριακή εκδοχή του «Ματωμένου Γάμου». Είναι μια παράσταση-καθρέφτης.

Σε κοιτάζει και σε ρωτά: «Εσύ τι κάνεις με το μίσος που κληρονόμησες; Το θρέφεις ή το αφήνεις να πεθάνει;». Ο Λόρκα έγραψε για την Ανδαλουσία του 1932· η ΕΘΑΛ τον φέρνει στην Κύπρο του 2025 και μας δείχνει πως η ανθρώπινη ψυχή, στους τόπους που πονάνε, δεν αλλάζει και πολύ. «Ό,τι δεν έρχεται στη συνείδηση, επιστρέφει ως μοίρα», έλεγε ο Carl Jung.

Αυτή η παράσταση είναι μια γενναία προσπάθεια να φέρει κάτι στη συνείδησή μας.

Και το κάνει με έναν τρόπο που δύσκολα ξεχνάς: με ποίηση, με αίμα, και με μια λευκή σκηνή που στο τέλος βάφεται κόκκινη.

Μία φορά.

Και είναι αρκετή. Συντελεστές Κείμενο: Φ. Γ. Λόρκα Μετάφραση: Μαρίνα Δημητρίου Διασκευή/Δραματουργική Επεξεργασία: Αχιλλέας Γραμματικόπουλος- Μιχάλης Κολοκοτρώνης Σκηνοθεσία: Αχιλλέας Γραμματικόπουλος Βοηθός Σκηνοθέτης: Μιχάλης Κολοκοτρώνης Σκηνικά/Κοστούμια: Γιώργος Γιάννου Μουσική-στίχοι τραγουδιών/ ηχητικά τοπία: Χριστίνα Γεωργίου Σχεδιασμός φωτισμού: Βασίλης Πετεινάρης Στούντιο κινησιολογικής προετοιμασίας: Μαρί Τζαγκιγκιάν Ιωάννου Βοηθός Σκηνοθέτη: Γιάννα Γεωργιάδου Επί σκηνής: Τζεβαχίρ Τζασγκίρ, Αχιλλέας Γραμματικόπουλος, Γιώργος Ευαγόρου, Μαργαρίτα Ζαχαρίου, Ραφαέλλα Καβάζη, Μελίνα Κουτσόφτα, Ανδρέας Λόντου, Κωνσταντίνα Ξενοφώντος, Ευαγγελία Ονουφρίου, Ζέχρα Παρλιντάκ, Ιζέλ Σεϊλανί, Δήμητρα Χατζηγιάννη.

Μουσικός επί σκηνής: Χαράλαμπος Παντελή Μετάφραση κειμένου στην Τουρκική: Τσαγντάς Πολίλι Φωτογραφίες: Γιώργος Γιάννου Επιμέλεια προγράμματος – Έρευνα : Γιάννα Γεωργιάδου *Σήμερα η τελευταία παράσταση, στη Λευκωσία

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences