Βροντάει ο Όλυμπος Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα, μουγκρίζουν τ' Άγραφα, σειέται η Στεριά. στ’ άρματα, στ’ άρματα εμπρός στον αγώνα για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά. Ξαναζωντάνεψε τ’ αρματολίκι...
Βροντάει ο Όλυμπος Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα, μουγκρίζουν τ' Άγραφα, σειέται η Στεριά. στ’ άρματα, στ’ άρματα εμπρός στον αγώνα για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά.
Ξαναζωντάνεψε τ’ αρματολίκι, τα μπράτσα σίδερο φλόγα η ψυχή λουφάζουν τρέμοντας οι ξένοι λύκοι την εκδικήτρα μας αντρίκια ορμή. Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα στέλνει περήφανο χαιρετισμό.
Μιας ανάστασης νέας χτυπά η καμπάνα μηνάν τα όπλα μας το λυτρωμό.
Σπάμε την άτιμη την αλυσίδα που μας εβάραινε θανατερά θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά.
Από την έκδοση του Τομέα ΕΠΟΝ Προαστείων (1944). Περιέχεται σχεδόν σε όλες τις συλλογές και δημοσιεύσεις αντάρτικων τραγουδιών, ήδη από τον καιρό της Κατοχής.
Ο συνθέτης του τραγουδιού Άκης Σμυρναίος το έχει παρουσιάσει, μετακατοχικά, για τετράφωνη μικτή χορωδία, χωρίς συνοδεία.
Στη συλλογή Πολιτικά Θέματα, υπό τον τίτλο «Στ’ άρματα», δημοσιεύεται μια παραλλαγή της πρώτης στροφής: Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα, φλόγες ξεπήδησαν κι απ’ το Μωριά.
Στ’ άρματα! Στ’ άρματα! Εμπρός στον Αγώνα, για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά! Στο βιβλίο Τα τραγούδια της Αντίστασης, εκδοτικό Νέα Ελλάδα (1951), υπάρχει η εξής ενδιαφέρουσα υποσημείωση: «Η αρχική μουσική του άλλαξε σιγά σιγά στο στόμα του λαού». Πρόκειται για αντάρτικο τραγούδι (εμβατήριο) σε στίχους του ποιητή και δημοσιογράφου Νίκου Καρβούνη (1880-1947) και μελωδία του Αστραπόγιαννου, ψευδώνυμο του μουσικοσυνθέτη Άκη Σμυρναίου (1912–1984), του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Γαληνός Κιοσόγλου. Ο Σμυρναίος γεννήθηκε στη Σπάρτη της Μικράς Ασίας και σπούδασε μουσική στην Αθήνα.
Το 1937 φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία.
Έγραψε αρκετά τραγούδια για την Αντίσταση.
Θεωρείται σημαντικός συνθέτης του ελαφρού τραγουδιού, ειδικά στις δεκαετίες 1950 και 1960. Ο Νίκος Καρβούνης γεννήθηκε στην Ιθάκη.
Εργάστηκε σαν δημοσιογράφος.
Μαζί με τον Κώστα Βάρναλη εξέδιδε το φιλολογικό περιοδικό «Ηγησώ». Το 1912, συμμετείχε στους βαλκανικούς πολέμους σαν πολεμικός ανταποκριτής με το τάγμα των Επτανησίων Γαριβαλδινών.
Το 1932 ήταν στέλεχος της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης» (Διεθνής Εργατική Βοήθεια). Το 1936 εξορίστηκε στη Γαύδο.
Κατά την Κατοχή φυλακίστηκε στο στρατόπεδο της Λάρισας.
Αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, εντάχτηκε στο ΕΑΜ και ανέβηκε στο βουνό όπου ανέλαβε το Γραφείο Τύπου στην ΠΕΕΑ και το πρώτο ελεύθερο πρακτορείο ειδήσεων.
Μεταξύ άλλων ανέλαβε σημαντικές αποστολές, για λογαριασμό του ΕΑΜ, στην Αγγλία, Αμερική, Γαλλία και Σοβιετική Ένωση. Ο Ηλίας Πετρόπουλος αναφέρεται μάλλον απαξιωτικά στον Καρβούνη και στέκεται στη μεταθανάτια νεκρολογία του: «Ο Νίκος Καρβούνης πέθανε στις 17.2.1947. … Όταν, λοιπόν, πέθανε ο Καρβούνης η εφημερίδα Καθημερινή τον τίμησε με μια πολύ καλή νεκρολογία, που έκανε αίσθηση, αφού η Καθημερινή ήτανε και παραμένει αντικομμουνιστικό έντυπο.
Οι αριστεροί ξαφνιάστηκαν από τη εν λόγω νεκρολογία, γιατί αγνοούσαν τα αίτια που ώθησαν την Καθημερινή στο τόλμημά της.
Η εξήγηση είναι απλούστατη: ο Νίκος Καρβούνης ήταν μεγάλος μασόνος.
Προφανώς, η νεκρολογία της Καθημερινής υπαγορεύτηκε από την τεκτονική στοά όπου ανήκε ο μακαρίτης.» Ο Ανδρέας Μουντρίχας (Ορέστης) κορυφαίος καπετάνιος του ΕΛΑΣ αφηγείται: «Πριν φύγω για έξω όμως, είδα και τον Καρβούνη.
Κάθε φορά που κατέβαινα στην Αθήνα τον έβλεπα, όπως και τον Κτιστάκη, παρ' όλον ότι ήσαν τότε υπό δυσμένειαν.
Σ' αυτό το ζήτημα δεν ήμουνα ποτέ «υποδειγματικός κομμουνιστής». Ποτέ δεν έκοψα τις σχέσεις μου με τους παληούς φίλους ή γνωστούς μου, ούτε με τους «αστούς», ούτε ακόμη – και αυτό ήταν το τρομερώτερο – με τους απομονωμένους και υπό δυσμένειαν συντρόφους.
Τον είδα τον Καρβούνη τότε στο σπίτι του, πίσω από το Γαλλικό Νοσοκομείο.
Εκεί τον είχα ξαναδή και άλλοτε, και μαζί με τον Κτιστάκη.
Όταν βρισκόμουν σε δίλημμα, να κάνω αντάρτικο, παρά τους δισταγμούς της ηγεσίας, τα είχαμε μιλήσει πάλι οι τρεις εκεί. Ο Κτιστάκης παρ' όλον ότι δικαίωνε απόλυτα τις σκέψεις μου, δίσταζε και να με συμβουλεύση και να το αποφασίσω. -Τι να το κάνω αν δικαιωθώ αργότερα; του είπα κάποια φορά.
Ο σκοπός δεν είναι να γίνω επικριτής της ηγεσίας μια μέρα.
Σκοπός είναι να γίνη εκείνο που πρέπει.
Τότε ο Καρβούνης – παληός αγωνιστής του Βορειοηπειρωτικού αγώνος – σηκώθηκε, μ' αγκάλιασε και με φίλησε.
Τότε το αποφάσισα οριστικώς, αφού και ο Κτιστάκης κλονίστηκε.
Τώρα όμως ο Καρβούνης – πάντα γεμάτος με νεανικό ενθουσιασμό – με ήθελε και για κάτι άλλο.
Είχε συνθέσει ένα τραγούδι, ένα θούριο, για το αντάρτικο.
Το «Βροντάει ο Όλυμπος». Είχε προχωρήσει μάλιστα και στην μελοποίησί του.
Μια γνωστή του κυρία, καθηγήτρια του Ωδείου, η κυρία Μ.Δ., το είχε μελοποιήσει, πάνω στα χνάρια της «Αΐντα» του Βέρντι.
Από τους στίχους ενθουσιάστηκα.
Το άλλο όμως δεν με ικανοποίησε.
Ίσως και δεν το απέδιδε καλά ο Καρβούνης, όπως το έπαιζε με τα δυο δάχτυλα στο πιάνο, και όπως προσπαθούσε, μάταια, να το τραγουδήση. - Άσε του είπα.
Έχω ένα μουσικό έξω.
Ας μην είναι καθηγητής αυτός.
Τα ζη όμως αυτά που γράφεις και θα το μελοποιήση καλύτερα.
Πιο βροντερό.
Βροντές δεν θέλεις; Αρκεί να μου το επιτρέπης. - Ορέστη μου «δικό σου είναι», δεν είναι δικό μου.
Πάρτο και κάνε ό,τι καταλαβαίνεις.
Σε δυο μέρες, στην αμμουδιά της Αλυκής, ο Αστραπόγιαννος (Γαληνός), «συλλάβιζε» τους στίχους του Καρβούνη στην κορνέτα του.
Είπα δεν ήταν καθηγητής, ήταν ένας απλός μουσικός, αλλά ήταν αντάρτης.
Το αποτέλεσμα μας δικαίωσε.
Όπως ανηφορίζαμε για την Ρούμελη, οι άνδρες των δύο υπαρχηγείων (Λειβαδιάς και Θηβών, το άλλο έμενε ν' ανεβή σε λίγες μέρες) το μάθαιναν.
Και όταν φθάσαμε στο Μαυρολιθάρι, στις πλαγές της Γκιώνας, οι αντάρτες μου, οι Αρβανίτες, τραγουδούσαν, “Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα...” Σε λίγο το τραγουδούσαν σ' όλη την Ελλάδα» Ο Νίκος Καρβούνης έχει αφηγηθεί ο ίδιος τη γέννηση του τραγουδιού: «Έχει ιστορία το πώς γράφτηκε το “Βροντάει ο Ολυμπος”. Ο Ν. Καρβούνης, όταν στην Κατοχή ρωτήθηκε από τον δημοσιογράφο Β. Γεωργίου αν γράφει ποιήματα, αποκρίθηκε: “Κάποτε - κάποτε.
Κι αν χρειαστεί, γράφω και θούρια” και συμπλήρωσε πως το “Βροντάει ο Όλυμπος” ήταν “δημιούργημα ενός ξενυχτιού, προϊόν έξαρσης και οργής μαζί”. “Ήταν τότε”, είπε ο Καρβούνης, “που οι αρχηγοί και αρχηγίσκοι των παλιών κομμάτων, ενώ δεν κουνούσαν ούτε το μικρό δαχτυλάκι τους και συστήνανε σα γραμμή συμπεριφοράς απέναντι στους φασίστες κατακτητές την αναμονή, θέλησαν να εκμεταλλευτούν τη δύσκολη κατάστασή μου.
Ένας μάλιστα απ' αυτούς, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, με κάλεσε να μιλήσουμε.
Όταν, αντί να τα βάλει με τους κατακτητές έστρεψε τα πυρά του στο οργανωμένο επαναστατικό και απελευθερωτικό κίνημα και μου έκανε ανεπίτρεπτους υπαινιγμούς γύρω από τη θέση μου, του έδωσα την απάντηση που του χρειαζόταν.
Γυρίζοντας σπίτι μου, ήμουν σε τέτοιο βαθμό οργισμένος κι αηδιασμένος από τη στάση του και γενικά από τη διαγωγή των αστών πολιτικών, που μου ήρθε άμεσα η ανάγκη να αντιδράσω.
Δεν έκλεισα μάτι εκείνο το βράδυ.
Κάθισα κι έγραψα τους στίχους και την ίδια νύχτα, κατά τα ξημερώματα, σύνθεσα και τη μουσική του.
Το πρωί το έδωσα σ' ένα γνωστό μου νέο να το κυκλοφορήσει ανώνυμα”. Λίγες μέρες αργότερα, ο Ν. Κ. έφυγε για τα βουνά της Ρούμελης.
Εκεί άκουσε και το ηρωικό τραγούδι του, μελοποιημένο από έναν μουσικό, με το ψευδώνυμο “Αστραπόγιαννος”» Γράφει για το τραγούδι ο Δημήτρης Κρέμος, στις 29.5.1943: «Οι νεολαίοι της περιοχής μας μου ζήτησαν να τους βοηθήσω να δακτυλογραφήσουν, και να τυπώσουν στον πολύγραφο, τρία τραγούδια, για να γίνουν γνωστά σε όλους τους συναγωνιστές… Δεν έφερα καμιά αντίρρηση, γνωρίζοντας μάλιστα ότι, δυστυχώς, ελάχιστοι ξέρουν από γραφομηχανή και από πολύγραφο… Το ένα τραγούδι ακούστηκε μόλις πριν από λίγες μέρες και, όπως λένε, και τα λόγια του και η μουσική του είναι έργο λογίων μετέχουν ενεργά στο ΕΑΜ… Είναι τραγούδι αρρενωπό, καθαρώς αντάρτικο και σε ρυθμό εμβατηρίου…» Οι στίχοι του Νίκου Καρβούνη οργανώνονται σαν πολεμικός θούριος.
Από τον πρώτο κιόλας στίχο, η φύση μπαίνει στον πόλεμο. Ο Όλυμπος «βροντάει», η Γκιώνα «αστράφτει», τ’ Άγραφα «μουγκρίζουν», «σειέται η Στεριά». Τα βουνά γίνονται ζωντανά υποκείμενα του αγώνα.
Το αντάρτικο εμφανίζεται σαν φυσική συνέχεια της ίδιας της ελληνικής γης.
Η προσωποποίηση της φύσης συνδέεται άμεσα με τη δημοτική και κλέφτικη παράδοση, όπου το βουνό λειτουργεί ως χώρος ελευθερίας, καταφυγής και εξέγερσης.
Εδώ όμως η εικόνα αποκτά μαζική και πανεθνική διάσταση: ολόκληρη η ορεινή Ελλάδα μοιάζει να καλεί στα όπλα.
Η επαναλαμβανόμενη κραυγή «στ’ άρματα, στ’ άρματα» λειτουργεί σαν συλλογικό σύνθημα – επιταγή κινητοποίησης.
Η εμβατηριακή δομή του τραγουδιού, οι κοφτοί τονισμοί και η συνεχής κίνηση προς τα εμπρός το κάνουν ιδανικό για ομαδικό τραγούδισμα σε πορείες και συγκεντρώσεις.
Η δεύτερη στροφή μεταφέρει άμεσα το αντάρτικο μέσα στη μακρά ιστορική διάρκεια του ελληνικού ένοπλου αγώνα: Ξαναζωντάνεψε τ’ αρματολίκι… Ο ΕΛΑΣ παρουσιάζεται ως αναβίωση των αρματολών και των κλεφτών.
Το σχήμα αυτό είναι κεντρικός ιδεολογικός μηχανισμός της εαμικής Αντίστασης.
Το αντάρτικο του 1940 εμφανίζεται ως συνέχεια του 1821.
Το τραγούδι αποδίδει μουσικά και ποιητικά αυτό που το ΕΑΜ επιχειρούσε πολιτικά: να παρουσιάσει την Εθνική Αντίσταση ως νέα εθνική παλιγγενεσία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η στροφή με τον Γοργοπόταμο και την Αλαμάνα: Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα / στέλνει περήφανο χαιρετισμό.
Εδώ ενώνονται δύο ιστορικές στιγμές: η ανατίναξη του Γοργοποτάμου και η θυσία του Αθανάσιου Διάκου στην Αλαμάνα.
Το τραγούδι δημιουργεί έναν ενιαίο ιστορικό χρόνο, όπου το 1821 και η Αντίσταση συνομιλούν άμεσα.
Η «καμπάνα» της «νέας ανάστασης» μετατρέπει τον αγώνα σε εθνική αναγέννηση.
Η αναφορά στον Γοργοπόταμο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για έναν ακόμη λόγο.
Μεταγενέστεροι σχολιαστές, όπως ο συνθέτης Δημήτριος Σούτζος, προσπάθησαν να υποβαθμίσουν τη συμμετοχή του ΕΛΑΣ στην επιχείρηση, παρουσιάζοντας την ανατίναξη κυρίως ως έργο του Ζέρβα και του ΕΔΕΣ.
Το ίδιο το τραγούδι δείχνει ότι ο Γοργοπόταμος ενσωματώθηκε αμέσως στο ελασίτικο φαντασιακό.
Η σημασία του ήταν κυρίως ψυχολογική και συμβολική.
Για πρώτη φορά μετά την Κατοχή, ένα μεγάλο σαμποτάζ έδινε την αίσθηση ότι ο κατακτητής δεν ήταν ανίκητος.
Η τελευταία στροφή ανοίγει ακόμη περισσότερο τον ορίζοντα του τραγουδιού.
Η «λεύτερη πατρίδα» συνδέεται με την «πανανθρώπινη λευτεριά». Το τραγούδι ξεκινά ως εθνικοαπελευθερωτικός θούριος αλλά καταλήγει σε καθολικό ιδεολογικό μήνυμα.
Αυτό το πέρασμα από το εθνικό στο πανανθρώπινο αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του εαμικού λόγου: η απελευθέρωση της Ελλάδας παρουσιάζεται ως τμήμα ενός ευρύτερου αντιφασιστικού και κοινωνικού αγώνα.
Το συνοδό υλικό φωτίζει και τον τρόπο δημιουργίας του τραγουδιού.
Οι μαρτυρίες του Ανδρέα Μουντρίχα (Ορέστη) και του ίδιου του Καρβούνη δείχνουν ότι το τραγούδι γεννήθηκε μέσα στην ίδια τη δυναμική της Αντίστασης. Ο Καρβούνης παρουσιάζεται γεμάτος «νεανικό ενθουσιασμό», οργισμένος από τη στάση των παλιών αστικών πολιτικών, με άμεση ανάγκη να απαντήσει μέσω ενός «θουρίου». Ενδιαφέρον έχει ότι αρχικά επιχειρήθηκε μια πιο λόγια μελοποίηση, «στα χνάρια της Αΐντας του Βέρντι», η οποία δεν ικανοποίησε τον Ορέστη.
Η τελική μορφή προέκυψε όταν ο Αστραπόγιαννος — ο Άκης Σμυρναίος — «συλλάβιζε» τους στίχους με την κορνέτα του στην αμμουδιά της Αλυκής.
Το τραγούδι μετασχηματίζεται από λόγια σύνθεση σε αυθεντικό αντάρτικο εμβατήριο μέσα στο περιβάλλον του αγώνα.
Η μαρτυρία του Κρέμου από τις 29 Μαΐου 1943 επιβεβαιώνει τη στιγμή της διάδοσης.
Το τραγούδι «ακούστηκε μόλις πριν από λίγες μέρες» και ήδη πολυγραφείται από νεολαίους για να διαδοθεί παντού.
Αυτό δείχνει πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά για τη διάδοση των νέων τραγουδιών λειτούργησαν οι επικοινωνιακοί μηχανισμοί του ΕΑΜ.
Οι μεταγενέστερες ηχογραφήσεις — από τον Πάνο Τζαβέλλα, τον Πέτρο Πανδή, τη Μαρία Δημητριάδη ή τις διεθνείς εκδόσεις στη Γερμανία και τη Γαλλία — δείχνουν ότι το τραγούδι επέζησε πολύ πέρα από τις ιστορικές συνθήκες που το γέννησαν.
Παρέμεινε το πιο αναγνωρίσιμο μουσικό σύμβολο του εαμικού αντάρτικου.
Στη φωτογραφία, ο Νίκος Καρβούνης.
Στο πρώτο σχόλιο το τραγούδι όπως το ενορχήστρωσε ο Θάνος Μικρούτσικος και το τραγουδούν η Μαρία Δημητριάδη και η Αφροδίτη Μάνου.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους