Όσοι με ξέρουν καλά (και με αγαπούν αρκετά, ώστε να μη θέλουν να μου το επισημάνουν ως κουσούρι) γνωρίζουν πως είμαι γενικώς αλογοτέχνητος (μου το υπογράμμισε ο κορέκτορ, δεν ξέρω γιατί, προχωράμε...
Όσοι με ξέρουν καλά (και με αγαπούν αρκετά, ώστε να μη θέλουν να μου το επισημάνουν ως κουσούρι) γνωρίζουν πως είμαι γενικώς αλογοτέχνητος (μου το υπογράμμισε ο κορέκτορ, δεν ξέρω γιατί, προχωράμε...). Η λογοτεχνία γενικώς δε με συγκινεί και, όσους Ντοστογιέφσκι, Παπαδιαμάντηδες, Μπαλζάκ και Τζόυς κι αν πάλεψα, δεν νομίζω ότι διορθώνεται.
Κάτι η αλαζονική πεποίθηση ότι σε ένα δικαστικό αρχείο του 19ου αιώνα μπορώ να βρω υλικό ανώτερο κι από το πιο ευφάνταστο μυθιστόρημα, κάτι εκείνα τα Κλασικά Εικονογραφημένα της παιδικής ηλικίας που σε έκαναν να νομίζεις πως κατέκτησες την Μπρωντέ, τον Μέλβιλ και τον Στήβενσον μαζί, τα σχετικά μου διαβάσματα είναι περιορισμένα.
Επιλεκτικές παραχωρήσεις κάνω για τη λογοτεχνία με ιστορικό περιεχόμενο, αφορμήσεις ή έστω αναφορές στη νεώτερη ιστορία του 19ου και 20ου αιώνα (εξαίρεση ίσως ένα βιβλίο που με συγκλόνισε στα 16 μου, τις Πύλες της Φωτιάς του Στήβεν Πρέσφηλντ) και δεν είναι λίγα τα βιβλία που έχω ερωτευτεί.
Έναν τέτοιο (δυνατό) αναγνωστικό έρωτα έπαθα πέρυσι με το βιβλίο Εντολή Άνωθεν του Γιώργου Κατσιπάνου (εκδόσεις Βακχικόν, 2025). Ένα νουάρ μυθιστόρημα, με το οποίο ο συγγραφέας συστήνεται στα λογοτεχνικά γράμματα.
Η πλοκή εκτυλίσσεται στο Αγρίνιο του σήμερα με φόντο μια σειρά ανεξιχνίαστων τελετουργικών φόνων που πάνε πίσω στην εποχή της Κατοχής και του Εμφυλίου και αναγκάζουν τις αστυνομικές αρχές με επικεφαλής τον κεντρικό χαρακτήρα, τον αστυνόμο Χαριτόπουλο, να καταβυθιστούν στα σκοτεινά βάθη της νεώτερης ιστορίας για να καταλάβουν τι αντιμετωπίζουν.
Το βιβλίο μου θύμισε (και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει) το Fatherland του Ντέιβιντ Χάρις, ένα εμβληματικό νουάρ και μάλιστα εναλλακτικής ιστορίας: Βερολίνο 1964, οι Ναζι έχουν νικήσει τον πόλεμο και μια σειρά τελετουργικών φόνων ταράζουν τα λιμνάζοντα νερά της παρηκμασμένης ναζιστικής μεγαλούπολης που έχει ξεχάσει τα παλιά μεγαλεία πλην κάποιων φανατικών που προσπαθούν να τα νεκραναστήσουν.
Πηγαίνοντας πολύ πιο πέρα από τα συνηθισμένα μοτίβα του νουάρ (διαφθορά, κατάθλιψη και σήψη σε κάποια μεγαλούπολη, κατά προτίμηση βροχερή), το βιβλίο κεντάει την πλοκή στο σύμπαν της συλλογικής μνήμης της δεκαετίας του '40 και την απογειώνει: Ένας αξιωματικός του ΕΔΕΣ που επιζεί από τη Μάχη της Άρτας το 1945 δολοφονείται από ομοϊδεάτες του που θέλουν να του κλέψουν τις λίρες που διέσωσε.
Η εκδίκηση που παίρνει ο γιος του μέσα απο μια σειρά φόνων οδηγούν σε μια αλυσίδα αποκαλύψεων που δοκιμάζουν τόσο το ντετεκτιβίστικο ένστικτο των χαρακτήρων όσο και την στάση που οφείλουν (ή θα έπρεπε να οφείλουν) να κρατήσουν απέναντι στην αυτοδικία.
Ως μέλη του συστήματος απονομής δικαιοσύνης θα κάνουν τη δουλειά τους, ωστόσο θα κλονιστούν, όπως και ο αναγνώστης/αναγνώστρια: Πόσο κολάσιμη είναι μια αυτοδικία που στο τέλος αποδεικνύεται από κάθε άποψη δίκαιη; Μια αυτοδικία που αποτελεί τον μόνο τρόπο δικαίωσης για ένα έγκλημα που είχε συντελεστεί σε μια εποχή -του Εμφυλίου- διαστροφής του δικαίου, όταν η δικαιοσύνη λειτουργούσε αποκλειστικά ως μηχανισμός, είτε ιδεολογικού φρονηματισμού, είτε προστασίας των συμφερόντων εκείνων που είχαν την εξουσία.
Ο συγγραφέας προικίζει το βιβλίο με καλά μελετημένες πληροφορίες γύρω από τα κατοχικά και εμφυλιακά της περιοχής, συμπληρώνοντας κατά βούληση με μια μετρημένη φαντασία το σενάριό του, δαμάζει υποδειγματικά τις πολλαπλές χρονικότητες και τις διαδρομές των προσώπων πάνω τους, μας πηγαινοφέρνει από τους Μελάτες Άρτας του 1945 στην Σπάρτη του 1998 και από κει στο Στάνο Αιτωλοακαρνανίας του 2020 για να μη χάσουμε στιγμή τα νήματα μεταξύ προσώπων και εποχών.
Το σενάριο είναι τόσο πυκνό που θα μπορούσε εύκολα να "μπατάρει" είτε προς έναν διδακτισμό περί ηθικής νομιμότητας της αυτοδικίας είτε προς ένα φλεξάρισμα ιστορικών πληροφοριών, αλλά τίποτα τέτοιο δε συμβαίνει.
Το μεγαλύτερο κατ' εμέ επίτευγμα του βιβλίου είναι πως δεν υποκύπτει στην προφανή ευκολία: να κεντήσει το σενάριο της αυτοδικίας στο αυτονόητο δίπολο (αριστεροί παίρνουν εκδίκηση από δεξιούς ή το αντίστροφο). Αντίθετα, κάνει την ευφέστατη κίνηση να την τοποθετήσει ανάμεσα σε μελη της ίδιας παράταξης: ΕΔΕΣίτες σκοτώνουν έναν ομοιδεάτη τους.
Και εδώ η αυτοδικία δεν αφορά πια πρόσωπα, αλλά όλο το μεταπολεμικό σκηνικό, την Εθνικοφροσύνη που έστησε για τον εαυτό της μνημεία δόξας και τιμής, αφού φρόντισε να σκεπάσει φριχτά εγκλήματα για τα οποία κανείς δεν τιμωρήθηκε, μιας και οι κακοήθεις μεταλλαξεις του ελληνικού μικροαστισμού, με θερμοκοιτίδες τα μελαγχολικά καφενεία, όπου η εικόνα του Ζέρβα μοστράρεται πλάι στη σημαία του ΠΑΣΟΚ, διαπιστεύουν μέχρι σήμερα το μήνυμα μιας κίβδηλης εθνικής συμφιλίωσης. Το Εντολή Άνωθεν είναι ένα μαύρο κουτί του Εμφυλίου (και από αυτή την άποψη δικαιούται να συγκαταλέγεται επάξια στα έργα της εμφυλιακής λογοτεχνίας), ένα πολιτικό σχόλιο για το σήμερα (από τα πιο πολιτικοποιημένα αλλά όχι στρατευμένα νουάρ που θα διαβάσετε) και βέβαια ένα υποδειγματικό εγχειρίδιο του πώς να γράφεις αστυνομική λογοτεχνία.
Όσοι ψάχνετε σόλιντ νουάρ χαρακτήρες (κατάθλιψη, ντρινκς, έρωτες, μελαγχολία, μοιραίες γυναίκες από το παρελθόν) θα αποζημιωθείτε με το παραπάνω.
Ακόμα πιο πολύ θα αποζημιωθείτε όσοι αναζητείτε τις αιτίες της παθογενούς Ελλάδας του 21ου αιώνα.
Πίσω από τις γραμμές της Εντολής Άνωθεν ο συγγραφέας μας καλεί να σκεφτούμε ρε μήπως είμαστε τελικά κοινωνία που την εξουσιάζουν τα μπάσταρδα μερικών ατιμώρητων νταβατζήδων του "πατριωτισμού" που σκότωσαν όσους και ό,τι μπορούσαν να τους θυμίσουν ότι είχαν σταθεί ανίκανοι να κερδίσουν έναν Εμφύλιο με αξιοπρέπεια.
Καμιά φορά χρειάζεται ένα βιβλίο για να γνωριστούμε όσοι μοιραζόμαστε ανησυχίες και καημούς για το χθες, το σήμερα και το αύριο αυτού του τόπου και να γίνουμε φίλοι. Φίλε Γιώργο σε ευχαριστούμε για το βιβλίο, κι εγώ σε ευχαριστώ που μου επέτρεψες να δω ποιος υπάρχει από πίσω.
Ένας υπέροχος άνθρωπος.
Στη φωτογραφία δεξιά ο συγγραφέας και ο υποφαινόμενος, λίγο αφού ο πρώτος έδωσε στον δεύτερο χοντρά λεφτά για να γράψει αυτή την ανάρτηση
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους