Αν όλοι σχεδόν σαν φτάνουν στο τέλος της ζωής τους φωνάζουν με πίκρα καρδιάς μαζί με τον Ιώβ: «Αι ημέραι μου παρήλθον εν βρόμω, ερράγη δε τα άρθρα της καρδίας μου, άδης μου ο οίκος.. Πού ουν έτι...
Αν όλοι σχεδόν σαν φτάνουν στο τέλος της ζωής τους φωνάζουν με πίκρα καρδιάς μαζί με τον Ιώβ: «Αι ημέραι μου παρήλθον εν βρόμω, ερράγη δε τα άρθρα της καρδίας μου, άδης μου ο οίκος.. Πού ουν έτι εστίν η ελπίς;;», κι αυτό που μυστικά αλλά με δύναμη ζητούσε η καρδιά μου από τα νιάτα της «τις όψεται»;; (Ιώβ ιζ’ 11-15) Γιατί λοιπόν μας δόθηκε αυτή η παράλογη ζωή;; Και να, με δίψα ζητά η ψυχή να συναντήση τον Θεό για να Του πή: Γιατί μου έδωσες τη ζωή; Χόρτασα από βάσανα… Με σκέπασε σκοτάδι… Γιατί κρύβεσαι από μένα; Ξέρω πως είσαι αγαθός αλλά πώς αδιαφορείς τόσο για την τραγωδία μου; Δεν μπορώ να σε εννοήσω… Έζησε στη γη ένας άνθρωπος, άνδρας με άσβεστη πνευματική δίψα, που λεγόταν Συμεών.
Προσευχόταν για πολύ καιρό με ασταμάτητο θρήνο «ελέησον με». Και δεν τον άκουγε ο Θεός.
Πέρασαν μήνες και μήνες με τέτοια προσευχή και οι δυνάμεις τής ψυχής του εξαντλήθηκαν.
Έφτασε στην απόγνωση και φώναξε: «Είσαι αδυσώπητος». Κι όταν μ’αυτές τις λέξεις ράγισε κάτι μέσα στην αποκαμωμένη από την απόγνωση ψυχή του είδε ξαφνικά τον ζώντα Χριστό.
Φωτιά γέμισε την καρδιά του κι όλο του το σώμα με τέτοια δύναμη που, αν κρατούσε ακόμα μια στιγμή η όραση, θα πέθαινε.
Ποτέ πια δεν μπορούσε να λησμονήση το ανείπωτα πράο, το απέραντα αγαπητικό, χαρούμενο και γεμάτο από υπερνοητή ειρήνη βλέμμα του Χριστού.
Και στα επόμενα χρόνια της μακράς ζωής του εμαρτυρούσε ακάματα πως «ο Θεός αγάπη εστίν», αγάπη άπειρη, που ξεπερνά κάθε νου.
Πηγή:Από το βιβλίο του Γέροντος Σωφρονίου, Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης ,από την εισαγωγή στον βίο του Αγίου, έκδ 2η, Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 1978.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους