ΩΡΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ... ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΔΑΝΑΛΗ Ο Ίσκιος του Πλάτανου – Θεσσαλονίκη, 1936 Ο Μάιος είχε καθίσει πάνω στα κεραμίδια της Άνω Πόλης και δεν έλεγε να φύγει. Το καλντερίμι...
ΩΡΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ... ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΔΑΝΑΛΗ Ο Ίσκιος του Πλάτανου – Θεσσαλονίκη, 1936 Ο Μάιος είχε καθίσει πάνω στα κεραμίδια της Άνω Πόλης και δεν έλεγε να φύγει.
Το καλντερίμι έβραζε.
Μόνο κάτω απ’ τον πλάτανο ανάσαινες.
Εκεί, δίπλα στον τρούλο του παλιού χαμάμ, άντεχε ακόμα το «Καφενείον» του μακαρίτη του Αντώνη. Ο Στράτος ήταν 12 χρονών.
Φορούσε το μπλε σακάκι του πατέρα του.
Του ’πεφτε μεγάλο στους ώμους, μα το φορούσε κάθε μέρα.
Ήταν το μόνο σακάκι που είχαν στο σπίτι μετά που ο πατέρας έφυγε για τα καράβια και δεν ξαναφάνηκε.
Στο χέρι κρατούσε το ψάθινο καλάθι της μάνας του.
Μέσα είχε δυο αυγά τυλιγμένα σε εφημερίδα και ένα σημείωμα: «Δέσποινα, δώσε μου ένα φλιτζάνι λάδι.
Θα στο ξεχρεώσω όταν γυρίσει ο άντρας μου.» Ο άντρας της δεν θα γύριζε.
Όλοι το ήξεραν.
Μα στη γειτονιά, λέγαμε ψέματα για να αντέξουμε. Ο Στράτος στάθηκε και κοίταξε τον τρούλο.
Από τις χαραμάδες έβγαινε βασιλικός.
Η κυρα-Δέσποινα τον φύτευε εκεί κάθε άνοιξη. «Για να μυρίζει ο Θεός πού είμαστε», έλεγε.
Δίπλα, ο κυρ-Μηνάς με τα παιδιά του έπαιζαν βώλους.
Ο μικρός ο Μήτσος, με το κόκκινο πουκάμισο, έτρεχε ξυπόλητος.
Τα πόδια του μαύρα από το χώμα.
Στην πόρτα στεκόταν η κυρα-Δέσποινα. 60 χρονών, ροζ ρόμπα ξεθωριασμένη, άσπρο τσεμπέρι δεμένο σφιχτά.
Πρόσφυγας απ’ την Τραπεζούντα.
Το ’22 ήρθε με τον Αντώνη της.
Το ’24 τον έθαψε.
Από τότε, είχε το καφενείο σέρβιρε νερό από την στάμνα, ίσκιο, και βερεσέ.
Όλη τη γειτονιά έγραφε στο τεφτέρι της.
Κοίταξε τον Στράτο.
Ήξερε τι ήθελε πριν ανοίξει το στόμα του. «Άφισ’ τα αυγά μέσα, παιδάκι μ’», του είπε, πάρε το λάδι και ένα λουκούμι για τον δρόμο. Ο Στράτος δεν μίλησε.
Οι άντρες δεν μιλούσαν πολύ τότε.
Έγνεψε μόνο.
Πήρε το μπουκαλάκι με το λάδι, το έβαλε στο καλάθι.
Το λουκούμι το έβαλε στην τσέπη του σακακιού.
Θα το έδινε στον Μήτσο τον μικρό που δεν είχε φάει από χθες.
Μέσα, οι δύο καρέκλες ήταν άδειες.
Παλιά, καθόταν ο Εβραίος ο Ζακίνο και παίζανε πρέφα με τον Αντώνη.
Τώρα ο Ζακίνο ήταν στην Παλαιστίνη. Ο Αντώνης στο χώμα.
Έμειναν οι καρέκλες να κοιτάνε η μία την άλλη.
Ο κυρ-Παντελής ο αστυνόμος περνούσε κάθε Τρίτη για τον «φόρο». Η κυρα-Δέσποινα του έδινε ένα ποτήρι νερό και του ’λεγε: «Κόψε μου πρόστιμο, Παντελή. Γράψε: Χρωστάει ίσκιο σε όλη τη γειτονιά.» Κι εκείνος έφευγε.
Γιατί είχε κι αυτός μάνα απ’ τη Σμύρνη.
Το μεσημέρι η γειτονιά σώπασε.
Τα παιδιά μάζεψαν τους βώλους.
Ο κυρ-Μηνάς πήρε τα παιδιά του να φάνε νερόβραστη αγκινάρα. Ο Στράτος τράβηξε για το σπίτι, με το καλάθι να γέρνει.
Η κυρα-Δέσποινα έμεινε μόνη.
Σκούπισε το κατώφλι με μια παλιά σκούπα.
Κοίταξε τον τρούλο.
Από την τρύπα φαινόταν λίγος ουρανός. «Αντώνη», μουρμούρισε. «Σήμερα δεν μπήκε φράγκο.
Μπήκε μόνο ο Στράτος. Είδες; Μεγάλωσε.
Φοράει το σακάκι σου και δεν του πέφτει πια και τόσο.» Ο πλάτανος έριξε ένα φύλλο.
Έπεσε μέσα στο άδειο καλάθι που είχε αφήσει μια γειτόνισσα το πρωί.
Η κυρα-Δέσποινα το πήρε, το μύρισε.
Μύριζε καλοκαίρι και φτώχεια.
Τα ίδια.
Θεσσαλονίκη, 1936.
Η πόλη ακόμα μετρούσε τις πληγές της.
Απ’ τη φωτιά του ’17, απ’ τους πρόσφυγες του ’22, απ’ το Κραχ του ’29. Οι δρόμοι είχαν Τούρκους, Εβραίους, Έλληνες, Αρμένηδες, μα κάθε χρόνο λιγότερους.
Όλοι φεύγαν ή τους φεύγαν.
Μα ο πλάτανος έμενε και το καφενείο με τον τρούλο και η κυρα-Δέσποινα έμενε.
Για να έχει πού να ακουμπήσει ο Στράτος το καλάθι του.
Για να έχει πού να κρυφτεί ο Μήτσος ο ξυπόλητος όταν τον κυνηγούσε ο ήλιος γιατί οι πόλεις δεν τις κρατάνε οι πολιτικοί.
Τις κρατάνε οι γριές με τις ροζ ρόμπες που κερνάνε ίσκιο με βερεσέ. Άννα Δανάλη Μυθοπλασία Πηγή Ομφαλός της Γης ΙΙ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους