[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Θ’ ΑΡΧΙΣΟΜΕ από την πείνα. Αφού σκλαβώθηκε η Ελλάδα από τους Γερμανούς, αποκλειστήκαμε στον ίδιο μας τον τόπο, νιώθαμε ξένοι! Τίποτις δε μας έδιναν. Ο ένας θα έτρωγε τον άλλο, σκεφτόμουν. Οι χωριάτες...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Θ’ ΑΡΧΙΣΟΜΕ από την πείνα. Αφού σκλαβώθηκε η Ελλάδα από τους Γερμανούς, αποκλειστήκαμε στον ίδιο μας τον τόπο, νιώθαμε ξένοι! Τίποτις δε μας έδιναν.

Ο ένας θα έτρωγε τον άλλο, σκεφτόμουν.

Οι χωριάτες είχαν απέραντα χωράφια και σπέρνανε πολλά πράγματα, ενώ ο Βροντάδος* , ειδικά ο Βροντάδος, ήταν τελείως γυμνός, κόρη μου! Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος, όλοι οι άντρες έλειπαν.

Ήταν στα καράβια.

Μόνο γυναικόπαιδα και γέροι μείναμε εδώ, να μαραινόμαστε μέρα με τη μέρα, αργά και βασανιστικά.

Το μόνο καλό μέσα σε όλα ήταν ότι το σχολείο μου – προς το παρόν – δεν έκλεισε.

Κάποια στιγμή σταμάτησε, αλλά για λίγο.

Τώρα δε θυμούμαι πότε ακριβώς. Οι Γερμανοί δε μας πείραξαν πολύ εμάς εδώ.

Έκαναν τις περιπολίες τους, πότε-πότε τραβούσαν για «φοβέρα» καμιά πιστολιά, «για επίδειξη δύναμης», όπως έλεγε ο Δημητρός, ο δάσκαλος.

Δεν ξέρω ίντα πράγματα ήταν αυτά που έκαναν ούτε γιατί τα έκαναν.

Εγώ πείναγα και φοβόμουν.

Αυτήν την μπότα του Γερμανού δε θα την ξεχάσω ποτέ μου! Ωραία, μαύρη, γυαλιστερή! Σχεδόν τις θαυμάζαμε εμείς τα παιδάκια.

Τότε εγώ είχα ζητήσει από τη μάνα να μου πάρει, αλλά εδώ να φάμε δεν είχαμε, μπότες θα μου αγόραζε, θα μου πεις! Το βράδυ, θαρρείς, οι μπότες άλλαζαν μορφή, γίνονταν απειλητικές. Οι Γερμανοί πέρναγαν έξω από τα σπίτια τη νύχτα, κάνοντας περιπολίες. «Μπαμ! Μπουμ!» μπότα ήταν αυτό ή βόμβα; Εμείς τρέμαμε, σου λέω, τρέμαμε! Ρωτάγαμε ο ένας τον άλλον ψιθυριστά: «Πέρασε την πόρτα;». «Σιωπή!» φώναζε η γιαγιά. «Πέρασε, πέρασε, Βαγγελιώ μου», έλεγε η μάνα και η καρδιά μου επέστρεφε, έστω και καθυστερημένα, στη θέση της.

Ευτυχώς το σπίτι μου δε βρισκόταν κατάδρομα. Οι Γερμανοί περνούσαν από τους κεντρικούς δρόμους, κυρίως.

Εκεί πάλι: «Μπαμ! Μπουμ!». Τις χτυπούσαν δυνατά και ρυθμικά.

Αναρωτιόμουν αν έκαναν πρόβες για να πετύχουν αυτόν τον συγχρονισμό.

Όλα αυτά, έλεγε η γιαγιά, τα έκαναν για να φοβίζουν τον κόσμο.

Το βράδυ έπρεπε όλα τα φώτα να είναι κλειστά.

Ένα κερί είχε μόνο η μάνα, που το φύλαγε για περίπτωση ανάγκης.

Δεν το άναβε σχεδόν ποτέ.

Επίσης, ούτε λαλιά δεν μπορούσαμε να βγάλουμε τα βράδια.

Με τον παραμικρό ήχο, οι Γερμανοί έμπαιναν στα σπίτια και έψαχναν σαν δαιμονισμένοι, θαρρείς, μήπως βρούνε αντάρτες ή ακόμα και όπλα.

Ακουγόταν, τότε, ότι θα έδιναν αμοιβή σε όποιον είχε την καλή θέληση να βοηθήσει τους Γερμανούς να εντοπίσουν τους αντάρτες.

Να δεις, κόρη μου, πόσοι πούλησαν την τιμή τους και τα αδέρφια τους για μια χούφτα φακές, μια χούφτα ρύζι και λίγο λάδι! Η πείνα μας είχε θερίσει.

Αυτοί οργάνωναν συσσίτια της κακιάς ώρας! Το ελάχιστο του ελαχίστου μας έδιναν.

Μπορεί να μη μας σκότωναν, αλλά μας βασάνιζαν.

Η θάλασσα τότε ήταν γεμάτη ψάρια.

Κάθε λογής, σκορπιοί, χριστόψαρα, πεσκανδρίτσες και πολλά άλλα.

Λέγανε πως ο Θεός τα έριξε στη θάλασσα, για να χορτάσει ο λαός.

Οι ψαράδες δεν είχαν δει ποτέ τόσα ψάρια. Ο Βροντάδος, ξέρεις, είναι γεμάτος ψαράδες. Οι Γερμανοί φυσικά και το εκμεταλλεύτηκαν.

Θυμάμαι τον Γεωργαντή, τον νονό του αδερφού μου, του Μάρκου, ο οποίος πρωί και βράδυ καθόταν στη βάρκα του γυαλίζοντάς την και φτιάχνοντας τα δίχτυα.

Πιο πολύ από άνθρωπο την αγαπούσε.

Χιόνα την είχε ονομάσει.

Ήταν ολόλευκη και ο ίδιος είχε ζωγραφίσει γλάρους στην πλώρη της.

Με σύννεφο έμοιαζε, νομίζω.

Μια μέρα, λοιπόν, ο Γιωργαντής είχε ξυπνήσει από τις τρεις τα ξημερώματα και ξανοίχτηκε στο πέλαγος για την καθημερινή ψαριά.

Η ώρα είχε πάει δύο το μεσημέρι, μα δεν είχε επιστρέψει.

Όλοι είχαν ανησυχήσει, είχε μαζευτεί πολύς κόσμος στο λιμάνι, όπως και εγώ με τη μάνα μου, μαζί και οι Γερμανοί.

Ξαφνικά φάνηκε από μακριά η βάρκα του, αλλά κινούνταν με πολύ αργό ρυθμό, όλοι απόρησαν.

Το θέαμα ήταν εκπληκτικό, τα δίχτυα ήταν γεμάτα ψάρια, κόντευαν να σπάσουν! Ο Γιωργαντής είχε σχεδόν δακρύσει.

Αναψοκοκκινισμένος και με τον ιδρώτα να τρέχει ποτάμι, πήδηξε έξω από τη βάρκα και άρχισε να τραβάει τα δίχτυα.

Όταν τελικά τα έβγαλε έξω, τον πλησίασαν οι Γερμανοί και ο διερμηνέας τους του είπε: «Μπράβο, σήμερα έπιασες πολλά». Το βλέμμα του Γιωργαντή σκοτείνιασε, λες και ήξερε τι θα ακολουθήσει. Δυο Γερμανοί τον έπιασαν και τον απομάκρυναν από τη βάρκα.

Έπειτα έσκισαν τα δίχτυα και κατέστρεψαν τα παραγάδια. Ο Γιωργαντής βούρκωσε, αλλά δε μίλησε.

Στη συνέχεια οι Γερμανοί πήραν σχεδόν όλα τα ψάρια.

Ο διερμηνέας πλησίασε και είπε στον Γιωργαντή «ευχαριστώ», με ειρωνικό ύφος.

Ούτε τότε μίλησε.

Ο γερμανός λοχαγός, τότε, πλησίασε τη Χιόνα. Ο Γιωργαντής σφίχτηκε.

Ο καταραμένος Γερμανός νόμιζε ότι μπορεί να παίζει με τις ψυχές των ανθρώπων.

Δεν του είπε κανείς ότι η ψυχή είναι ένα ανυπόταχτο αγρίμι! Με ένα σπίρτο τα έκαψε όλα.

Και τη Χιόνα και την ελπίδα του Γιωργαντή για ζωή.

Ακόμη, όταν φυσάει ο Ζέφυρος, νομίζω ότι ακούω τις σπαρακτικές κραυγές του να αντηχούν ανάμεσα στους βράχους του Πεληναίου.* Μετά απ’ αυτό, οι Γερμαναράδες μας είπαν να πάμε όξω από το καφενείο του Νιόνιου, όπου θα γινόταν η διανομή των υπόλοιπων ψαριών στον λαό.

Εκεί μας έβαλαν σε μια γραμμή και δεν έπρεπε να μετακινηθούμε.

Όποιος ξεγλιστρούσε, έτρωγε κλωτσιά και, αν μας έσπαγαν κανένα πόδι, δεν τους ένοιαζε. Του Μαθιού μια φόρα του σπάσανε το πόδι.

Δεκαπέντε χρονών ήταν, φαντάσου.

Πήγε σπίτι κλαίγοντας και η μάνα του, βλέποντας ότι δεν κρατούσε τα ψάρια που τον έστειλε να της φέρει, τον έκανε μαύρο στο ξύλο. «Μαθιέ, μια δουλειά δε γροικάς** να κάνεις!» είπε. «Μάνα άσε τα ψάρια, μάνα δες το ποδαράκι μου!» της απάντησε.

Αυτά γίνονταν και μας ξεραίνανε μέρα με τη μέρα. Στη Χώρα η κατάσταση ήταν χειρότερη.

Εκεί οι Γερμανοί κυνηγούσαν έλληνες αξιωματικούς που μίσθωναν βάρκες για να τους περάσουν απέναντι στη Σμύρνη.

Από κει ήθελαν να φύγουν για τη Γαλλία και τη Γερμανία, όχι για να γλυτώσουν το τομάρι τους, αλλά γιατί εκεί στα ξένα ακουγόταν ότι ήταν μαζεμένοι πολλοί Έλληνες και έκαναν συμβούλια, για να σκαρφιστούν κάποιο τρόπο, ώστε να ελευθερώσουν τη γλυκιά μας πατρίδα.

Όσους έπιαναν πριν την απόβασή τους, τους πήγαιναν εκεί στο Κοντάρι*** και τους αποτελείωναν, με ένα «μπαμ!». Στη Χώρα, λοιπόν, έτσι έφυγαν οι περισσότεροι.

Όσο περνούσε ο καιρός, η πείνα χειροτέρευε.

Ο πατέρας μου ξεμπάρκαρε και ήρθε στο σπίτι μας.

Δεν είχαμε φαγητό ούτε ρούχα.

Το σπίτι το βράδυ ήταν σκοτεινό.

Όσο είχαμε πετρέλαιο ήταν καλά, γιατί ανάβαμε τη λάμπα, όταν δεν είχαμε, άστα… Η μάνα μου, τον μικρό μου αδερφό, τον Λευτέρη, υπό το φως του κεριού τον γέννησε.

Όλα αυτά έκαναν τον πατέρα μου αγρίμι.

Μια μέρα λέει στη μάνα μου: «Κλεανθάκι, απ’ ούλες τις χαρές που μου ’δωκε ο Θεός είσαι η μεγαλύτερη!». Η μάνα μου αμέσως κατάλαβε ότι ο πατέρας κάτι ετοίμαζε: «Γιώργη μου, γιατί μου τα λες αυτά;» του είπε.

Εκείνος της χάιδεψε απαλά το μάγουλο και της ανακοίνωσε ότι αποφάσισε μαζί με άλλους χωριανούς να πάνε στη Σκιάθο κρυφά, για να φέρουν σιτάρι.

Θυμούμαι η μάνα έπεσε κατά γης, αγκάλιασε σφιχτά τον πατέρα από τα πόδια και φώναζε: «Γιώργη μου, μη φύγεις πασά μου, καλύτερα το έχω να πεινάω μια ζωή μαζί σου!». Εκείνος με αυστηρή φωνή είπε: «Θα πάγω!». Τρεις μέρες μετά, έφυγαν με το καΐκι του θείου Δημήτρη. «Άγιος Νικόλαος» ονομαζόταν, μαζί τους πήγαν άλλοι τρεις.

Α! ξέχασα να σου πω ότι παράλληλα έφυγε κι άλλο ένα καΐκι μαζί τους, ο «Πετεινός». Αυτό ήταν μεγάλο, είχε πολύ κόσμο.

Όταν έφυγαν είχε μπουνάτσα, λάδι ήταν η θάλασσα.

Φτάνοντας, όμως, κοντά στη Σκιάθο, ο καιρός μπάταρε.

Τα κύματα ήταν γιγάντια, έλεγαν, θαρρείς ήθελαν να κατασπαράξουν τα πλοία.

Ίσως κι αυτά να ήταν πεινασμένα.

Επίσης, είχε μεγάλα βράχια, φοβερά! Τα κύματα με μανία χτυπούσαν το καΐκι στα βράχια.

Τελικά έσπασε και δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω.

Οι άντρες φώναζαν του Πετεινού: «Σύντροφοι, ρίξετέ μας το σχοινί, να το δέσουμε να μας τραβήξετε.

Γρήγορα σύντροφοι, θα χαθούμε! Λυπηθείτε μας, όλοι φαμελίτες είμαστε, παιδιά έχουμε, τι θ’ απογίνουν;». Τελικά τα κύματα διέλυσαν τον Πετεινό.

Τίποτα δεν έμεινε, παρά σπασμένα ξύλα και κάτι μισοκοκκινισμένα πανιά, ποτισμένα με το αίμα του άτυχου πληρώματος.

Δε μάθαμε ποτέ αν πνίγηκαν ή αν τους βρήκαν πάνω στα βράχια οι Γερμανοί, καθώς έκαναν τις περιπολίες τους, και τους μετέφεραν στο Τσαΐγιαζι, τούρκικη περιοχή θαρρώ, και εκεί τους σκότωσαν.

Διότι, κάποτε, κάποιος δικός μας πήγε και σεργιάνισε τους τάφους των Ελλήνων, δολοφονημένων από γερμανικό χέρι.

Εκεί, που λες, βρήκαν κάποιο Γεώργιο Παντελίδη και ήρθαν και το είπαν της μάνας μου.

Του θανατά έπεσε, μόλις έμαθε το μαντάτο.

Χλόμιασε και για μερικά λεπτά δεν αντιδρούσε.

Μετά άρχισε να ουρλιάζει: «Αλίμονό μας! Ο άντρας μου θαμμένος σε ξένη γη, μακριά από τους τάφους των προγόνων, μακριά από μας τους μισοζώντανους. Αχ! Ούτε να τον κλάψω δεν πρόλαβα, όπως ταιριάζει σε έναν ήρωα, που πάλευε για να ζήσει την οικογένειά του.

Ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο από την τριανταφυλλιά που έχουμε στην αυλή μας δεν μπόρεσα να του δώσω, να το πάρει μαζί του στον δρόμο για τον κάτω κόσμο.

Να το μυρίζει και να μας σκέφτεται, να μη μελαγχολεί!». Όταν συνήλθε η μάνα, μετά το παραλήρημα, ήθελε να πάει στο Τσαΐγιαζι.

Η γιαγιά της είπε ότι άδικα θα πήγαινε, δε θα έβρισκε τίποτα, παρά χώμα.

Μεγάλο πλήγμα ο χαμός του πατέρα, αλλά το αντέξαμε κι αυτό.

Μείναμε πεντάρφανοι.

Δεν είχαμε τίποτα, ούτε λεφτά, ούτε φαΐ, ούτε τίποτα.

Πείνα ξανά.

Τέσσερα αδέρφια ήμασταν, κατά σειρά εγώ, η Ευαγγελία, ο Νικολής, ο Μάρκος και το Λευτεράκι.

Αφού γέννησε τον Λευτέρη η μάνα, είπε να πουλήσουμε τα πράγματά μας.

Ξεκινάγαμε, που λες, με την αυγή και πηγαίναμε στα κοντινά χωριά, για να πουλήσουμε τραπεζομάντιλα, σεμέδες, χρυσά στολίδια, όλα τα καλά πράγματα που είχαμε.

Από τα αδέρφια μου ήμουν η μεγαλύτερη και γι’ αυτό η μάνα έπαιρνε εμένα μαζί της.

Εκείνη ήταν σαράντα χρονών, αλλά σε καλή κατάσταση, γερή γυναίκα από καλή πάστα, έλεγαν.

Εγώ τότε ήμουν δέκα χρονών.

Η μάνα μου μου φορούσε ένα μαύρο μαντίλι, για να καταλαβαίνουν ότι είμαι ορφανό και να με λυπούνται, έλεγε.

Εγώ και η μαύρη μαντίλα, που λες, κόρη μου, ένας άνθρωπος γινήκαμε από τότε.

Της μάνας μου, οι κυράδες από τα αρχοντικά του Κάμπου, που τους πουλούσαμε συχνά σεμεδάκια, αυτά που είχαν κεντημένα πάνω τους παγώνια και λουλούδια με κόκκινη και μπλε κλωστή, θυμάμαι, της φώναζαν να μου βγάλει τη μαντίλα, γιατί θα με στραβώσει.

Η μάνα έλεγε: «Τον άντρα μας δεν έχουμε, ούτε καμιά παρηγοριά». Έτσι τους κατάφερνε να αγοράζουν τα πράγματά μας. «Μα είναι δυνατόν να μου δίνετε μία φούχτα φακές γι’ αυτό το σεντόνι, που είναι όλο κεντημένο με χρυσή δαντέλα;» έλεγε η μάνα. «Κι αυτά πολλά σου είναι!» ήταν η πιο συνηθισμένη απάντηση.

Τελικά τα πουλήσαμε όλα.

Με τον καιρό το σπίτι μέσα έμεινε άδειο, εμείς και οι τέσσερις κιτρινισμένοι τοίχοι.

Για το φαγητό μας τι να σου πω, παιδάκι μου! Ούτε στο χειρότερο εχθρό μου τέτοιο πράγμα να μην τύχει.

Τα χόρτα από τις άκρες του δρόμου κόβαμε.

Ύστερα ανάβαμε φωτιά.

Και πώς την ανάβαμε; Ξύλα ούτε για δείγμα δεν υπήρχαν, ο κόσμος μάζευε και το παραμικρό ξυλαράκι που έβρισκε, μήπως και καταφέρει να ανάψει το μαγκάλι να ζεσταθεί.

Με τα αδέρφια μου μαζεύαμε τα παλιοπάπουτσα που βρίσκαμε, είτε στα χωράφια, είτε έξω από τους κάδους.

Τα πηγαίναμε στη μάνα και εκείνη τα έβαζε κάτω από το φουγάρο, το ανάβαμε κι εκεί ψήναμε τα χόρτα για να φάμε.

Μερικές φορές η μάνα έστελνε το Νικολή στη Δασκαλόπετρα.

Εκεί οι ψαράδες του έδιναν ό,τι είχε απομείνει.

Τα ψάρια τα ψήναμε στα ξύλα, γιατί κάρβουνα δεν είχαμε, μαζί με αγκιναρόφυλλα, τα οποία τα τηγανίζαμε.

Όταν δε βρίσκαμε αγκινάρες, μαζεύαμε κάτι άλλα χόρτα· του «λαγού τα αυτιά», έτσι τα λέγαμε.

Αυτά τα βράζαμε πολλές φορές, για να φύγει η πικρή γεύση, και τα τρώγαμε. Του Νικολή δεν του άρεσαν, και με το δίκιο του δηλαδή.

Προτιμούσε να μείνει μέρες νηστικός, παρά να φάει. «Βρε, φάε λίγο», του λέγαμε, αλλά εκείνος δεν μπορούσε, γιατί έκανε αμέσως εμετό.

Άρχισε, λοιπόν, να γυρίζει στους δρόμους και να μαζεύει τις φλούδες από τα πορτοκάλια και τα μανταρίνια και να τα τρώει.

Έφερνε και σ’ εμάς, ο καλός μου.

Εμένα, θυμάμαι, μου άρεσαν πολύ οι φλούδες πορτοκαλιού και ειδικά τα κουντουρούδια.

Αυτά ήταν η λεγόμενη «σοκολάτα της κατοχής». Έτσι πέρναγε ο καιρός, ψάχνοντας για παλιοπάπουτσα, χόρτα και φλούδες φρούτων.

Θυμάμαι, μια από τις φορές που φοβήθηκα ήταν όταν γυρνάγαμε με τη μάνα από τη δουλειά αργά το απόγευμα και είχε σκοτεινιάσει.

Πρέπει να είχε σταματήσει η κυκλοφορία, σύμφωνα με το πρόγραμμα που είχαν ορίσει οι Γερμανοί.

Ξαφνικά κάποιος μας φώναξε: «Ψιτ!». Εγώ εκείνη τη στιγμή κοκάλωσα κι η μάνα μου το ίδιο.

Δύο άντρες μας πλησίασαν.

Ένας γερμανός αξιωματικός και ένας διερμηνέας Έλληνας. «Γιατί είστε τέτοια ώρα έξω, δεν ξέρετε ότι απαγορεύεται;» είπε ο διερμηνέας. «Χριστιανέ μου, δεν έχει ποδαράκια να περπατήσει το κοριτσάκι, είναι μικρό», είπε η μάνα. «Σιγά-σιγά ερχόμαστε από τον Βελονά,* ορίστε, άνοιξε να δεις τα πράγματά μας». Δυο γίγαντες, βασικά δυο Γερμανοί, μας άρπαξαν τα πράγματα.

Μετά ο διερμηνέας είπε πως, αν μας ξαναδεί βράδυ να τριγυρνάμε, θα μας πάει στο αυτόφωρο, γιατί δεν υπάρχει λόγος να είμαστε έξω τόσο αργά.

Όταν γύρισε την πλάτη του για να φύγει, του φώναξα: «Εσείς πεινάτε;». Απάντησε: «Όχι». Έτσι ψυχρά και ξερά.

Μάλλον δεν τρώει ψώρες και άλλα χόρτα – σκέφτηκα. «Εμείς πεινάμε!» του απάντησα.

Τότε το βλέμμα του σκοτείνιασε, εγώ νομίζω ντράπηκε και καλά έκανε, εδώ που τα λέμε.

Εν τω μεταξύ, όλη την ώρα η μάνα μου παρίστανε την κουφή.

Θαρρείς είχε πάρει του κουφού τη μορφή.

Είχε ρουφήξει μέσα τα χείλη της και είχε σχεδόν κλειστά τα μάτια της.

Έλεγε στον διερμηνέα: «Από όταν έχασα τον άντρα μου, κουφάθηκαν τα αυτιά μου, πείτε ό,τι θέλετε στο κοριτσάκι κι εκείνο ξέρει να μου τα εξηγήσει». Με τα πολλά-πολλά μας λυπήθηκαν και μας άφησαν να φύγουμε.

Μετά από μέρες πήγαμε πάλι στην αγορά.

Εκεί πουλούσαμε φρούτα, τα οποία μαζεύαμε από τα ευωδιαστά περιβόλια του Κάμπου.

Τους μανάβηδες κάναμε, κι εγώ και τα αδέρφια μου. Ο Νικολής, εννέα χρονών, και ο Μάρκος, πέντε, κουβαλούσαν τη ζυγαριά.

Στον δρόμο που περπατούσαν, δεν τα έβλεπες.

Έλεγες ζυγαριά είναι τούτο, άνθρωπος, τι είναι; Στο παζάρι παραμόνευε σαν τον κακό λύκο ο Γερμανός. «Καλώς τον σκύλο τον αβάφτιστο», έλεγε ειρωνικά ο Μάρκος και ο Νικολής του έκλεινε το στόμα πριν τελειώσει τη φράση.

Όπως έκανε και με τα ψάρια, έτσι κι εδώ επέτρεπε στον κόσμο να πάρει συγκεκριμένο αριθμό φρούτων και λαχανικών, αφού πρώτα έβαζε την υπογραφή του.

Για σκέψου, κόρη μου, να πρέπει να βάλεις την υπογραφή σου για να πάρεις δυο αγγούρια. Αχ! Πού φτάσαμε! Στα δικά μας πράγματα να κάνουν κουμάντο οι ξένοι.

Ό,τι δεν πουλούσαμε, που λες, το παίρναμε στο σπίτι.

Τρώγαμε και κάτι, μα έπειτα το απαγόρευσαν και το παζάρι.

Τι να κάνουμε κι εμείς, πιάσαμε να πηγαίνουμε στα περιβόλια.

Μαζεύαμε πορτοκάλια, μανταρίνια, νεράμπουλες, αλλά όχι πάνω από τα δέντρα, είπαμε! Μόνο όσα είχαν πέσει κατά γης.

Τα κτήματα αυτά τα είχαν Έλληνες, μα αυτοί ήταν χειρότεροι από τους Γερμανούς.

Μας άφηναν να μαζεύουμε τα πεσμένα, μισοσαπισμένα φρούτα.

Τους λέγαμε ότι αυτά δεν είναι δυνατόν να τα αγοράσει ο κόσμος.

Τους παρακαλούσαμε να μας αφήσουν να μαζέψουμε λιγότερα φρούτα πάνω από το δέντρο, όμως αυτοί δεν άλλαζαν γνώμη, κόρη μου! Εκείνες τις μέρες η μάνα μου έμεινε στο σπίτι με τον Λευτέρη, που ήταν άρρωστος.

Στη θέση της ήρθε η γιαγιά μου.

Εκείνη, με τον γοητευτικό, μικρασιάτικο αέρα της καταγωγής της και με τον λόγο και τα κομπλιμέντα της, ήξερε να χειρίζεται τους ανθρώπους.

Έτσι έπιασε φιλίες και με την κυρά του περιβολιού, τη Σεβαστή.

Εκείνη είχε πολύ καλή ψυχή, μας λυπήθηκε και μας άφησε να μαζεύουμε και λίγα φρέσκα, μυρωδάτα φρούτα από τα δέντρα.

Όμως, τόνισε να τα βάζουμε στον πάτο του καλαθιού και από πάνω τους να τοποθετούμε τα σάπια, ώστε να ξεγελάσουμε τον άντρα της, που ήταν αυστηρός και δεν έπρεπε να το καταλάβει.

Η γιαγιά μια μέρα από την πείνα της έφαγε τουλάχιστον επτά νεράμπουλες.

Η κυρα-Σεβαστή της έκανε παρατήρηση, της έφερε τα κουκούτσια που βρήκε πεταμένα δίπλα στο πηγάδι και της είπε να τρώει λιγότερα φρούτα.

Η καημένη η γιαγιά από τότε κατάπινε και να μου τα εξηγήσει». Με τα πολλά-πολλά μας λυπήθηκαν και μας άφησαν να φύγουμε.

Μετά από μέρες πήγαμε πάλι στην αγορά.

Εκεί πουλούσαμε φρούτα, τα οποία μαζεύαμε από τα ευωδιαστά περιβόλια του Κάμπου.

Τους μανάβηδες κάναμε, κι εγώ και τα αδέρφια μου. Ο Νικολής, εννέα χρονών, και ο Μάρκος, πέντε, κουβαλούσαν τη ζυγαριά.

Στον δρόμο που περπατούσαν, δεν τα έβλεπες.

Έλεγες ζυγαριά είναι τούτο, άνθρωπος, τι είναι; Στο παζάρι παραμόνευε σαν τον κακό λύκο ο Γερμανός. «Καλώς τον σκύλο τον αβάφτιστο», έλεγε ειρωνικά ο Μάρκος και ο Νικολής του έκλεινε το στόμα πριν τελειώσει τη φράση.

Όπως έκανε και με τα ψάρια, έτσι κι εδώ επέτρεπε στον κόσμο να πάρει συγκεκριμένο αριθμό φρούτων και λαχανικών, αφού πρώτα έβαζε την υπογραφή του.

Για σκέψου, κόρη μου, να πρέπει να βάλεις την υπογραφή σου για να πάρεις δυο αγγούρια. Αχ! Πού φτάσαμε! Στα δικά μας πράγματα να κάνουν κουμάντο οι ξένοι.

Ό,τι δεν πουλούσαμε, που λες, το παίρναμε στο σπίτι.

Τρώγαμε και κάτι, μα έπειτα το απαγόρευσαν και το παζάρι.

Τι να κάνουμε κι εμείς, πιάσαμε να πηγαίνουμε στα περιβόλια.

Μαζεύαμε πορτοκάλια, μανταρίνια, νεράμπουλες, αλλά όχι πάνω από τα δέντρα, είπαμε! Μόνο όσα είχαν πέσει κατά γης.

Τα κτήματα αυτά τα είχαν Έλληνες, μα αυτοί ήταν χειρότεροι από τους Γερμανούς.

Μας άφηναν να μαζεύουμε τα πεσμένα, μισοσαπισμένα φρούτα.

Τους λέγαμε ότι αυτά δεν είναι δυνατόν να τα αγοράσει ο κόσμος.

Τους παρακαλούσαμε να μας αφήσουν να μαζέψουμε λιγότερα φρούτα πάνω από το δέντρο, όμως αυτοί δεν άλλαζαν γνώμη, κόρη μου! Εκείνες τις μέρες η μάνα μου έμεινε στο σπίτι με τον Λευτέρη, που ήταν άρρωστος.

Στη θέση της ήρθε η γιαγιά μου.

Εκείνη, με τον γοητευτικό, μικρασιάτικο αέρα της καταγωγής της και με τον λόγο και τα κομπλιμέντα της, ήξερε να χειρίζεται τους ανθρώπους.

Έτσι έπιασε φιλίες και με την κυρά του περιβολιού, τη Σεβαστή.

Εκείνη είχε πολύ καλή ψυχή, μας λυπήθηκε και μας άφησε να μαζεύουμε και λίγα φρέσκα, μυρωδάτα φρούτα από τα δέντρα.

Όμως, τόνισε να τα βάζουμε στον πάτο του καλαθιού και από πάνω τους να τοποθετούμε τα σάπια, ώστε να ξεγελάσουμε τον άντρα της, που ήταν αυστηρός και δεν έπρεπε να το καταλάβει.

Η γιαγιά μια μέρα από την πείνα της έφαγε τουλάχιστον επτά νεράμπουλες.

Η κυρα-Σεβαστή της έκανε παρατήρηση, της έφερε τα κουκούτσια που βρήκε πεταμένα δίπλα στο πηγάδι και της είπε να τρώει λιγότερα φρούτα.

Η καημένη η γιαγιά από τότε κατάπινε και καινούργιου χαρτιού.

Τότε με έπιανε το παράπονο, αλλά συγκρατούσα τα δάκρυά μου, για να μη στεναχωρήσω τη μάνα.

Εκείνη, όμως, με καταλάβαινε.

Μέχρι που, μια μέρα, μου ανακοίνωσε ότι θα με στείλει στο σχολείο.

Δεν μπορώ, παιδάκι μου, να σου περιγράψω την αγαλλίαση που ένιωσα εκείνη τη στιγμή.

Κατάφερα να φοιτήσω όλο το δημοτικό, μέχρι και την πρώτη γυμνασίου.

Μετά η μάνα μ’ έβγαλε από το σχολείο, ώστε να πάει ο αδερφός μου, ο Νικολής, γιατί αυτός ήταν άντρας κι έπρεπε να μάθει γράμματα, για να μπορέσει να φύγει στα καράβια.

Ξέχασα να σου πω πως εγώ δεν είχα ούτε παπούτσια να φορέσω.

Η μάνα, φαντάσου, μου έφτιαχνε αυτοσχέδια, έντυνε τους πάτους πρώτα με παλιά κουρέλια και μετά έραβε υφάσματα παλιά και έτσι τα έκανε παπούτσια.

Άμα ο καιρός ήταν καλός, μια χαρά.

Όταν όμως έβρεχε, μούσκεμα γινόμουν.

Τα κρατούσα στο χέρι και γύριζα στο σπίτι ξυπόλυτη, γιατί φοβόμουν μη χαλάσουν.

Άλλα κουρέλια δεν είχαμε, οπότε τα παπούτσια τα πρόσεχα σαν τα μάτια μου.

Όταν γύρναγα σπίτι και η μάνα με έβλεπε σ’ αυτήν την άθλια κατάσταση, έκλαιγε και έλεγε: «Αχ! Το παιδί μου θα πουντιάσει». «Σταμάτα το σχολείο Βαγγελιώ!» φώναζε, αλλά εγώ το ήθελα το σχολείο, κόρη μου.

Η δασκάλα έλεγε στη μάνα: «Άσε το κοριτσάκι στο σχολείο, Κλεάνθη, είναι καλή μαθήτρια και το αγαπάει.

Στις εκθέσεις της γράφει ότι θέλει να γίνει δασκάλα.

Αμαρτία είναι, μην του το στερήσεις, άλλη χαρά δεν έχει». Όμως στην οικογένειά μου, τα αγόρια είχαν ανώτερη θέση από τα κορίτσια.

Άφησα, λοιπόν, το αγαπημένο μου σχολείο, με βαριά καρδιά, και άρχισα πάλι να δουλεύω με τη μάνα, σαν καθαρίστρια, ράφτρα και γενικά κάναμε ό,τι δουλειά βρίσκαμε, για ένα κομμάτι ξερό ψωμί, στην καλύτερη περίπτωση.

Όλο κακουχίες αντιμετωπίζαμε.

Θαρρείς μας είχαν ρίξει κατάρα.

Η γιαγιά ήθελε να φέρει τον παπά, να κάνει αγιασμό, μήπως και διώξει το κακό από το σπιτικό μας.

Η καρδιά μου σκιζόταν, όταν έβλεπα τον αδερφό μου τον Λευτέρη, μωρό τότε, να κλαίει, το σπαρταράκι μου.

Όταν η μάνα έλειπε, τον πήγαινα στη νονά του για να τον ταΐσει.

Εκείνη σε μια μεγάλη πήλινη γαβάθα έριχνε νερό και αλεύρι και έφτιαχνε κουρκούτι για το μωρό.

Με το που έβλεπε το κουτάλι ο Λευτέρης φώναζε: «Μαμ! Μαμ!». Και άνοιγε τόσο πολύ το στόμα του, που νόμιζες θα το σκίσει.

Όταν χόρταινε το παιδί, το πήγαινα σπίτι και το έβαζα στην κούνια που του είχα φτιάξει με κάτι σπασμένα ξύλα και κουρελόπανα.

Έπειτα τον σκέπαζα και του ψιθύριζα στο αυτί: «Λευτεράκη, μη φοβάσαι, θα σε προστατέψω κι από την πείνα κι από την μπότα του Γερμανού!». Αχ! Τι θα κάνουμε μωρέ, οι μεγαλύτεροι ζητιάνοι του κόσμου γινήκαμε! Τι θα κάνουμε, έλεγα στη μάνα μου, τόσο μεγάλη φαμέλια με ένα μωρό και μια άρρωστη γιαγιά.

Θυμάμαι, μια μέρα ήρθε στο σπίτι μου ένας γείτονας και μας είπε ότι γλυτώσαμε από τον δαίμονα της πείνας.

Είπε πως ο Ερυθρός Σταυρός, χρησιμοποιώντας ένα ελβετικό καράβι, στέλνει νόμιμα τρόφιμα στη Χίο.

Το νέο μεταδόθηκε πολύ γρήγορα σε όλο το νησί.

Ο κόσμος πήρε ανάσα με αυτήν την είδηση και ξεσηκώθηκε.

Πολλοί πήγαν στη Χώρα και περίμεναν το πλοίο.

Εμείς δεν πήγαμε, η μάνα έλεγε πως είναι επικίνδυνα. «Ό,τι μας δώσουν θα πάρουμε!» επαναλάμβανε συνέχεια.

Και η τελευταία σταγόνα τύχης είχε στερέψει από το νησί μας.

Το βαπόρι έφτασε στο λιμάνι, αλλά ξέχασε να αλλάξει την ελβετική σημαία με την ελληνική.

Αυτό ήταν, τα ελληνικά αεροπλάνα το αντίκρισαν από μακριά και άρχισε ένας πόλεμος μεταξύ του ουρανού και της θάλασσας.

Αυτά άρχισαν να βομβαρδίζουν το βαπόρι.

Ελληνικά αεροπλάνα άρχισαν να εκτοξεύουν εναντίον των ελληνικών πλοίων.

Για φαντάσου, αδέρφια να σκοτώνουν αδέρφια! Μετά απ’ αυτό, ο κόσμος προσπαθούσε να μαζέψει ό,τι ξέβρασε η θάλασσα στην ακτή.

Θυμάμαι, ένας συμμαθητής μου, τότε, μην αντέχοντας να βλέπει την απελπιστική κατάσταση της οικογένειάς του, πήγε κρυφά στη Χώρα.

Εκεί, μετά την έκρηξη, είπαν ότι μάζεψε σιτάρι και ρύζι από την άμμο και το έβαζε ακόμα και στις τσέπες του. Αχ! Το κακορίζικο! Ένα καλό πήγε να κάνει, πού να ’ξερε.

Καθώς έφευγε κρατώντας τα καλούδια, μας είπε η θεία μου που ήταν παρούσα, είχε ένα πλατύ χαμόγελο, πρώτη φορά έβλεπε το παιδί έτσι, έλαμπε! «Μπαμ! Μπαμ! Μπαμ!» και το χαμόγελό του έσβησε για πάντα.

Πώς μπορεί να λέγεται άνθρωπος αυτός που σκοτώνει ένα παιδί, επειδή πήρε λίγο σιτάρι; Ήταν ένα τραγικό συμβάν, που αναστάτωσε όλο το νησί.

Γέμιζε τα πρωτοσέλιδα όλων των εφημερίδων για αρκετό καιρό.

Ο στρατηγός που σκότωσε το παιδί έφυγε τότε με απόσπαση από το νησί, λένε.

Εγώ λέω, μπούρδες! Έφυγε για να γλυτώσει τη ζωή του, γιατί οι δικοί μας εδώ θα τον έστελναν στην κόλαση! Τότε δημιουργήθηκε και διχασμός με τους Ελβετούς, επειδή από λάθος των Ελλήνων έγινε το τραγικό συμβάν και μας έριξαν τον λίθο του αναθέματος από τότε.

Όλοι οι δρόμοι είχαν κλείσει.

Κανείς δε μας βοηθούσε.

Μείναμε για άλλη μια φορά στο νησί μας, μόνοι και πεινασμένοι, στα χέρια των Γερμαναράδων.

Όμως πέρασε κι αυτό.

Το υπομείναμε.

Τα αδέρφια μου είχαν πια μεγαλώσει. Τον Νικολή, που λες, ο ξάδερφος του συγχωρεμένου του πατέρα μου, ο Σαλιάρης, είπε ότι θα τον πάρει στα καράβια και θα τον κάνει σωστό κύριο! Έτσι κι έγινε, εκεί όλοι τον αγάπησαν για τον ωραίο τρόπο και την ευγένεια της ψυχής του.

Πολύ γρήγορα πήρε το δίπλωμα του καμαρώτου, τα λεφτά που έβγαζε ήταν αρκετά.

Έστελνε και σ’ εμάς και πήραμε λιγάκι τα πάνω μας.

Το σπίτι, όμως, κόρη μου, ήταν σε άθλια κατάσταση, ένα ερείπιο.

Δεν είχαμε κουζίνα να μαγειρέψουμε, ξέρεις τι κάναμε; Χαλάγαμε το ίδιο μας το σπίτι! Οι μεσοτοιχίες είχαν ρίγλες, τις σπάγαμε, λοιπόν, και βάζαμε φωτιά στη μέση για να ψήσουμε.

Το σπίτι είχε μαυρίσει, πίσσα ήταν.

Με τη βοήθεια του Νικολή, κάπως το φτιάξαμε.

Εν τω μεταξύ, ο αδερφός της μάνας μου, ο Τηλέμαχος, ζούσε στην Αμερική.

Όταν έμαθε ότι ελευθερώθηκε η Χίος, πήρε τα προξενείο τηλέφωνο για να μάθει τη διεύθυνση, να μάθει το όνομα, να μάθει πού είμαστε.

Το πρώτο δέμα που έφτασε στη Χίο ήταν αυτό που μας έστειλε.

Και τι δεν είχε μέσα! Λιχουδιές, ρούχα, παπούτσια.

Στο γράμμα έλεγε: «Αγαπημένη μου αδερφή, μη φοβάσαι πια.

Τώρα σε βρήκα, δε θα ξαναπεινάσεις, ούτε θα ανησυχήσεις.

Έχεις εμένα, τον αδερφό σου!». Από τότε άρχισαν τα «τσέκια». Χάρις στον Τηλέμαχο επισκευάσαμε το σπίτι.

Τα χρόνια που ακολούθησαν είχαν πιο γλυκιά γεύση.

Πριν με ρωτήσεις, ναι· τότε γνώρισα τον Ματθαίο μου.

Εγώ είκοσι κι αυτός είκοσι έξι.

Τότε δούλευα στο ραφτάδικο της αδερφής του.

Εκείνος μόλις είχε απολυθεί από φαντάρος.

Όταν επέστρεψε στο ραφτάδικο, η μάνα μου με ανάγκασε να φύγω, γιατί έλεγε πως εκεί τώρα θα συχνάζουν άντρες κι εγώ, κορίτσι της παντρειάς, δεν είχα καμία θέση εκεί.

Το δέχτηκα, τι να της έλεγα; Πώς δεν μπορούσα χωρίς να βλέπω τα μάτια του; Αχ! κόρη μου, γι’ αυτό σ’ αγαπάω τόσο.

Έχεις το βλέμμα του.

Όταν είσαι δίπλα μου, νιώθω ότι κι εκείνος είναι εδώ ακόμη.

Στο άκουσμα της φωνής του, τότε, έτρεμα και κρύος ιδρώτας με περίελουζε. «Αυτό είναι έρωτας ή αμαρτία;» σκεφτόμουν.

Όσο και αν προσπαθούσα να μην τον σκέφτομαι, έβρισκε τρόπους να τρυπώνει στο μυαλό μου.

Η αδερφή του το είχε καταλάβει και, επειδή με είχε σε εκτίμηση, με κάλεσε μια μέρα στο ραφτάδικο.

Μου έβαλε να πιω μαντζουράνα, τσάι του βουνού, σε ένα εξαιρετικό πορσελάνινο σερβίτσιο με χαραγμένους δράκους, πελώριες φωτιές να ξεχύνονται από το στόμα τους και μαζί τους μια πανδαισία χρωμάτων.

Αυτό το είχε φέρει ο παππούς της από την Κίνα.

Ήταν ανεκτίμητης αξίας και δεν την είχα δει να το χρησιμοποιεί.

Οπότε σκέφτηκα ότι θα μου ανακοίνωνε κάτι σημαντικό. «Βαγγελιώ, θέλω να σου δώσω το αδερφάκι μου, θέλεις;» είπε.

Αν ήθελα, λέει! Όμως έπρεπε να μείνω σοβαρή, παρά τη χαρά μου. «Δήμητρα, είμαι μικρή και άπειρη.

Ο αδερφός σου τώρα απολύθηκε, τον φούρνο τώρα θέλει να τον φτιάξει και πρέπει να σε παντρέψει κιόλας», της είπα.

Τότε με ήθελε και ο Σκανδάλης, ο δάσκαλος, καλός και προκομμένος, αλλά εγώ δεν τον ήθελα.

Πάλι καλά να λες, γιατί αυτός αποδείχτηκε τρελός και νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική.

Για φαντάσου, κόρη μου, δε μου έφτανε το χάλι μου, θα με πάντρευαν και με τρελό, άμα τους άφηνα! Εγώ, όμως, τον Ματθαίο τον αγάπησα από την πρώτη στιγμή που σμίξανε τα μάτια μας.

Αυτός ο άνθρωπος είχε ανάστημα, κόρη μου! Η μάνα μου δεν τον ήθελε στην αρχή.

Έλεγε πως δε μου ταιριάζει, γιατί ήταν φτωχός.

Εγώ, όμως, την αγάπη του λογάριαζα, όχι τα λεφτά του.

Έτσι δεν αργήσαμε να αρραβωνιαστούμε. Ο Ματθαίος αποφάσισε να πάει στα καράβια, για να μαζέψει χρήματα για τον γάμο μας.

Τη μέρα του αρραβώνα ήταν ντυμένος στα άσπρα, σαν άγγελος ήταν, ο δικός μου φύλακας άγγελος.

Κάτσαμε στον κήπο δίπλα στην τριανταφυλλιά.

Εγώ φορούσα ένα κόκκινο φόρεμα.

Το αγαπούσα το κόκκινο.

Εκείνος μου έπιασε τρυφερά το χέρι. «Βαγγελιώ μου, εγώ σε θέλω για γυναίκα μου, αλλά θέλω κι εσύ να με θέλεις». «Πόσα “θέλω” σε μια πρόταση», σκέφτηκα.

Πολλά θέλαμε, το θέμα ήταν τι θα καταφέρναμε να κάνουμε. «Κι εγώ σε θέλω», είπα τόσο αυθόρμητα, που από την ντροπή μου κοκκίνισα.

Τότε με φίλησε στο κούτελο.

Ήταν ωραίο φιλί, ζεστό.

Εν τω μεταξύ, ο Νικολής δούλευε στη βίλα του εφοπλιστή Μαργαρώνη.

Είχε αναλάβει να διδάξει στα παιδιά του ελληνικά.

Τον αγαπούσε πολύ ο Μαργαρώνης και του είχε ζητήσει να μείνει μόνιμα στην Αμερική, για να αναλάβει την ανατροφή των παιδιών του. Ο Νικολής δέχτηκε, υπό έναν όρο.

Να πάρει ο εφοπλιστής τον Ματθαίο στα καράβια.

Μ’ αγαπούσε ο αδερφός μου.

Τότε για να μπαρκάρει κάποιος έπρεπε να έχει λύρες να πληρώσει, αλλά ο Ματθαίος ψωριασμένος ήταν κι αυτός όπως όλοι, δεν είχε φράγκα.

Τελικά τον πήρε ο Μαργαρώνης στο πλοίο.

Εκεί όλοι τον αγάπησαν για το χιούμορ του και τις λιχουδιές που τους έφτιαχνε.

Χίλια πράγματα τους μαγείρευε.

Μέχρι και τις οικογένειές τους έβαζαν στο πλοίο για να φάνε από τα χέρια του Ματθαίου μου.

Έναν χρόνο έκατσε περίπου στα καράβια.

Μετά, όταν επέστρεψε, παντρευτήκαμε. Ο Νικολής έδωσε προίκα εκατό λύρες στον Ματθαίο.

Και πού να έβλεπες τον γάμο! Το γλέντι, τα όργανα, το φαγητό, όλα! Η μάνα μου, τότε, μου έραψε στη Χώρα πολλά φορέματα, γούνες, παλτά, βαμβακερά, μεταξωτά, με στολίδια και πολύχρωμα κουμπιά. Στου Παλαιού την αίθουσα έγινε ο γάμος.

Κάναμε μεγάλες ετοιμασίες με τη μάνα μου.

Τέσσερα ολόκληρα χρόνια τον περίμενα αυτόν τον γάμο.

Φοβόμουν ότι εκεί στα ξένα θα με ξεχάσει ο Ματθαίος, αλλά δεν το έκανε.

Η αγάπη, παιδί μου, δεν έχει σύνορα, αλλά για να αντέξει κανείς πρέπει να έχει υπομονή! Μετά τον γάμο αρρώστησα ξαφνικά, δεν μπορούσα ούτε να φάω ούτε να κοιμηθώ.

Ο γιατρός είπε ότι είχα πάθει νευρικό κλονισμό.

Με την κατάλληλη αγωγή, όμως, θα γινόμουν καλά. «Πότε; Πότε;» ρώταγε ο Ματθαίος τον γιατρό. «Στο χέρι σου είναι, την αγαπάς, βρε;» και εκείνος απάνταγε: «Γιατρέ πεθαίνω!». Μετά από έναν μήνα πήγαμε στην Αθήνα σε έναν άλλο γιατρό, συμμαθητή του ανδρός μου· αχ! πώς μ’ άρεσε να τον αποκαλώ έτσι.

Εκείνος, όταν μας είδε, έμεινε έκπληκτος.

Του είπε: «Εε! Μαθιέ, εσύ κάθε φορά που έρχεσαι να με δεις μου φέρνεις ψωμί, τώρα μου έφερες γυναίκα;». Του εξηγήσαμε στη συνέχεια την κατάσταση, με εξέτασε και είπε στον Ματθαίο: «Τυχερέ, μ’ αυτήν τη γυναίκα δίπλα σου θα πεθάνεις, σου δίνω τον λόγο μου!» κι ο Μαθιός είπε: «Αμήν!». Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν τα καλύτερα.

Έφερα δυο παιδιά στον κόσμο, τον Γιάννη και τη Δέσποινα.

Τα μεγάλωσα μαζί με τον Ματθαίο, όχι πλουσιοπάροχα, αλλά με πολλή αγάπη, κόρη μου! Θυμάμαι εκείνες τις κυριακάτικες βόλτες που κάναμε στη Δασκαλόπετρα.

Ξέρεις γιατί ονομάζεται έτσι; Εκεί, πάνω στον λόφο, βρίσκεται ο βράχος όπου καθόταν ο Όμηρος και δίδασκε τους μαθητές του.

Σε εκείνον τον βράχο καθόταν και ο Ματθαίος, με τη Δέσποινα στο ένα πόδι και τον Γιάννη στο άλλο.

Από κει φαινόταν όλος ο Βροντάδος και τα παιδιά μετρούσαν τις βάρκες στη θάλασσα, οι οποίες, έλεγε ο γιος μου, έμοιαζαν με κουκίδες στο απέραντο γαλάζιο.

Μα τι όμορφα που ήταν τότε! Όσα κι αν είχα περάσει στο παρελθόν, όσες κακουχίες και πείνα κι αν είχα αντιμετωπίσει, η εικόνα του ανδρός μου και των παιδιών μου με χόρταινε.

Μπορεί ο Ματθαίος μου να έφυγε λίγα χρόνια αργότερα και μαζί του ένα κομμάτι της ψυχής μου, όμως το υπόλοιπο κομμάτι, κόρη μου, ακόμα βρίσκεται ξεχασμένο και ανέμελο σε εκείνες τις βόλτες.

Όσο το μυαλό μου δε με προδίδει και θυμάμαι εκείνα τα χρόνια, θα είμαι ζωντανή! ΒΑΓΓΕΛΙΩ ΝΙΟΝΑΚΗ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences