[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το Λιόγερμα στο Μονοπάτι της Επιστροφής Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει πίσω από τις απόκρημνες κορυφές, βάφοντας τον ουρανό με τις χρυσές και πορτοκαλί αποχρώσεις του δειλινού. Για την Ελένη, όμως, η...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το Λιόγερμα στο Μονοπάτι της Επιστροφής Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει πίσω από τις απόκρημνες κορυφές, βάφοντας τον ουρανό με τις χρυσές και πορτοκαλί αποχρώσεις του δειλινού.

Για την Ελένη, όμως, η ομορφιά του τοπίου δεν ήταν παρά το σινιάλο ότι μια ακόμη εξαντλητική μέρα πλησίαζε στο τέλος της.

Μια μέρα που είχε ξεκινήσει «από χαραής», πριν ακόμα ροδίσει ο ορίζοντας, με τις δουλειές του σπιτιού, το τάισμα των ζωντανών και, στη συνέχεια, τη σκληρή δουλειά στο χωράφι.

Τώρα, καθώς επέστρεφαν στο χωριό, το σώμα της ήταν διπλωμένο στα δύο.

Στην πλάτη της κουβαλούσε το ζαλίκι – ένα τεράστιο, ασήκωτο δεμάτι από βαριά καυσόξυλα και κλάρες, δεμένο σφιχτά με την τριχιά.

Τα χέρια της κρατούσαν με δύναμη το σχοινί στο στήθος, προσπαθώντας να μοιράσουν το βάρος, ενώ τα πόδια της, ντυμένα με τις χοντρές μάλλινες κάλτσες και τα βαριά παπούτσια, έψαχναν σταθερό πάτημα στο γεμάτο πέτρες και ξερά φύλλα μονοπάτι.

Κάθε βήμα ήταν ένας αγώνας ενάντια στη βαρύτητα και την κούραση.

Το πρόσωπό της, αν και νέο ακόμα, έφερε ήδη τα πρώτα σημάδια της πρόωρης φθοράς από τον ήλιο, τον αέρα και τον καθημερινό κάματο.

Τα μάτια της, ωστόσο, παρέμεναν καθηλωμένα μπροστά.

Δεν κοίταζε πίσω, δεν λύγιζε.

Μέσα σε αυτό το βλέμμα υπήρχε μια βουβή αποφασιστικότητα, μια στωική αποδοχή της μοίρας της, αλλά και η κρυφή προσδοκία ότι όλος αυτός ο κόπος θα εξαργυρωνόταν σε ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά της.

Λίγα βήματα πιο πίσω, η αντίθεση γινόταν κραυγαλέα.

Ο άντρας της, ο Γιώργης –ο «αφέντης» του σπιτιού– ακολουθούσε έφιππος.

Καθισμένος αναπαυτικά στο σαμάρι του αλόγου, με το καπέλο του, το καθαρό του σακάκι και κρατώντας χαλαρά τα γκέμια, προπορευόταν (ή ακολουθούσε ελέγχοντας) με την άνεση και το κύρος που του έδινε η κοινωνική του θέση.

Για εκείνον, αυτή η εικόνα δεν είχε τίποτα το παράξενο ή το άδικο.

Ήταν η φυσική τάξη των πραγμάτων της εποχής.

Ο άντρας αντιπροσώπευε την εξουσία, το όνομα και την προστασία της οικογένειας, ενώ η γυναίκα ήταν η «θεμέλιος κολώνα» που έπρεπε να σηκώσει όλο το πρακτικό και χειρωνακτικό βάρος της επιβίωσης, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί.

Αν το άλογο ήταν κουρασμένο από το όργωμα, το ξύλο έπρεπε να το κουβαλήσει η γυναίκα.

Όταν θα έφταναν επιτέλους στο πέτρινο χωριό που διακρίνεται στο βάθος, ο Γιώργης θα ξεπέζευε και θα κατευθυνόταν προς το καφενείο για να μάθει τα νέα της ημέρας και να συζητήσει με τους υπόλοιπους άντρες.

Για την Ελένη, όμως, η άφιξη στο σπίτι δεν σήμαινε ξεκούραση.

Θα άφηνε το ζαλίκι στην αυλή, θα άναβε τον φούρνο ή το τζάκι με τα ξύλα που η ίδια κουβάλησε, θα μαγείρευε, θα φρόντιζε τα παιδιά και θα έκανε τη «λάτρα» του σπιτιού μέχρι αργά το βράδυ.

Και το επόμενο πρωί, ο ίδιος ασταμάτητος κύκλος θα ξεκινούσε από την αρχή.

Μια γενιά γυναικών που δεν δήλωναν δούλες, αλλά ζούσαν μια ζωή απόλυτης εξάρτησης και προσφοράς.

Γυναίκες που, παρά την αδικία που βίωναν «από την κούνια τους», κράτησαν ζωντανή την ελληνική επαρχία με την αξιοπρέπεια, το πείσμα και την απέραντη ψυχή τους.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences