Το ψωμί της Μαρίας – Πειραιάς, Χειμώνας 1942 Θα σου μιλήσω κι εγώ για την πείνα, κόρη μου. Ήρθε και εδώ, στον Πειραιά, και μας κάθισε στο σβέρκο σαν μαύρο κοράκι. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί, μας κλείσαν...
Το ψωμί της Μαρίας – Πειραιάς, Χειμώνας 1942 Θα σου μιλήσω κι εγώ για την πείνα, κόρη μου.
Ήρθε και εδώ, στον Πειραιά, και μας κάθισε στο σβέρκο σαν μαύρο κοράκι.
Όταν μπήκαν οι Γερμανοί, μας κλείσαν τα στόματα πριν μας κλείσουν τα σπίτια.
Το λιμάνι, που άλλοτε βούιζε από καΐκια και φωνές, βούλιαξε.
Τα καράβια έφυγαν ή τα βούλιαξαν.
Οι άντρες μας έλειπαν.
Άλλοι στα βουνά με τους αντάρτες, άλλοι στα κάτεργα της Γερμανίας, άλλοι στον πάτο της θάλασσας.
Μείναμε εμείς.
Γυναίκες, παιδιά, και οι γέροι που δεν άντεχαν να κρατήσουν ούτε ντουφέκι, ούτε ελπίδα.
Το σχολείο μου στην Καστέλλα έκλεισε τον Δεκέμβρη του ’42 Ο δάσκαλος, ο κυρ-Φώτης, μας μάζεψε τελευταία μέρα και μας είπε: «Παιδιά, τα βιβλία δεν γεμίζουν κοιλιές.
Να πάτε στα σπίτια σας.
Να προσέχετε.» Δεν ξανανοίξαμε.
Πώς να ανοίξεις σχολείο όταν τα παιδιά λιποθυμάνε στον πίνακα; Οι Γερμανοί εδώ στον Πειραιά ήταν αγριεμένοι.
Το λιμάνι είχε καπνούς, είχε αποθήκες, είχε αντίσταση.
Κάθε βράδυ ακούγαμε τις μπότες τους στην Τρούμπα. «Κλαπ, κλαπ, κλαπ». Μετρημένες.
Σαν ρολόι του θανάτου.
Γυαλιστερές, διαβολικές μπότες.
Κι εγώ, 9 χρονών κοριτσάκι, τις ζήλευα.
Γιατί η μάνα μου τύλιγε τα πόδια μου με εφημερίδες και σπάγκο για να μην παγώνουν. «Μάνα, θέλω μπότες σαν του Γερμανού», της είπα μια φορά.
Με κοίταξε και δεν μίλησε.
Μόνο μου έδωσε μια φλούδα πορτοκάλι να μασουλάω.
Ήταν το γλυκό μας.
Το βράδυ απαγορευόταν το φως, απαγορευόταν η μιλιά, απαγορευόταν η ζωή.
Αν άκουγαν κιχ, μπούκαραν.
Ψάχνανε για ασυρμάτους, για όπλα, για άντρες.
Μα τι να βρουν; Βρίσκανε μόνο κόκαλα και μάτια γουρλωμένα από την πείνα.
Και προδότες, ναι.
Πάντα υπάρχουν αυτοί.
Για ένα πιάτο φάβα, για λίγο λάδι, πουλούσαν τον γείτονα. «Εδώ κρύβεται ο Μήτσος», ψιθύριζαν.
Κι ύστερα το «μπαμ» ακουγόταν στην αλάνα της Ευαγγελίστριας.
Η πείνα, κόρη μου.
Η πείνα δεν είναι να σου γουργουρίζει το στομάχι.
Είναι να ξεχνάς πώς είναι να μη σου γουργουρίζει.
Είναι να βλέπεις τη μάνα σου να βράζει νερό με ρίγανη και να το λέει «τσάι». Να τρως τις γατούλες της γειτονιάς και να λες ευχαριστώ.
Να μαλώνεις με τον αδερφό σου για το ποιος θα γλείψει το λαδωμένο χαρτί που τύλιγε άλλοτε τον παστό.
Εμείς είχαμε τη θάλασσα μπροστά μας, μα δεν είχαμε καΐκια. Οι Γερμανοί τα είχαν επιτάξει.
Όποιος τολμούσε να ρίξει δίχτυ, τον τουφέκιζαν για σαμποτάζ κι όμως, ο θείος ο Λευτέρης, ο αδερφός της μάνας μου, είχε κρύψει μια βάρκα.
Τη «Γοργόνα». Σαπιοκάραβο, μα δικιά μας.
Ένα χάραμα του Φλεβάρη του ’43, βγήκε με άλλους δύο. Λαθραία.
Για να φέρει ψάρι.
Για να μην πεθάνουμε.
Γύρισαν το μεσημέρι.
Η βάρκα μισοβούλιαζε από το βάρος.
Γόπες, μαρίδες, ό,τι έβγαλε ο Θεός.
Όλη η Δραπετσώνα μαζεύτηκε στη Σκάλα.
Κλαίγαμε και γελούσαμε μαζί.
Μαζί με μας ήρθαν κι εκείνοι. Τρεις Γερμανοί και ο διερμηνέας τους, ένας καμπούρης από την Κοκκινιά. «Καλή ψαριά», είπε ο λοχαγός και χαμογέλασε.
Το χαμόγελο του λύκου.
Τους πήραν παράμερα, τους έδειραν τον θείο Λευτέρη και τους άλλους.
Πήραν τα ψάρια, πήραν τα δίχτυα, πήραν τα κουπιά.
Και στο τέλος, ο λοχαγός έβγαλε τον αναπτήρα του.
Ένα «κλικ» ακούστηκε μόνο.
Η «Γοργόνα» λαμπάδιασε μέσα στο νερό.
Μαζί της κάηκε και η τελευταία μας ελπίδα.
Ο θείος μου δεν έκλαψε.
Μόνο είπε: «Την ψυχή δεν μου την καίτε, σκυλιά». Από τότε, κάθε φορά που έχει νοτιά, ακούω την ανάσα του μέσα στα κύματα του Πασαλιμανιού.
Μας πέταξαν τρεις μαρίδες.
Τρεις για όλη τη γειτονιά.
Μας έβαλαν στη σειρά, λες και ήμασταν σκουπίδια για συσσίτιο. «Ένας-ένας! Disziplin!» φώναζαν.
Ο μικρός ο Αντρέας, 8 χρονών, πετάχτηκε από τη γραμμή γιατί είδε τη μάνα του να λιποθυμάει.
Ο σκοπός τον κλώτσησε στο καλάμι.
Το άκουσα που έσπασε. «Κρακ». Σαν ξερό ξύλο.
Γύρισε σπίτι σέρνοντας το πόδι.
Η μάνα του τον κοπάνησε: «Πού είναι το ψάρι, άχρηστε;». «Μάνα, το πόδι μου», ψέλλισε.
Ο πατέρας μου γύρισε το ’43. Από τα καράβια; Από τον Άδη γύρισε.
Ήταν ίσκιος.
Δεν μας γνώρισε στην αρχή. «Ποιοι είστε;» ρώτησε.
Όταν συνήλθε, μας είδε.
Εμένα, τον αδερφό μου τον Πέτρο, το μωρό την Ελένη που γεννήθηκε μέσα στις βόμβες. «Θα πάω στη Σύρο», είπε ένα βράδυ στη μάνα. «Για σιτάρι.
Θα πάρω τη βάρκα του μπαρμπα-Σταμάτη». Η μάνα γονατιστή: «Στέλιο μου, μη μας αφήνεις.
Καλύτερα νηστικοί μαζί, παρά χορτάτοι ορφανοί». «Θα πάω», είπε μόνο.
Δεν γύρισε ποτέ.
Το καΐκι το βρήκαν τρεις μέρες μετά, κομμάτια, έξω από την Τζιά.
Άλλοι είπαν το χτύπησε γερμανική άκατος.
Άλλοι είπαν το έφαγε η φουρτούνα.
Ένας γείτονας που ήταν στην Αίγυπτο, χρόνια μετά, μας έστειλε γράμμα.
Είδε λέει το όνομα «Στέλιος Αντωνίου» σε έναν τάφο στο Ελ Αλαμέιν.
Πώς βρέθηκε εκεί; Κανείς δεν ξέρει.
Η μάνα μου δεν τον έκλαψε.
Δεν είχε δάκρυα.
Είχε μόνο ένα ξερό: «Τουλάχιστον δεν τον έφαγαν τα ψάρια». Πουλήσαμε τα πάντα.
Την προίκα της μάνας, τα χρυσά της γιαγιάς από τη Μικρασία, τα εικονίσματα. Στον Βύρωνα, στην Καισαριανή, πηγαίναμε με τα πόδια.
Με ένα μπογαλάκι στον ώμο. «Πάρτε το σεμέν το κεντητό, κυρά μου.
Δώσε μου μια χούφτα φακές για τα παιδιά». «Πολλές σου είναι», απαντούσαν οι κυρίες με τα παχιά μάγουλα.
Η μάνα μου μου φόρεσε μαύρη μαντίλα στα 10 μου. «Να σε λυπούνται, Μαρία», έλεγε και με λύθηκαν.
Μαζί με τη μαντίλα, φόρεσα και τα γηρατειά μου από τότε.
Τρώγαμε βλίτα από τα οικόπεδα στα Μανιάτικα.
Βράζαμε παπουτσόσολες για να βγάλουν λίγο ζουμί. Ο Πέτρος μάζευε φλούδες στα σκουπίδια του συσσιτίου των Γερμανών.
Μια φορά τον είδα να γλείφει μια λαδωμένη εφημερίδα. «Νόστιμη, Μαρία», μου είπε. «Μυρίζει κεφτέ». Το ’44 ήρθε ο Ερυθρός Σταυρός.
Φέρανε γάλα, φέρανε αλεύρι.
Στηθήκαμε όλοι στο λιμάνι.
Μα πάλι έγινε το κακό.
Τα στούκας πέρασαν και τα βομβάρδισαν.
Είπαν τα πέρασαν για εχθρικά.
Είπαν, είπαν… Το μόνο που ξέρω είναι πως το γάλα χύθηκε στην άσφαλτο και το έπιναν οι σκύλοι.
Κι εμείς βλέπαμε.
Πέρασε, κόρη μου.
Πέρασαν όλα. Ο Πέτρος μπαρκάρισε το ’50. Με πήρε και μένα στην Αμερική το ’57. Ο αδερφός μου, που έτρωγε φλούδες, έγινε καμαρότος σε υπερωκεάνιο.
Μου έστελνε δολάρια.
Έχτισα σπίτι.
Παντρεύτηκα τον Αντρέα μου, αυτόν με το σπασμένο πόδι.
Κουτσαίνει ακόμα, μα περπατάει.
Κάναμε δύο παιδιά. Τον Στέλιο και την Κλεάνθη.
Τα ονόματα των γονιών μας και ξέρεις κάτι; Τώρα έχω μπότες.
Δερμάτινες, ιταλικές.
Τις έχω στη ντουλάπα και δεν τις φοράω.
Τις κοιτάζω μόνο.
Και θυμάμαι.
Θυμάμαι τον θείο Λευτέρη, θυμάμαι τη «Γοργόνα», θυμάμαι τον πατέρα μου που δεν είχε τάφο.
Θυμάμαι τη μαντίλα μου.
Μη με ρωτάς αν συγχώρεσα.
Η πείνα δεν συγχωριέται.
Η μπότα που λιώνει το ψωμί σου δεν ξεχνιέται.
Μα έμαθα κάτι, κορίτσι μου.
Έμαθα πως ο άνθρωπος αντέχει.
Αντέχει την πείνα, αντέχει τον θάνατο, αντέχει να πουλάει την προίκα του για μια χούφτα φακές.
Φτάνει να έχει έναν λόγο.
Εμένα ο λόγος μου ήταν ο Πέτρος και η Ελένη.
Να μην τους δω να σβήνουν.
Γι’ αυτό σου λέω.
Όταν τρως το ψωμί σου, να το σπας με τα χέρια σου.
Να το μυρίζεις.
Να το ευλογείς.
Γιατί το ψωμί, κόρη μου, δεν είναι φαΐ.
Είναι η μνήμη μας.
Είναι όλοι αυτοί που δεν πρόλαβαν να χορτάσουν κι αν ακούσεις ποτέ «κλαπ, κλαπ» στον δρόμο τη νύχτα, να μην φοβηθείς.
Δεν είναι μπότα.
Είναι η καρδιά μου που χτυπάει ακόμα και σου λέει: «Ζήσαμε. Πεινάσαμε. Μα δεν γονατίσαμε.» Άννα Δανάλη Μυθοπλασία
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους