[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Προδοσία πίσω από τη μάσκα της φιλίας Φέτος ο χειμώνας στην Αθήνα ήρθε σαν να ήθελε να μας θυμίσει τι θα πει αληθινή, «παραμυθένια» εποχή. Στα προάστια, το χιόνι είχε καλύψει αυλές και δρόμους, λες...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Προδοσία πίσω από τη μάσκα της φιλίας Φέτος ο χειμώνας στην Αθήνα ήρθε σαν να ήθελε να μας θυμίσει τι θα πει αληθινή, «παραμυθένια» εποχή.

Στα προάστια, το χιόνι είχε καλύψει αυλές και δρόμους, λες και κάποιος ζωγράφος αποφάσισε να τους βάψει όλα λευκά.

Τα χιονονιφάδες έπεφταν ασταμάτητα και ήπια, σκεπάζοντας στέγες, αυτοκίνητα και πεζοδρόμια, ενώ ο ξηρός αέρας έδινε μια αίσθηση φρεσκάδας που δύσκολα έχει κανείς μέσα στην πόλη.

Στο διαμέρισμα της Ερατώς και του Περικλή, στο Παγκράτι, μια εντελώς διαφορετική ζεστασιά κυριαρχούσε.

Έξω μαινόταν η κακοκαιρία, αλλά μέσα, χάρη στη γεμάτη γωνιά του σαλονιού, τα ριχτάρια, το φωτιστικό που άφηνε μια γλυκιά λάμψη και μια αίσθηση θαλπωρής, οι δυο τους απολάμβαναν μια ιδανικά χαλαρή βραδιά.

Κάτω από το φουντωτό πάπλωμα, ο Περικλής κι η Ερατώ ήταν βυθισμένοι σε μια ελαφριά ελληνική κωμωδία στην τηλεόραση—απ’ αυτές τις ιστορίες που χαμογελάς αφηρημένα χωρίς να τις παίρνεις στα σοβαρά. Η Ερατώ κοιτούσε χαμογελαστή, αλλά συχνά το βλέμμα της χανόταν στις σκέψεις της, ενώ ο Περικλής, αν και φαινομενικά “κολλημένος” στην οθόνη, δεν σταματούσε να χαζεύει το χιόνι πίσω από το παράθυρο και να θαυμάζει την ομορφιά του.

Εκείνη τη στιγμή, το ήσυχο σκηνικό ταράχτηκε από έναν γνώριμο ήχο: ο Περικλής άκουσε το κινητό του να χτυπάει με τον χαρακτηριστικό του ήχο.

Στην αρχή έκανε ότι δεν το άκουσε, λες και ήθελε να κρατήσει λίγα λεπτά ακόμα την ήσυχη ατμόσφαιρα.

Όταν επέμεινε το τηλέφωνο, τελικά υπέκυψε.

Με έναν ελαφρύ αναστεναγμό τράβηξε το κινητό από την τσέπη του, κοίταξε το όνομα και αναστέναξε πάλι, πιο έντονα. - Πάλι ο Μάξιμος, είπε στην Ερατώ.

Τρίτη φορά σήμερα.

Εκείνη δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει, τα ματιά της στο πρόγραμμα, αλλά χαμογέλασε λίγο ειρωνικά: - Μάλλον πάλι καλεί για το εξοχικό του.

Αγόρασε επιτέλους εκείνο το σπιτάκι στα Καλάβρυτα και θέλει να το εγκαινιάσει, να το κάνει γλέντι.

Αλλά πότε θα καταλάβει ότι δεν λέμε συνέχεια “ναι”; Μια ζωή τα ίδια. Ο Περικλής γλίστρησε το δάχτυλο στην οθόνη και απάντησε, υιοθετώντας εκείνο το χαρωπό ύφος που κρατάμε για να μην παρεξηγηθούμε. - Έλα ρε Μάξιμε, τι κάνεις; - Περικλή, πότε θα’ρθεις, επιτέλους; Το είπα, θα κάνουμε πάρτι για το σπίτι! Η σόμπα καίει, έχω ετοιμάσει τα μεζεδάκια, ήρθαν κι οι υπόλοιποι.

Άντε, μαζευτείτε με την Ερατώ, να γελάσουμε, να πιούμε, να περάσουμε καλά! Ο Περικλής λύγισε για μια στιγμή, κοίταξε πλάγια προς την Ερατώ.

Εκείνη έκανε ένα μικρό νεύμα με το κεφάλι τύπου “δεν θα το αντέξω αυτό τώρα”. Ήταν εμφανές: οι δυνατές μουσικές, οι φωνές, τα χαχανητά και το συνεχές πηγαινέλα, δεν ταίριαζαν σε αυτά τα Σαββατοκύριακα που είχαν ονειρευτεί οι δυο τους.

Ήθελαν απλώς να μείνουν σπίτι τους, άνετοι, χωρίς πρόγραμμα και χωρίς ενοχές για το “πού είναι το ζευγάρι;”. Ο Περικλής έκανε μερικά δευτερόλεπτα να αποφασίσει, αλλά του ήρθε ξαφνικά μια ιδέα και την έπαιξε αμέσως. - Να σου πω, φίλε… Ερατώ έφυγε για τη μάνα της για δυο μέρες.

Εγώ δεν λέει μόνος μου να έρθω, καταλαβαίνεις.

Να πάει να πει κάτι κάποιος κι άντε μετά να γκρινιάζει.

Θα κανονίσουμε άλλη φορά, υπόσχομαι.

Η άλλη άκρη σίγησε για λίγο και μετά ακούστηκε ο Μάξιμος πιο απορημένος: - Πώς έφυγε; Πότε επιστρέφει; - Αύριο βράδυ, απάντησε ο Περικλής, προσπαθώντας να δώσει έμφαση στη “λύπη” του.

Ξέρεις… είχαμε σχέδια κι εμείς—να πάμε σινεμά, να περπατήσουμε στην Ακρόπολη, ίσως και λίγο πατινάζ μια που χιόνισε, τίποτα εντυπωσιακό αλλά… Δεν έδεσε το γλυκό.

Άντε, άλλη φορά φίλε. Ο Μάξιμος για λίγο σώπασε, αλλά μετά ακούστηκε πιο ικανοποιημένος, λες και περίμενε να ακούσει αυτό που ήθελε. - Εντάξει… αλλά να με ειδοποιήσεις όταν γυρίσει η Ερατώ.

Θέλω πολύ να σας δω, ρε φίλε! - Ναι, θα σου πω αμέσως μόλις μπορούμε.

Ίσως το επόμενο ΣΚ, εάν δεν αλλάξει το πρόγραμμα. Ο Περικλής αποχαιρέτησε, άφησε το κινητό στο τραπεζάκι και αναστέναξε με ανακούφιση, ικανοποιημένος από την “τσαχπινιά” του. - Ουφ, καιρό είχα να ρίξω τέτοια δικαιολογία… Γιατί τέτοια επιμονή ρε παιδάκι μου; Το έχω πει μία, δέκα, όχι! Να τους κοιτάζω να πίνουν όλη νύχτα, να φωνάζουμε, να παίζουμε τάβλι μέχρι να πονέσει το κεφάλι μου; Χίλιες φορές εδώ, μαζί σου, μακριά απ’ όλα, είπε χαμογελώντας και φέρνοντας την Ερατώ πιο κοντά του στην αγκαλιά του.

Εκείνη ακούμπησε το κεφάλι της πάνω του, νιώθοντας την ηρεμία να αργοκυλά στο σώμα της, το φως της λάμπας να δημιουργεί εκείνη τη χρυσή κουρτίνα που κάνει τα βράδια να μοιάζουν λίγο πιο μαγικά και ο χειμώνας έξω να μοιάζει με σκηνικό θεάτρου – ασφαλής, όσο η πόρτα μπροστά τους είναι κλειστή. - Κι εγώ το ίδιο, ψιθύρισε η Ερατώ.

Να μείνουμε εδώ, να τελειώσουμε το φιλμ, να κοιμηθούμε και αύριο βλέπουμε.

Δεν θέλω τίποτα άλλο. Ο Περικλής κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, την έσφιξε πιο σφιχτά.

Ήδη σκεφτόταν πως σε λίγο θα έκλειναν τα φώτα, θα κρύβονταν κάτω από τα παπλώματα κι ο θόρυβος του αέρα έξω θα ήταν το μόνο που θα ακουγόταν, προτού αποκοιμηθούν.

Αλλά κρα, το κινητό ξαναχτύπησε – πάλι ο Μάξιμος. Ο Περικλής στραβομουτσούνιασε και σήκωσε το τηλέφωνο με βαριά καρδιά. - Μάξιμε, είπα… ξεκίνησε, όσο πιο ήρεμα μπορούσε. - Περικλή, περίμενε, άκουσέ με… τώρα είμαι στο “Κρύσταλλο”, το μαγαζί στο Κολωνάκι με την παρέα.

Κι εδώ είναι κι η Ερατώ με έναν τύπο, αγκαζέ, πίνουν, γελάνε.

Δεν ήθελα να ανακατευτώ αλλά… πρέπει να το ξέρεις.

Σου είπε ότι φύγει στη μητέρα της; Σου λέει ψέματα! Ο Περικλής έμεινε στήλη άλατος.

Κοίταξε την Ερατώ με απορία, ύστερα το τηλέφωνο, αναρωτώμενος αν του κάνει πλάκα. - Τι λες τώρα; Είσαι σίγουρος; Μήπως είναι κάποια που της μοιάζει; Εγώ ξέρω πού είναι η γυναίκα μου αυτή τη στιγμή! - Απόλυτα σίγουρος.

Είναι εμφανώς σουρωμένη, γελάει υπερβολικά, καθόλου… διακριτικά.

Δεν την ενοχλεί που με βλέπει καν.

Θες να στη δώσω στο τηλέφωνο; Ο Περικλής έκλεισε για λίγο τα μάτια· ήθελε να σκεφτεί.

Άλλαξε φωνή, ενεργοποίησε το ηχείο. - Για δώσ’ την μου, είπε κοφτά.

Ακούγονται μπάσα και χαχανητά.

Κάποιος φωνάζει το όνομα “Ερατώ”. Έπειτα μια γυναικεία φωνή, λες και βγήκε από το στόμα της, αλλά με έναν αλλόκοτο, επιτηδευμένα ανέμελο τόνο: - Ναι, ποιος είναι; Α, Περικλή, δεν αντέχω άλλο! Θέλω διασκέδαση, κουράστηκα τη βαρετή μας ζωή.

Σου το είπα κι άλλες φορές, αφήστε με να γλεντήσω! Η Ερατώ πετάγεται πάνω σοκαρισμένη, η καρδιά της πάει να σπάσει.

Κοιτάζει τον σύζυγό της χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά της. - Τι είναι αυτά, ρε σύ; Πώς βρέθηκε αυτή να λέει ότι είναι εγώ; Και ξέρει και το όνομά μου; Ποια είναι, Περικλή; - Εσένα τι σε νοιάζει; Είμαι η γυναίκα σου, αλλά δε χρειάζεται να σου δίνω αναφορά! είπε πίσω το κινητό.

Τα χαχανητά συνεχίστηκαν, ο θόρυβος δυνατός, και ξαφνικά επανήλθε ο Μάξιμος. - Το άκουσες; Σου το’λεγα. Ο Περικλής του το έκλεισε κατάμουτρα, πήρε μια βαθιά ανάσα, και αν δεν καθόταν η Ερατώ δίπλα του, ίσως και να τσίμπαγε! Εκείνη έπεσε σαν σακί στον καναπέ, σαστισμένη. - Ο ήχος της πραγματικά μοιάζει με μένα! είπε με δάκρυα στα μάτια.

Αλλά ποια ήξερε τόσα; Κάποιος της τα είπε όλα, για να το παίξει εμένα. - Δεν έχω ιδέα… αλλά αυτό ήταν σκέτο θέατρο, όσο κι αν μοιάζει αληθινό, είπε ο Περικλής.

Αν χρειαστεί, θα ζητήσω υλικό από τις κάμερες του μαγαζιού.

Και θα μάθουμε τι πραγματικά συνέβη. Η Ερατώ αναστέναξε, χώθηκε πιο βαθιά στην αγκαλιά του.

Τώρα τον χρειαζόταν πιο πολύ από ποτέ.

************************* Το επόμενο μεσημέρι, με λίγο ήλιο να παλεύει ανάμεσα στα σύννεφα, η Ερατώ έπινε ελληνικό καφέ στη ζεστή κουζίνα της και ξεκοκκάλιζε τα μέιλς της στη δουλειά.

Το κινητό γράφει εισερχόμενη κλήση με όνομα “Μάξιμος”. Με βαριά καρδιά το σήκωσε.

Της είχε μείνει ακόμη φαρμάκι από το χθεσινό. - Καλημέρα Ερατώ, ξεκινάει κάπως μαζεμένα ο Μάξιμος.

Μίλησες με τον Περικλή μετά το χθεσινό; Η Ερατώ έπαιξε το χαρτί του “ειλικρινούς θύματος”. - Ναι… αρπάχτηκαμε.

Με κατηγόρησε για κάτι χωρίς βάσει, δεν ακούει εξηγήσεις.

Νομίζει, λέει, ότι τον κορόιδεψα.

Το τηλέφωνο βγάζει σιγή. Ο Μάξιμος μοιάζει να το χαίρεται στο βάθος. - Ε, τι σου ‘λεγα… Ο Περικλής δεν καταλαβαίνει ότι είσαι σπουδαία.

Δεν σε εκτιμάει.

Πάντα το έλεγα. Η Ερατώ ένιωσε το αίμα της να κοχλάζει αλλά κράτησε την ψυχραιμία της. - Για εξήγησέ μου τι εννοείς.

Η φωνή του γίνεται σχεδόν ψιθυριστή, πιο προσωπική—λες και έκανε εξομολόγηση στον Άγιο Ελευθέριο. - Ερατώ… σε αγαπάω.

Από καιρό.

Κι αν θέλεις να φύγεις, εγώ θα είμαι εδώ.

Και θα σε προσέχω, να το ξέρεις.

Η σιωπή της Ερατώ ήταν έτοιμη να λιώσει τζάμια, αλλά τον άφησε να συνεχίσει.

Ποιος ξέρει που θα το πάει. - Συγγνώμη αν σε φέρνω σε δύσκολη θέση, είπε για να καλυφθεί.

Απλά… το πήρα κατάκαρδα αυτό που σου έκανε ο Περικλής.

Από ό,τι άκουσα, σε κατηγορεί αδίκως.

Ψάχνει ευκαιρία να σε αφήσει! Σκέψου το. Θέλω μόνο το καλό σου. Η Ερατώ πίεσε το κινητό στα χέρια της.

Είχε φτάσει η ώρα να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. - Κοίτα, Μάξιμε, χτες ήμουν σπίτι.

Δεν τσακώθηκα ποτέ με τον Περικλή.

Και το πιο σημαντικό: καταλαβαίνω ότι όλο αυτό το θέατρο το οργάνωσες εσύ, για να μας χωρίσεις.

Τώρα έγινε πια ολοφάνερο.

Η δική του σιωπή τώρα κράτησε πολύ παραπάνω. - Τι λες; αρνήθηκε όσο μπορούσε, αλλά πια είχε εκτεθεί. - Μάξιμε, βρήκες κοπέλα με φωνή και λουκ σαν εμένα, της έμαθες τα πάντα και παίξατε “Ερατώ-θέατρο». Για να τσακωθούμε με τον Περικλή.

Είναι έτσι, σωστά; Τον άκουσε σχεδόν να λαχανιάζει από τη σύγχυση. - Ναι, το έστησα εγώ! Γιατί σε αγαπάω, ρε Ερατώ! Γιατί σε θέλω και κουράστηκα να σε βλέπω μαζί του.

Αν με διάλεγες, θα στα χάριζα όλα! Η Ερατώ ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι της, προσπαθώντας να μην ούρλιαξει.

Αλλά απάντησε ατάραχα, σαν να διάβαζε ανώνυμη επιστολή: - “Ψευτοσωτήρας”, ε; Κι εννοείς ότι εσύ—ο Μάξιμος που αλλάζει “καρδούλες” κάθε εβδομάδα—θα με κάνεις πραγματικά ευτυχισμένη; Ούτε για πλάκα, φίλε.

Δεν θέλω τίποτα από σένα.

Και πίστεψέ με, είσαι ήδη παρελθόν.

Για μισό λεπτό ακούστηκε μόνο η βαριά του ανάσα.

Μετά προσπάθησε να το παίξει μεγαλόψυχος. - Σου ζητώ συγγνώμη… δεν φαντάστηκα πως θα καταλήξουμε έτσι, είπε με μια φωνή μισή μεταμέλεια μισή μπλόφα. Η Ερατώ όμως το ‘χε πάρει απόφαση: - Δεν υπάρχει συγχώρεση και δεν υπάρχει πια φιλία.

Μη με ξαναπάρεις ποτέ! Και ξέχνα και τον Περικλή, θα του παίξω και τη συνομιλία.

Έκλεισε το τηλέφωνο, άφησε το κινητό στο τραπέζι και κοίταξε έξω.

Το χιόνι είχε ξαναπιάσει, σχεδόν σαν να την αγκαλιάζει.

Άλλαξε η διάθεσή της· ένιωσε κάπως ανακουφισμένη, λες και το “σκουπίδι” βγήκε επιτέλους από τη ζωή της.

Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Περικλής στην κουζίνα και αμέσως κατάλαβε πως κάτι σημαντικό είχε συμβεί. - Τι έγινε; ρώτησε, σχεδόν ψιθυριστά. Η Ερατώ, με έναν μικρό μορφασμό που εναλλάσσε κάποιον ανάμεσα στο πικρό και το ειρωνικό, του είπε: - Όλα ξεκαθάρισαν. Ο Μάξιμος το σκηνοθέτησε, για να μας κάνει να τσακωθούμε.

Μέχρι και ερωτική εξομολόγηση μου έκανε, ο τρελός! Ο Περικλής κάθισε δίπλα της και έπιασε το χέρι της σφιχτά. - Δεν ήταν ποτέ φίλος· κι αν θες τη γνώμη μου, όφειλα να το έχω καταλάβει μήνες τώρα… Πάντα κάτι μ’ ενοχλούσε.

Τώρα ξέρω. Η Ερατώ ακούμπησε στον ώμο του. - Λοιπόν, για να ξέρουμε σε ποιους αξίζει να δίνουμε χώρο.

Τώρα επιτέλους, μπορώ να πω πως θα κοιμάμαι ήσυχη.

Τα μάτια της έλαμψαν με ανακούφιση, όχι πια λύπη.

Ένιωσε το σπίτι τους ασπίδα: η μυρωδιά απ’ το τσάι, το φως, η γαλήνη. - Ξέρεις τι; του χαμογέλασε συνωμοτικά.

Έτσι κι αλλιώς, να η τέλεια δικαιολογία να μη πηγαίνουμε σε τέτοιες μαζώξεις.

Ένας ανεπιθύμητος στην παρέα κι εμείς σπίτι αντάμα! Ο Περικλής γέλασε. - Ε, καιρός ήταν να χαλαρώσουμε για τα καλά! Μένουμε μέσα, βλέπουμε τις σειρές μας, τρώμε πίτσες και χουχουλιάζουμε. - Και δεν δίνουμε λογαριασμό σε κανέναν, είπε… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences