«Αντέχεις να το πεις ξανά στα μάτια μου αυτό που είπες, Γιάννη;» Η φωνή μου έτρεμε, αλλά μέσα της έκαιγε η οργή. Ο Γιάννης με κοίταξε απότομα. Στα χέρια μου έσφιγγα τον μικρό μου γιο, τον Πέτρο, κι...
«Αντέχεις να το πεις ξανά στα μάτια μου αυτό που είπες, Γιάννη;» Η φωνή μου έτρεμε, αλλά μέσα της έκαιγε η οργή. Ο Γιάννης με κοίταξε απότομα.
Στα χέρια μου έσφιγγα τον μικρό μου γιο, τον Πέτρο, κι ένιωθα πως η καρδιά μου είχε κοπεί στα δυο. «Χωρίς εμένα είσαι τίποτα, το καταλαβαίνεις; Και χωρίς εμένα θα πεινάσεις». Οι λέξεις του ήταν μαχαίρια.
Ήταν η στιγμή που το πάτωμα άνοιξε κάτω από τα πόδια μου.
Μια εβδομάδα αργότερα βρισκόμουν έξω από το ίδιο μου το σπίτι, με μια βαλίτσα, ένα παιδί κι ένα βλέμμα χαμένο στο άγνωστο.
Η μάνα μου, η κυρία Ελένη, με πήρε αγκαλιά και ψέλλισε: «Μην ανησυχείς κόρη μου, θα τα καταφέρεις.
Έχεις εμένα». Μα, όσο κι αν μου το έλεγε, ένιωθα ηττημένη.
Από τη μια στιγμή στην άλλη, η ζωή που είχα χτίσει κατέρρευσε. Ο Γιάννης είχε άλλη – εκείνο το ήξερα πια.
Μια ξανθιά απ’ τη δουλειά του.
Όλοι το ψιθύριζαν.
Έμενα στο μικρό δωμάτιο του σπιτιού της μητέρας μου, στην Καισαριανή.
Τα απογεύματα πήγαινα τον Πέτρο στην παιδική χαρά, και κάθε βράδυ όταν τον κοίμιζα, με έπνιγε το δάκρυ.
Η περηφάνεια μου πονούσε περισσότερο κι απ’ τη φτώχεια. «Μαμά, πού είναι ο μπαμπάς;» ρωτούσε ο Πέτρος.
Τι να του πω; Πως μας πέταξε έξω σαν να ήμασταν σκουπίδια; Πως για εκείνον πια ήμουν αόρατη; Κάποιο βράδυ, σα να μη χώραγε άλλο το σώμα μου πόνο, κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. «Αυτή είσαι; Αυτή;» ρώτησα το είδωλό μου. «Μια φορά στη ζωή σου πάλεψε, Ελπίδα!». Ελπίδα – ούτε το όνομά μου δε μου φαινόταν πια αληθινό. Αναστέναξα.
Η μάνα μου έλεγε πως ο Γιάννης έβγαζε πολλά από τη μεταφορική του, πως παλιά τα’ χαν όλα μαζί, πως όλα τα ξεκίνησε με τη δική μου προίκα και τα δικά μου «βήματα». Θυμήθηκα τότε εκείνες τις ατελείωτες νύχτες μπροστά στους υπολογιστές, να λύνω τα προβλήματα της εταιρείας του για να κοιμάται εκείνος ήσυχος – κι εγώ ταυτόχρονα να μεγαλώνω τον Πέτρο.
Ξαφνικά ήθελα κάτι να αλλάξει.
Όχι μόνο να τον εκδικηθώ – να σταθώ όρθια ξανά.
Για μήνες έψαχνα δουλειά.
Οι αγγελίες γεμάτες, η Αθήνα πνιγμένη στην ανεργία και την ακρίβεια.
Πήγα ως καθαρίστρια στη φαρμακαποθήκη της κυρίας Παπαδοπούλου, έπλενα σκάλες, πήγαινα ψώνια για γειτόνισσες.
Μέχρι και σερβιτόρα σε καφετέρια στη Νέα Σμύρνη δούλεψα, τα βράδια.
Ντρεπόμουν για τη διατροφή που δεν πλήρωνε.
Και όταν περνούσε έξω από το σπίτι της μάνας μου, στο καινούργιο του αμάξι, με κοιτούσε από πάνω ως κάτω με ύφος νικητή. «Σε προειδοποίησα.
Θα μετανιώσεις που με τα ’βαλες μαζί μου», μου πέταξε μια μέρα.
Ένα βράδυ πήρα το θάρρος να τηλεφωνήσω στη δικηγόρο. «Όλα τα χαρτιά ήταν και δικά σου, Ελπίδα», είπε η κυρία Ζαφειρίου. «Στην αρχή της εταιρείας, εσύ έβαλες τη μισή προίκα. Ο Γιάννης σε έβαλε μέτοχο για να γλιτώσει τη φορολογία.
Αυτή η εταιρεία είναι μισή δική σου». Δεν είχα συνειδητοποιήσει ποτέ πόση δύναμη έκρυβα, όχι μέχρι εκείνο το τηλεφώνημα.
Ξεκίνησε ο αγώνας – ένας αγώνας που κανείς στο χωριό, στην Αθήνα, ούτε καν η μάνα μου, πίστευε πως θα κερδίσω.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους