Η συζήτηση γύρω από το Ισραήλ, τη Γάζα και τον διεθνή ακτιβισμό έχει εγκλωβιστεί σε ηθικολογικά σχήματα. Από τη μία πλευρά, υπάρχει ένας διεθνής ακτιβισμός ο οποίος, σε σημαντικό μέρος του, δεν...
Η συζήτηση γύρω από το Ισραήλ, τη Γάζα και τον διεθνή ακτιβισμό έχει εγκλωβιστεί σε ηθικολογικά σχήματα.
Από τη μία πλευρά, υπάρχει ένας διεθνής ακτιβισμός ο οποίος, σε σημαντικό μέρος του, δεν περιορίζεται στην αυστηρή και θεμιτή κριτική της ισραηλινής κυβέρνησης, αλλά διολισθαίνει σε μονομανείς καταγγελίες του Ισραήλ ως του μοναδικού και απόλυτου κακού.
Αυτή η μονομέρεια είναι προβληματική διότι αποσυνδέει την κριτική από το ιστορικό του εβραϊκού λαού, αποσιωπά τον αντισημιτισμό που επανεμφανίζεται με νέα πολιτικά προσωπεία και παρουσιάζει όλους τους Εβραίους, ρητά ή υπαινικτικά, ως συλλογικά υπεύθυνους για τις πράξεις του κράτους.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ο ορισμός της IHRA επιμένει στη διάκριση: η κριτική πρός το Ισραήλ, όταν είναι ανάλογη με την κριτική που ασκείται σε οποιοδήποτε άλλο κράτος, δεν είναι καθαυτή αντισημιτική· γίνεται όμως ύποπτη όταν αντιμετωπίζει το Ισραήλ ως ενσάρκωση του εβραϊκού κακού ή όταν αναπαράγει κλασσικά αντιεβραϊκά στερεότυπα.
Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη αυτού του προβληματικού ακτιβισμού δεν αποτελεί άλλοθι για την αυταρχική, εξευτελιστική ή εκδικητική συμπεριφορά κρατικών αξιωματούχων.
Η περίπτωση του Ben-Gvir είναι ενδεικτική αυτής της παθολογίας: όταν ένας υπουργός ασφαλείας αντιμετωπίζει κρατούμενους ακτιβιστές όχι ως πρόσωπα που υπάγονται σε νομικές εγγυήσεις, αλλά ως αντικείμενα δημόσιου διασυρμού, τότε δεν υπερασπίζεται το κράτος δικαίου· το διασύρει.
Τα βίντεο που συνδέθηκαν με τη μεταχείριση των ακτιβιστών του στολίσκου πρός τη Γάζα προκάλεσαν διεθνή κριτική, ενώ ακόμη και Ισραηλινοί κυβερνητικοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων ο Νετανιάχου, ναί ο Νετανιάχου, και ο Gideon Sa’ar, επέκριναν τη στάση του Ben-Gvir ως αντίθετη πρός τις αξίες που το Ισραήλ υπερασπίζεται.
Η ηθική αποτυχία της μίας πλευράς δεν εξαγνίζει την ηθική αποτυχία της άλλης.
Ο αντισημιτισμός δεν παύει να είναι αντισημιτισμός επειδή εμφανίζεται ντυμένος με τη γλώσσα της αλληλεγγύης.
Η κρατική αυθαιρεσία δεν παύει να είναι αυθαιρεσία επειδή ασκείται από ένα κράτος που έχει πραγματικές και δικαιολογημένες ανησυχίες ασφαλείας.
Όποιος σκέπτεται σοβαρά οφείλει να μπορεί να πεί ταυτόχρονα δύο πράγματα: ότι η δαιμονοποίηση του Ισραήλ, όταν γίνεται εμμονική, αγγίζει ή και υπερβαίνει τα όρια του αντισημιτισμού· και ότι η ταπεινωτική μεταχείριση ακτιβιστών από κρατικούς αξιωματούχους δεν αρμόζει σε δημοκρατικό κράτος δικαίου.
Το πιό θλιβερό στοιχείο ωστόσο είναι η ευκολία με την οποία σχολιαστές και απλοί πολίτες ταυτίζονται με το ένα ή το άλλο άκρο, σαν να πρόκειται για αθλητική αντιπαράθεση.
Η μία πλευρά βλέπει μόνο τον Παλαιστίνιο ως θύμα και αδυνατεί να δεί τον Εβραίο ως ιστορικά εκτεθειμένο σε φόβους.
Η άλλη βλέπει μόνο την ισραηλινή ασφάλεια και αδυνατεί να αναγνωρίσει ότι η ασφάλεια, όταν αποσυνδέεται από το μέτρο, τη νομιμότητα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, μετατρέπεται σε μηχανισμό του αυταρχισμού.
Σήμερα ο δημόσιος διάλογος κυριαρχείται από τις φωνές της μισαλλοδοξίας.
Η μετριοπάθεια παρουσιάζεται ως δειλία, η διάκριση ως υπεκφυγή, η σύνθετη σκέψη ως προδοσία.
Κι όμως, η σοβαρότητα αρχίζει από την άρνηση της εύκολης ταύτισης.
Δεν χρειάζεται να επιλέξει κανείς ανάμεσα στον αντισημιτικό ακτιβισμό και στον αυταρχικό εθνικισμό.
Δεν χρειάζεται να αποδεχθεί ότι η συμπόνια για τους Παλαιστινίους συνεπάγεται την εχθρότητα πρός τους Εβραίους, ούτε ότι η αναγνώριση των ανησυχιών του Ισραήλ συνεπάγεται τη σιωπή απέναντι στην κρατική σκληρότητα.
Η μόνη αξιοπρεπής στάση είναι εκείνη που αρνείται την ηθική ευκολία των στρατοπέδων.
Να υπερασπίζεται κανείς το δικαίωμα της κριτικής χωρίς να ανέχεται τον αντισημιτισμό.
Να αναγνωρίζει το δικαίωμα του Ισραήλ στην ασφάλεια χωρίς να δικαιολογεί τον εξευτελισμό κρατουμένων.
Να απορρίπτει τη ρητορική του μίσους, είτε εκφέρεται από ακτιβιστές που φαντάζονται ότι μονοπωλούν την αρετή, είτε από υπουργούς που συγχέουν την κρατική ισχύ με το δικαίωμα ταπείνωσης του αντιπάλου.
Γι’ αυτό και η κατάσταση είναι πράγματι θλιβερή.
Όχι μόνο επειδή κυριαρχούν τα άκρα, αλλά επειδή τα άκρα έχουν καταφέρει να εμφανίσουν τη νηφάλια κρίση ως ανεπαρκή, την ανθρωπιά ως μεροληψία και τη δημοκρατική ευπρέπεια ως πολυτέλεια.
Σε μιά τέτοια συγκυρία, η πιό δύσκολη και αναγκαία πράξη είναι να μη γίνει κανείς μέρος της χορωδίας της μισαλλοδοξίας. Να επιμείνει στη δύσκολη αξιοπρέπεια της μετριοπάθειας...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους