Η μάνα μου τραγουδούσε αμανέδες πλένοντας πιάτα. Δεν το έκανε για να δείξει ότι τραγουδάει καλά. Το έκανε όπως άλλες γυναίκες ανάβουν το καντήλι. Από μέσα της. Σαν να μιλούσε με νεκρούς. Ο πατέρας...
Η μάνα μου τραγουδούσε αμανέδες πλένοντας πιάτα. Δεν το έκανε για να δείξει ότι τραγουδάει καλά.
Το έκανε όπως άλλες γυναίκες ανάβουν το καντήλι.
Από μέσα της.
Σαν να μιλούσε με νεκρούς.
Ο πατέρας μου, Βορειοηπειρώτης, βαρύς άνθρωπος, δεν πολυμιλούσε.
Όταν όμως έπινε λίγο παραπάνω, έλεγε κάτι ηπειρώτικα που έκαναν όλο το σπίτι να αλλάζει θερμοκρασία.
Κι ο αδερφός μου να βάζει Καζαντζίδη στο τέρμα, να τρίζει η πολυκατοικία.
Βγάλε συμπέρασμα τώρα σε τι σπίτι μεγάλωσα.
Σε σπίτι φτωχό, ναι.
Αλλά και σε σπίτι όπου ο καημός είχε μουσική μορφή.
Δεν ξέρω αν υπήρξα ποτέ πραγματικά χαρούμενη παιδούλα.
Νομίζω ήμουν από μικρή αλλού.
Με το βλέμμα έξω από το παράθυρο.
Κοιμόμουν και ξυπνούσα με ένα τρανζιστοράκι δίπλα μου.
Το είχα σαν προέκταση του σώματός μου.
Στο σχολείο ζητούσα άδεια να πάω τουαλέτα μόνο και μόνο για να ακούσω λίγο ακόμα τραγούδι.
Δεν με ενδιέφερε τίποτα άλλο.
Ούτε μαθήματα ούτε «να γίνω κάτι σπουδαίο». Τραγουδίστρια ήθελα να γίνω.
Χωρίς να ξέρω καν τι σημαίνει αυτό.
Δεν είχα γνωρίσει τραγουδιστές, δεν είχα μπει σε καμαρίνια, δεν είχα δει νύχτα.
Είχα μόνο κάτι φωνές που μου άνοιγαν μέσα μου έναν άλλο κόσμο. Τον Νίκο Τζόγια, κάτι ινδικές ταινίες στον κινηματογράφο, γυναίκες με μάτια θλιμμένα και μουσικές που έμοιαζαν να έρχονται από άλλους πολιτισμούς.
Ίσως από τότε να ήθελα να φύγω.
Όχι από το σπίτι μου.
Από τη στενότητα του κόσμου.
Ο πατέρας μου δεν το δεχόταν με τίποτα.
Ούτε ο αδερφός μου. «Τραγουδίστρια;» Ήταν σαν να έλεγα ότι θέλω να εξαφανιστώ.
Η μάνα μου μόνο με κοιτούσε αλλιώς.
Σαν να ήξερε ότι δεν υπήρχε επιστροφή.
Έφαγα ξύλο, πολλές φωνές, απαγορεύσεις.
Αλλά ήμουν ατίθαση.
Έκλεβα το ποδήλατο του μπακάλη για πλάκα, έτρεχα στους δρόμους, γύριζα ιδρωμένη, με τα γόνατα χτυπημένα και το κεφάλι γεμάτο τραγούδια.
Δεν είχα μέσα μου καθόλου το «κάτσε φρόνιμα». Και νομίζω ότι αυτό πλήρωσα και αργότερα.
Γιατί στην Ελλάδα οι γυναίκες που δεν κάθονται φρόνιμα πάντα πληρώνουν κάτι.
Όταν μπήκα στο Ωδείο Αθηνών αισθάνθηκα πρώτη φορά ότι ακουμπάω την πόρτα μιας άλλης ζωής.
Αλλά χρήματα δεν υπήρχαν.
Ούτε γνωριμίες σοβαρές.
Ούτε ασφάλεια.
Θυμάμαι ακόμα τη δασκάλα μου να μου κόβει το κλασικό τραγούδι και να μου λέει ουσιαστικά «άλλο πράγμα είσαι εσύ». Και είχε δίκιο.
Η φωνή μου δεν ήταν καθαρή, είχε μέσα της γειτονιά, καπνό, ανατολή, λαϊκή πληγή, έρωτες.
Με πήγαν στον Χορν, ο Χορν στον Χατζιδάκι, κι εγώ στεκόμουν σαν χαμένη ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους, με τη φούστα μου και τη λαχτάρα μου.
Όταν τραγούδησα πρώτη φορά στον Πειραιά, δεν ένιωσα θρίαμβο.
Ανακούφιση ένιωσα.
Σαν να έλεγα επιτέλους: «Να, εδώ είμαι.» Μετά ήρθε η δισκογραφία.
Και μαζί της η πρώτη μεγάλη απογοήτευση.
Ο κόσμος νομίζει πως εκείνα τα χρόνια ήταν όλα χρυσά.
Δεν ήταν.
Ήσουν σε μια εταιρεία και μπορούσες να σαπίσεις μέσα σε ένα συρτάρι.
Να περιμένεις χρόνια.
Να βλέπεις άλλους να προχωρούν επειδή «έπρεπε». Δεν μιλούσαμε τότε.
Δεν ζητούσαμε.
Είχαμε μάθει να φοβόμαστε μη θεωρηθούμε αχάριστοι.
Κι εγώ περίμενα.
Περίμενα και σάπιζα εσωτερικά.
Μέχρι που κάποια στιγμή κατάλαβα ότι αν δεν σώσω εγώ τον εαυτό μου, δεν θα το κάνει κανείς.
Και τότε έγινε το «Έχω φίλους». Και τότε μπήκα στη σειρά μου.
Αλλά πληγωμένη ήδη.
Το αστείο είναι πως όλοι με φαντάζονταν αλλιώς από αυτό που ήμουν.
Με ήθελαν λαϊκή τραγουδίστρια.
Κι εγώ ήθελα να τραγουδάω ερωτικά, μπαλάντες, πιο αέρινα πράγματα.
Όχι γιατί σνόμπαρα το λαϊκό.
Το λαϊκό ήταν το αίμα μου.
Αλλά ήθελα να ανασάνω κι αλλιώς.
Να μη με κλείσουν μέσα σε μία μόνο ταυτότητα.
Νομίζω τελικά όλη μου η ζωή ήταν αυτό: μια προσπάθεια να μη φυλακιστώ ούτε από τους άλλους ούτε από την ίδια μου την καταγωγή.
Και πλήρωσα το τίμημα.
Γιατί η εποχή τότε δεν συγχωρούσε εύκολα όποιον ξέφευγε από το «μοντέλο». Ή θα ήσουν αυτό που περίμεναν ή θα έπεφτες στον τοίχο με τα μούτρα.
Δεν αγάπησα ποτέ τη χλιδή της νύχτας.
Ούτε τις αυλές, ούτε τους ανθρώπους που σε κοιτούν σαν να είσαι μετοχή.
Δεν είχα ποτέ γύρω μου αυλικούς.
Με έπνιγαν αυτά.
Ήθελα να βάλω ένα ωραίο φόρεμα στη σκηνή, να λάμπω δύο ώρες και μετά να γυρίζω σπίτι μου.
Αυτό ήταν για μένα η πολυτέλεια.
Όχι τα λεφτά.
Όχι οι σαμπάνιες.
Όχι τα τραπέζια.
Γι’ αυτό και δεν άντεξα ποτέ εύκολα τα μεγάλα κέντρα.
Θα μπορούσα ίσως να είχα βγάλει πολλά περισσότερα χρήματα.
Αλλά θα είχα χάσει κάτι από μένα.
Και εγώ ήθελα να μπορώ να κοιτάζομαι στον καθρέφτη χωρίς να ντρέπομαι. Ο Άκης είναι η ζωή μου.
Δεν υπάρχει άλλη λέξη.
Με τον Άκη δεν δεθήκαμε μόνο από έρωτα.
Μας ένωσαν και οι ήττες.
Οι καταστροφές.
Οι συμπτώσεις. Η Αφρική του, η δική μου τρέλα με τη ρέγκε, οι δύσκολες εποχές, τα χρέη, η αγωνία, οι άνθρωποι που περίμεναν να διαλυθούμε. Ο Αντώνης μας.
Κι όμως μείναμε όρθιοι.
Κάναμε πράγματα που κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα έκανε.
Ρίξαμε τη ζωή μας ολόκληρη μέσα στην «Ήπειρο της Πεντατονίας». Δέκα χρόνια.
Επτακόσιοι πενήντα άνθρωποι.
Στίχοι, χωριά, μοιρολόγια, σκόνη, κασέτες, γέροντες που τραγουδούσαν σαν να μιλούσαν με τους νεκρούς τους.
Εκεί κατάλαβα ότι τελικά όλη μου η ζωή με γύριζε πίσω.
Στον πατέρα μου.
Στη μάνα μου.
Στους αμανέδες.
Και τώρα που μεγαλώνω, ξέρεις τι σκέφτομαι καμιά φορά; Ότι το πιο δύσκολο πράγμα δεν ήταν να γίνω γνωστή.
Ήταν να μη γίνω ψεύτικη.
Να μη χαθώ μέσα σε αυτό το επάγγελμα.
Να μπορώ ακόμα να συγκινούμαι όταν ακούω έναν καλό στίχο, να έχω φίλους αληθινούς, να λέω τα πράγματα κατευθείαν, να μη χρειάζομαι θαυμασμό για να υπάρχω.
Θα μπορούσα ίσως να έχω σπίτια, λεφτά, μεγαλύτερες επιτυχίες.
Αλλά έχω αυτό που υπάρχει μέσα στα σπίτια όταν κλείνουν τα φώτα.
Έναν άνθρωπο δίπλα μου.
Ένα παιδί.
Μια ζωή που, όσο κι αν με πλήγωσε, δεν την πρόδωσα ποτέ. Ελένη Δήμου, χρόνια πολλά κι ευχαριστούμε που ακόμα κρατάς ζωντανή την καρδιά των ανθρώπων που νιώθουν μόνοι μέσα στη νύχτα!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους