Γεννήθηκα μέσα σε μια πόλη που μύριζε γιασεμί, καμένο φιλμ και βρεγμένο τσιμέντο. Με βάπτισαν Αναστασία - Μαρία αλλά με φώναζαν Νάντια. Η Αθήνα της παιδικής μου ηλικίας δεν ήταν πόλη. Ήταν ένας...
Γεννήθηκα μέσα σε μια πόλη που μύριζε γιασεμί, καμένο φιλμ και βρεγμένο τσιμέντο.
Με βάπτισαν Αναστασία - Μαρία αλλά με φώναζαν Νάντια. Η Αθήνα της παιδικής μου ηλικίας δεν ήταν πόλη.
Ήταν ένας τεράστιος διάδρομος αναμονής όπου οι άνθρωποι κάπνιζαν, χώριζαν, γελούσαν δυνατά και μετά σιωπούσαν απότομα σαν να θυμήθηκαν κάτι τρομακτικό.
Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν τριών ετών κι εγώ μεγάλωσα ανάμεσα σε σπίτια που ποτέ δεν έγιναν ακριβώς σπίτι.
Η μάνα μου ζωγράφιζε πρόσωπα που έμοιαζαν λυπημένα ακόμη κι όταν χαμογελούσαν.
Το βράδυ διάβαζε βιβλία για την Ιαπωνία και σημείωνε άγνωστες λέξεις πάνω σε χαρτιά κουζίνας.
Κάποτε τη ρώτησα γιατί μαθαίνει γιαπωνέζικα ενώ δεν θα πάει ποτέ στην Ιαπωνία.
Μου απάντησε: «Για να θυμάται η ψυχή πως υπάρχουν ακόμη άγνωστοι τόποι». Νομίζω τότε γεννήθηκε μέσα μου αυτή η μόνιμη αίσθηση εξορίας.
Ότι δεν ανήκω πουθενά ολοκληρωτικά.
Ούτε στους ανθρώπους που με αγαπούν.
Από μικρή φοβόμουν τη σιωπή του σπιτιού.
Γι’ αυτό μεταμφιεζόμουν.
Έδενα κουρτίνες πάνω μου σαν φορέματα, έβαφα τα μάτια μου με τα κραγιόν της μάνας μου, περπατούσα ξυπόλυτη πάνω στα μωσαϊκά και μιλούσα μόνη μου σαν να με κινηματογραφούσε κάποιος αόρατος σκηνοθέτης.
Έπαιζα όλες τις γυναίκες που θα γινόμουν αργότερα.
Την εγκαταλελειμμένη.
Την ερωτευμένη.
Την επικίνδυνη.
Τη γυναίκα που φεύγει νύχτα χωρίς να αφήσει σημείωμα.
Μερικές φορές μάλιστα έπαιζα και τον θάνατό μου.
Ξάπλωνα στο πάτωμα και περίμενα να μπει κάποιος στο δωμάτιο και να κλάψει πάνω από το σώμα μου.
Ήμουν παράξενο παιδί.
Όχι θλιμμένο ακριβώς.
Κάτι χειρότερο.
Ήμουν παιδί που αισθανόταν τα πάντα υπερβολικά.
Όταν μπήκα στο Θέατρο Τέχνης, αισθάνθηκα πως κάποιος άνοιξε για πρώτη φορά τα παράθυρα μέσα μου. Ο Κουν περπατούσε ανάμεσα στους ηθοποιούς σαν κουρασμένος ιερέας μιας θρησκείας που πέθαινε αργά.
Τον κοιτούσα και φοβόμουν ταυτόχρονα.
Όχι επειδή ήταν αυστηρός.
Αλλά επειδή έβλεπε.
Οι πραγματικά επικίνδυνοι άνθρωποι είναι όσοι βλέπουν πίσω από το πρόσωπό σου.
Εκείνος το έκανε.
Μου έδινε ρόλους κι εγώ έπαιζα σαν να καιγόταν το σώμα μου.
Μετά τις πρόβες έμενα συχνά μόνη μέσα στα καμαρίνια.
Μύριζα τα παλιά υφάσματα, τα ιδρωμένα κοστούμια, τις περούκες.
Πίστευα πως μέσα τους είχαν παγιδευτεί οι ψυχές των ηθοποιών που τα είχαν φορέσει.
Μερικά βράδια άκουγα πραγματικά φωνές.
Όχι δυνατές.
Σαν ψίθυροι πίσω από τον τοίχο. «Μη φύγεις ακόμη», έλεγαν.
Κι εγώ έμενα. Ο Αγγελόπουλος μπήκε στη ζωή μου σαν όνειρο που συμβαίνει πριν αποκοιμηθείς.
Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω αλλιώς.
Τον είχα ήδη συναντήσει πριν τον γνωρίσω.
Στον «Μεγαλέξανδρο» είχα αισθανθεί ότι αυτός ο άνθρωπος κινηματογραφεί όχι την Ελλάδα αλλά τη μνήμη της Ελλάδας, το φάντασμα της Ελλάδας.
Όταν με πήρε στον «Μελισσοκόμο», δεν ένιωσα επιτυχία.
Ένιωσα μοιραίο κάλεσμα.
Στα γυρίσματα περπατούσα σαν υπνωτισμένη. Ο Μαστρογιάνι γελούσε, κάπνιζε, έκανε αστεία και ξαφνικά γινόταν θλιμμένος χωρίς λόγο.
Μου έμοιαζε λίγο.
Τα βράδια στα ξενοδοχεία της επαρχίας άκουγα τα φορτηγά να περνούν στην εθνική οδό και σκεφτόμουν πως η ζωή μου είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται από μένα.
Κάποτε είδα όνειρο ότι ο Αγγελόπουλος στεκόταν μόνος μέσα σε άδειο σινεμά και μου είπε: «Μην εμπιστευτείς ποτέ την αγάπη του πλήθους.
Σήμερα χειροκροτούν, αύριο διψούν να σε δουν να πέφτεις». Ξύπνησα ιδρωμένη.
Χρόνια αργότερα κατάλαβα πόσο δίκιο είχε.
Οι άντρες με κοιτούσαν πάντα σαν να ήμουν κάτι που δεν θα κρατούσαν για πολύ.
Ίσως κι εγώ να το προκαλούσα.
Ερωτευόμουν με βία.
Όχι με τρυφερότητα.
Παραδινόμουν ολόκληρη.
Ήθελα να με κοιτάζουν αδιάκοπα γιατί όταν ο άλλος αποσπούσε το βλέμμα του αισθανόμουν πως έσβηνα.
Έζησα έρωτες νυχτερινούς, άρρωστους, θεατρικούς.
Έμεινα σε σπίτια γεμάτα καπνό, δίσκους, ουίσκι και αϋπνίες.
Άντρες που διάβαζαν ποίηση γυμνοί στις κουζίνες στις τέσσερις το πρωί.
Άντρες που με ήθελαν μόνο όταν ήμουν λυπημένη γιατί τότε ήμουν πιο όμορφη.
Ένας σκηνοθέτης μού είχε πει κάποτε: «Όταν χαμογελάς, χάνεις λίγο από το μυστήριό σου». Για μήνες μετά προσπαθούσα να μη χαμογελώ.
Τόσο ηλίθια πράγματα κάνει μια γυναίκα όταν φοβάται μην πάψει να είναι επιθυμητή.
Με τον Δημήτρη υπήρξε κάτι βαθύτερο από σχέση.
Ήταν σαν να ζούσα δίπλα σε άνθρωπο που είχε ήδη αρχίσει να αποχαιρετά τον κόσμο.
Είχε παράπονο μέσα του. Μεγάλο.
Και χιούμορ.
Τρομερό χιούμορ.
Γελούσαμε πολύ.
Μερικές φορές υπερβολικά πολύ, σαν να προσπαθούσαμε να νικήσουμε κάτι σκοτεινό που ερχόταν κατά πάνω μας.
Τα βράδια όμως τον έβλεπα να βυθίζεται.
Καθόταν σιωπηλός, έπινε και κοιτούσε έναν τοίχο λες και εκεί προβαλλόταν όλη η ζωή του.
Τον φρόντισα μετά από εγχειρήσεις, τον κράτησα όταν πονούσε, τον άκουσα να μιλά για προδοσίες, για παλιούς έρωτες, για ανθρώπους που τον ξέχασαν.
Μια νύχτα ξύπνησα και τον βρήκα να με κοιτάζει ενώ κοιμόμουν. «Τι είναι;» τον ρώτησα.
Και μου είπε μόνο: «Τίποτα.
Απλώς φοβάμαι ότι όλοι στο τέλος μένουμε μόνοι». Δεν ξανακοιμήθηκα εκείνο το βράδυ. Η Ελλάδα άρχισε κάποτε να με στενεύει.
Οι παρέες, οι κλίκες, οι μικρότητες, οι άνθρωποι που σε αγκαλιάζουν μπροστά σου και σε μαχαιρώνουν μόλις φύγεις.
Έφυγα για τη Γαλλία σαν άνθρωπος που αλλάζει δέρμα. Στο Παρίσι περπατούσα ώρες.
Κάπνιζα σε μικρά καφέ κοντά στο Σηκουάνα και παρατηρούσα τους περαστικούς.
Εκεί έμαθα τη μοναξιά αλλιώς.
Πιο κομψά.
Πιο αθόρυβα.
Κάποτε, μέσα σε σταθμό τρένου, άκουσα καθαρά τη φωνή της μάνας μου να με φωνάζει.
Γύρισα τρομαγμένη.
Δεν υπήρχε κανείς.
Έκλαψα μπροστά σε άγνωστους ανθρώπους χωρίς να με νοιάζει.
Από τότε άρχισα να πιστεύω πως οι νεκροί δεν φεύγουν.
Απλώς αλλάζουν δωμάτια μέσα μας.
Γνώρισα τον άντρα μου σε μια ποιητική βραδιά.
Ήταν σαν να γνωρίζω κάποιον που με θυμόταν ήδη.
Δεν προσπαθήσαμε να σώσουμε ο ένας τον άλλο.
Αυτό ήταν η ομορφιά μας.
Καθόμασταν νύχτες στο Παρίσι, πίναμε κρασί, μιλούσαμε για ποιήματα, για τον θάνατο, για τη γήρανση.
Μια φορά του είπα πως φοβάμαι ότι όσο μεγαλώνω γίνομαι αόρατη.
Γέλασε και μου απάντησε: «Οι όμορφες γυναίκες υποφέρουν διπλά όταν περνά ο χρόνος γιατί για χρόνια τις έπεισαν πως το πρόσωπό τους ήταν η πατρίδα τους». Δεν του μίλησα για ώρα μετά.
Γιατί ήξερα ότι είχε δίκιο.
Τώρα μεγαλώνω αργά, όπως μεγαλώνουν οι ηθοποιοί στα ευρωπαϊκά φιλμ.
Με σιωπές και με αναμνήσεις που επιστρέφουν άτακτα.
Μερικές νύχτες ξυπνώ και για λίγα δευτερόλεπτα πιστεύω πως είμαι ακόμη είκοσι χρονών.
Αγγίζω το πρόσωπό μου στο σκοτάδι και τρομάζω.
Άλλες φορές μπαίνω σε άδεια θέατρα πριν αρχίσει η πρόβα και κάθομαι στις τελευταίες σειρές.
Εκεί τους βλέπω όλους. Τον Κουν. Τον Αγγελόπουλο. Τον Δημήτρη.
Τη μάνα μου.
Τους νεκρούς έρωτές μου.
Κάθονται αμίλητοι και με κοιτούν.
Και τότε καταλαβαίνω πως όλη μου η ζωή ήταν τελικά μια ατελείωτη οντισιόν για την αγάπη.
Μόνο αυτό.
Να με δουν.
Να με κρατήσουν λίγο μέσα στο βλέμμα τους πριν σβήσει το φως. (H Νάντια Μουρούζη φωτογραφημένη στο σπίτι της στην Ακρόπολη για το περιοδικό Max το 1992.)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους