Η Αναμονή στην Άκρη του Βράχου Το ημερολόγιο, καρφωμένο με μια σκουριασμένη πρόκα στον ασβεστωμένο τοίχο, έγραφε Οκτώβριος 1940. Στις απόκρημνες, απομονωμένες ακτές της Χίου, το φθινόπωρο είχε...
Η Αναμονή στην Άκρη του Βράχου Το ημερολόγιο, καρφωμένο με μια σκουριασμένη πρόκα στον ασβεστωμένο τοίχο, έγραφε Οκτώβριος 1940.
Στις απόκρημνες, απομονωμένες ακτές της Χίου, το φθινόπωρο είχε αρχίσει να δείχνει τα δόντια του.
Ο αέρας έφερνε μαζί του τη μυρωδιά του βρεγμένου βράχου, της άγριας ρίγανης και μιας παράξενης, βαριάς ανησυχίας.
Οι ψίθυροι στις μεγάλες χώρες για έναν πόλεμο που θα συγκλόνιζε τον κόσμο είχαν φτάσει ακόμα και στα αυτιά των ψαράδων του Αιγαίου.
Για την Ελένη, όμως, ο κόσμος όλος ξεκινούσε και τελείωνε σε εκείνη την ερημική παραλία, κάτω από το φτωχικό, πέτρινο σπιτάκι με τα κόκκινα κεραμίδια που έχτισε ο πεθερός της με τα ίδια του τα χέρια.
Από νωρίς το απόγευμα, η Ελένη είχε αφήσει τις δουλειές του σπιτιού.
Φόρεσε την καθαρή της ποδιά, έδεσε το μαντήλι στα μαλλιά της για τον αέρα και κατέβηκε στην αμμουδιά.
Τα πόδια της, γυμνά και συνηθισμένα στις σκληρές πέτρες, βυθίζονταν στην υγρή άμμο.
Στην αγκαλιά της κρατούσε σφιχτά τον μικρό Νικόλα, το τρίτο της παιδί, που ήταν ακόμα βρέφος.
Το μωρό, τυλιγμένο σε μια χοντρή, μάλλινη κουβέρτα, κοιτούσε το άπειρο γαλάζιο με μάτια γεμάτα αθωότητα, νιώθοντας τη ζεστασιά και τον χτύπο της καρδιάς της μάνας του.
Δίπλα της στεκόταν ο Γιωργής, ο μεγάλος της γιος.
Παρά το μικρό της ηλικίας του, το βλέμμα του ήταν σοβαρό, σχεδόν αντρικό.
Φορούσε τα παλιά, μπαλωμένα ρούχα του πατέρα του, κομμένα στα μέτρα του, και είχε τα χέρια κατεβασμένα, παρατηρώντας με προσήλωση τον ορίζοντα.
Είχε μάθει από νωρίς ότι η θάλασσα είναι θηρίο και ότι ο πατέρας του ρίσκαρε τη ζωή του κάθε φορά που ανοιχόταν με το καΐκι.
Η σιωπή της ερημικής ακτής έσπασε ξαφνικά από μια καθαρή, παιδική φωνή. «Μαμά, κοίτα! Εκεί, πίσω από τον κάβο! Έρχεται!» Ήταν η μικρή Μαρία.
Με το χέρι της τεντωμένο προς το μέρος όπου τα κύματα έσπαγαν πάνω στα βράχια, έδειχνε με ενθουσιασμό.
Το πρόσωπό της φωτίστηκε από ένα τεράστιο χαμόγελο, και η ανυπομονησία της σχεδόν τη σήκωνε από το έδαφος. Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα της και τα μάτια της, στενεύοντας από τον ήλιο που έπεφτε, εστίασαν στο βάθος.
Πράγματι, μέσα στο χρυσό, γλυκό φως του δειλινού, η γνώριμη φιγούρα της μικρής ξύλινης βάρκας έκανε την εμφάνισή της.
Στο πλάι της πλώρης, με μαύρα, ξεθωριασμένα γράμματα, ήταν γραμμένη η λέξη που τους κρατούσε ζωντανούς: «ΕΛΠΙΔΑ». Ο Μιχάλης, με τα χέρια ροζιασμένα από τα σκοινιά, τα δίχτυα και την αλμύρα, τραβούσε τις τελευταίες κουπιές με ρυθμό.
Το κορμί του ήταν σκυμμένο από την κούραση μιας ολόκληρης μέρας στο πέλαγος, αλλά μόλις αντίκρισε τη γυναίκα του και τα παιδιά του να τον περιμένουν στην ακτή, η κούραση έκανε στην άκρη.
Ένα πλατύ, ζεστό χαμόγελο σχηματίστηκε στο γεμάτο γένια πρόσωπό του.
Φόραγε το κλασικό του κασκέτο και τα βαριά ρούχα της δουλειάς, σήκωσε για λίγο το χέρι του να τους χαιρετήσει, και συνέχισε να κωπηλατεί προς το μέρος τους.
Μέσα στο ψάθινο πανέρι, στο κέντρο της βάρκας, σπαρταρούσαν λίγα φρέσκα ψάρια.
Δεν ήταν η μεγάλη ψαριά που θα τους πλούτιζε –τέτοιες εξάλλου σπάνιζαν εκείνα τα χρόνια– αλλά ήταν αρκετά.
Ήταν το φαγητό της ημέρας, η σούπα που θα ζέσταινε το τσουκάλι τους, το ψωμί που θα μοιράζονταν στο ξύλινο τραπέζι κάτω από το φως της λάμπας πετρελαίου. Στην Ελλάδα του 1940, η καθημερινότητα στις άκρες των νησιών ήταν ένας συνεχής, αθόρυβος αγώνας για την επιβίωση.
Δεν υπήρχαν ανέσεις, δεν υπήρχαν βεβαιότητες.
Υπήρχε μόνο η πίστη, η σκληρή δουλειά και η οικογένεια. Η Ελένη ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από το στήθος της και πήρε μια βαθιά ανάσα.
Ο άντρας της επέστρεφε σώος, τα παιδιά της ήταν υγιή και το σπιτικό τους, όσο φτωχικό κι αν φαινόταν με τους γυμνούς πέτρινους τοίχους του, ήταν το δικό τους απάνεμο λιμάνι.
Καθώς η πλώρη της «Ελπίδας» ακούμπησε απαλά στην άμμο και τα παιδιά έτρεξαν να πιάσουν το σκοινί, ο χρόνος έμοιαζε να σταματά.
Οι μαύρες μέρες που θα ακολουθούσαν με την Κατοχή και τις κακουχίες ήταν ακόμα άγνωστες και μακρινές.
Εκείνο το απόγευμα, στην ερημική παραλία της Χίου, η αγάπη και η απλότητα είχαν νικήσει τον φόβο, και η οικογένεια του ψαρά ήταν, με τον δικό της τρόπο, πλούσια. Άννα Δανάλη Μυθοπλασία
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους