[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Όταν ο ήλιος βασίλεψε κάτω, στην άκρη του ατέλειωτου κάμπου, οι θεριστάδες, μ' ένα λαχάνιασμα ίσιωσαν το κορμί τους, ύστερ' απ' το σκύψιμο μιας ολόκληρης ημέρας. Το βραδινό αεράκι θρόισε απαλά μέσα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Όταν ο ήλιος βασίλεψε κάτω, στην άκρη του ατέλειωτου κάμπου, οι θεριστάδες, μ' ένα λαχάνιασμα ίσιωσαν το κορμί τους, ύστερ' απ' το σκύψιμο μιας ολόκληρης ημέρας.

Το βραδινό αεράκι θρόισε απαλά μέσα στα στάχυα.

Πάνω στα λιγοστά δέντρα —τα ξεραμένα από την κάψα και το λίβα— κούρνιασαν οι στερνές κάργιες*, μέσα σ' όργιο από φωνές.

Πιο κάτω, έξω απ' τα τσαντήρια των γύφτων, τα τσουκάλια έβραζαν πάνω σε μεγάλες φωτιές.

Ένα μελαχρινό πλήθος, ντυμένο κουρέλια πολύχρωμα και καθισμένο ανακούκουρδα, περίμενε —σιωπηλό και χαυνωμένο απ' τη δουλειά της ημέρας— το κατέβασμα της χύτρας απ' το τσιγκέλι του τρίποδου.

Μέσα απ' τους ιδρωμένους κόρφους βγήκαν μαντίλια λερά, γεμάτα μ' ένα κομμάτι ψωμί κρίθινο, ένα κρομμύδι, δυο σκελίδες σκόρδο.

Τα τσιμπούκια γέμισαν λαθραίο καπνό, κλεμμένο απ' τους αυλαγάδες* των καραγκούνηδων.

Κάποιο βιολί αντήχησε παράξενα.

Μια σπασμένη αντρίκια φωνή το συνόδεψε.

Η νύχτα ακολουθούσε αργά το μακρόσυρτο δείλι του καλοκαιριού.

Οι καραγκούνηδες χώρισαν απ' τους γύφτους.

Τράβηξαν για το χωριό τους, που μόλις υψωνόταν πάνω απ' το χώμα.

Ούτε ένας καπνός δε στεφάνωνε τις χαμηλές στέγες.

Ούτε μια φωνή δε ζωντάνευε τους μίζερους αυλαγάδες.

Όλοι —άντρες, γυναίκες και παιδιά— είχαν πάει στο θέρο.

Μέσα στο λυκοφώτισμα*, η ανάρια* παρέα τους σερνόταν αμίλητη κι άχαρη.

Κανένα πρόσχαρο χρώμα πάνω στα ξεραμένα κορμιά.

Όλοι φορούσαν βαριά σιγκούνια* από μαύρο 410 μαλλί, ξεβαμμένο απ' τον ήλιο, ποτισμένο απ' τις βροχές και τους ιδρώτες.

Καθώς περνούσαν μπροστά απ' το κονάκι —που ήταν λίγο πιο έξω απ' το χωριό— χαιρέτισαν τον αφέντη τους τον τσιφλικά, καμπουριάζοντας το κορμί.

Άχνα δεν βγήκε απ' το λαρύγγι τους.

Μόνο τ' άγνωρα παιδιά —που σέρναν τα γυμνά τους πόδια στην παχιά σκόνη του χωραφόδρομου— σταμάτησαν μια στιγμή, με στόμα ανοιχτό, μπροστά στις ψηλές μπότες, τα μακριά μουστάκια και το μονόκλ του Πήτερ Χατζηθωμά.

Ύστερα, σκόρπισαν στα σπίτια τους.

Οι γυναίκες άναψαν το μικρό λαδολύχναρο, για να στρώσουν τα σκουτιά του ύπνου.

Να δώσουν ένα κομμάτι ψωμί στα μισοκοιμισμένα παιδιά.

Μερικοί άντρες —οι νεότεροι— ξεκίνησαν αργά για τον καφενέ.

Να περάσουν την ώρα κουτσοπίνοντας τσίπουρο, πριν αποκατιάσουν*. Εκείνο το βράδυ, ο γερο-Γκουντής ο Ποτούλης, σαν γεύτηκε το ψωμί και το κρομμύδι του, αντί να πάει στο γιατάκι*, φόρεσε το τρίχινο σκουφί του και τράβηξε κατά την πόρτα.

Η γριά του —η Γκουντίνα— ξαφνιάστηκε. — Πού πααίν'ς, Γκ'ντή; — Δ'λειά σ'! της απάντησε ο άντρας.

Κι η σκλάβα του κάμπου βουβάθηκε μπρος στην προσταγή του αφέντη της. Ο Γκουντής πήρε το δρόμο του κονακιού, με την αργή και μετρημένη περπατησιά των καμπίσιων της Θεσσαλίας.

Μες στο μυαλό του γύριζε τα λόγια που θα 'λεγε του τσιφλικά.

Η αταβική* διπλωματία της τεσσεροχιλιόχρονης σκλάβας γενιάς του, πάλευε μέσα του με την απελπισία της στιγμής.

Σαν έφτασε μπρος στη βαριά πόρτα με τα μαντεμένια* καρφιά, δεν είχε πάρει ακόμα απόφαση.

Αναστέναξε βαθιά.

Κι έκρουσε το μάνταλο.

Τα λυκόσκυλα ούρλιαξαν στην αυλή.

Πάνω στις πέτρες ακούστηκαν περπατησιές.

Η πόρτα μισάνοιξε. — Ποιος είναι; ρώτησε μια φωνή. — Ιγώ. Η Γκ'ντής, η Πουτούλ'ς. —Τι χαλεύ'ς γιέρου;* — Θέλου να ιδώ τ' αφεντ'κό. — Κάτσι να ρουτήξω.

Η πόρτα ξανάκλεισε. Ο Γκουντής έμεινε μόνος, μες στη νύχτα.

Πέρασαν λίγα λεφτά.

Και πάλι ο Αρβανίτης ούσμπασης* άνοιξε το βαρύ θυρόφυλλο. 411 — Άιντε, ορέ Γκουντή.

Το αφέντια σε καρτεράει στο οντά*. Το κονάκι ήταν σπίτι παλιό, δίπατο, απ' τον καιρό των Κονιάρων.

Ο παλιός τσιφλικάς —ο Ρουστέν-μπεης— που το κληρονόμησε απ' τον πατέρα του, το 'χε αφήσει να σαραβαλιαστεί.

Τα καφάσια του χαρεμλικιού* σάπισαν κι έπεσαν.

Απ' τα σπασμένα τζάμια, ο σκληρός βοριάς του κάμπου έμπαινε λεύτερος.

Σαν ο Ρουστέν-μπεης γέρασε και σπατάλησε την περιουσία του σε γλέντια κι ελεημοσύνες, πούλησε το τσιφλίκι του —το Κοριλάρ— στον Πήτερ Χατζηθωμά.

Κι αυτός, κλείστηκε στο σαράι* του της Λάρισας, ανάμεσα στις αγαπημένες του γυναίκες — ο Αλλάχ δεν του 'δωσε παιδιά.

Και πρόσμενε το θάνατο με ψυχή γαλήνια, σαν καλός μουσουλμάνος που ήταν.

Εξάλλου, στην καρδιά του βασίλευε πίκρα μεγάλη.

Εδώ και λίγα χρόνια, το βιλαϊέτ* της Λάρισας γίνηκε γιουνάνικο*. Το Γκιαούρ ασκέρ* με τα γαλάζια παντελόνια, έπνιξε τον κάμπο.

Κι από πίσω του, μια συμμορία από πειναλέους Παλιολλαδίτες.

Που έπεσαν σαν ακρίδα και λοιμική* στο παρθένο χώμα της Θεσσαλίας... Ο καινούριος τσιφλικάς του Κιριλάρ —ο Πήτερ Χατζηθωμάς— ήταν από κείνους τους Ρωμιούς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αγγλία.

Λεβεντάνθρωπος πενηντάρης, διατηρημένος εξαίσια από την υγιεινή ζωή και τον αθλητισμό των Αγγλοσαξόνων.

Έφτασε στο μίζερο καραγκουνοχώρι φέρνοντας μαζί του τρία μπαούλα με κοστούμια σπορτ, πέντε λυκόσκυλα, μια ντουζίνα ρακέτες του τέννις, ολόκληρη συλλογή από κυνηγετικά όπλα και μια Φραντσέζα.

Διόρθωσε το παλιό κονάκι, σε τρόπο που να 'χει όλες τις ανέσεις.

Όσο για το χτήμα και τ' ανθρώπινα χτήνη που το δούλευαν, δεν άλλαξε τίποτα.

Οι προϋποθέσεις του ανθρωπισμού δεν έχουν καμιά σχέση με τις δουλειές.

Business are business... Όταν ο Γκουντής μπήκε στον οντά, ο Χατζηθωμάς έπινε το βραδινό του ορεχτικό, ύστερ' από μέρα πολύ κοπιαστική. Η Φραντσέζα του κάπνιζε ξαπλωμένη στην πολυθρόνα, πλάι στο παράθυρο.

Δίπλα της, σ' ένα τραπεζάκι, ήταν η καράφα με το ούζο, κι ένα ποτήρι από κρύσταλλο βοημικό.

Ο χωριάτης, για μια στιγμή, έμεινε ξαφνιασμένος μπρος στην όμορφη γυναίκα με τη νωχελική και προκλητική θωριά.

Ούτε είχε 412 ακούσει ποτέ —ούτε είχε φαντασθεί— ότι μπορούσε να υπάρχει στον κόσμο, τέτοιο πλάσμα.

Γρήγορα όμως μαζεύτηκε στον εαυτό του.

Χαιρέτισε με τεμενά.

Και περίμενε σιωπηλός, να του μιλήσει πρώτος ο αφέντης. — Τι θέλεις, γέρο; τον ρώτησε ο Χατζηθωμάς. Ο Γκουντής αναστέναξε κατεβάζοντας τα μάτια.

Τα ξεραγκιανά του δάχτυλα τριγύριζαν, σαστισμένα, τον τρίχινο του σκούφο. — Αφέντη, είπε.

Τι να γίνει; Ο Θιος μι κατατρέχ'. Ντιπ! Σπυρί δεν έβγαλα! Ούτι του ιένα τρία!* Τι να γένου, η έρμους; Ο Χατζηθωμάς άναψε την πίπα του: — Τι θέλεις να σου κάνω εγώ, γέρο; Η σοδειά, φέτο, είναι κακή.

Τα μάτια του Γκουντή σηκώθηκαν απ' το σκούφο: — Αφέντη μ'. Η Θιος καταράσ' κι του χώμα μ'. Οι άλλοι έχ' νε του ιένα ιφτά κι ουχτώ.

Κι σάμπους του βιο μ' είνι μιγάλου; Τα ξέρ'ς τα χουράφια μ'... — Τι σοδειά έχεις, γέρο; — Έχου διν έχου διακόσια σταμπόλια*. Η αφεντιά σ' θα μι πάρ' τα μ' σά. Τι να κάνου μι ικατό σταμπόλια; Πέντι κατουστάρ' και θα πιάσου στου παζάρ'*. Η καπνός του αυλαγά μ' χάλασι.

Τουν έφαϊ του σκ' λίκι.

Κάτι κρουμμύδια μου μνήσκουν*. Τι να γένου, η έρμους; Ο Χατζηθωμάς άρχισε να στεναχωριέται: — Και τι θέλεις από μένα; — Μη μ' πάρ'ς του μισό φέτους — είπε ο Γκουντής.

Πάρι μουνάχα πινήντα σταμπόλια.

Κι από χρόν', α θέλ' η Θιος, να στα δώσου... — Δεν γίνονται αυτά γέρο.

Αν αρχίσω να χαρίζω στον ένα και στον άλλον, πάω χαμένος.

Βγάλ' τα πέρα όπως μπορείς.

Πάγωσε η καρδιά του Γκουντή: — Κυρ Πέτρο! Αφέντη μ'! Θα χαθώ! Θα κριμαστώ! Πώς να ζήσου, ιένα χρόνου, μι πεντακόσιες δραμές; Πώς να πλερώσου τ' ομόλογο*; — Ποιο ομόλογο; ρώτησε ο Χατζηθωμάς, κοιτώντας το γέρο με περιέργεια. — Χρουστάου διακόσιες δραμές στου Χαΐμ*, στ' Λάρ'σα. Τι να 'κανα; Του κουρίτσι μ' είχι αρρουστήσ'. Έλιουνι, πέθνησκι.

Του πήα στ' Λάρ' σα, στου γιατρό.

Η γιατρός μι πήρε είκουσι δραμές.

Η σπιτσέρης*, τρανταπέντι.

Μ' είπι, η γιατρός, να τ' δίνου, του κορ'τσιού, κάθε μέρα κρίας. 413 Ξουδεύ'κα, χριώθ'κα, πνίγ'κα! Κι του χουράφ', δεν έδ' κι ούτε ιένα τρία... — Κι ήταν ανάγκη να πας στη Λάρισα το κορίτσι σου γέρο; Κι εδώ μπορούσε να γίνει καλά.

Στα μάτια του Γκουντή ζωγραφίστηκε απέραντη αγωνία: — Πέθνησκι, αφέντ', του κουρίτσ'! Έλιουνι! Μουνάχου το 'χου. Η Ζουγράφου μ', σαν του κρύου του νιρό! Πώς να βαστάξ' η ψυχή μ'; Οι καπνοί της πίπας σκέπασαν το πρόσωπο του Χατζηθωμά. — Άιντε, γέρο — είπε. Πήγαινε.

Και θα ιδούμε... Ο Γκουντής προσκύνησε, και βγήκε πισωπατώντας.

Δεν είχε πια πνοή.

Τα γόνατά του ήσαν κομμένα.

Σαν βρέθηκε έξω, ανάσανε βαθιά τον καθαρόν αέρα.

Η νυχτερινή γαλήνη απλωνόταν χαρωπή στον πλατύ κάμπο.

Πίσω απ' τον Κίσαβο, σιγοπρόβαλε το φεγγάρι.

Τα χρυσά πέλαγα του σταριού πήραν ζωή μυστική. Στην κατασκήνωση των γύφτων οι φωτιές δεν είχαν σβήσει ακόμα... Μιχάλης Καραγάτσης, Το μπουρίνι

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences