ΛΟΓΩ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΟΓΚΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΣΕ ΔΥΟ ΤΜΗΜΑΤΑ. TMHMA2/2 Το ΠΑΣΟΚ βλέπει την πληγή, αλλά δεν αγγίζει το μαχαίρι. πλήρης αποσιώπηση του πραγματικού μηχανισμού λεηλασίας Κόκκινα δάνεια...
ΛΟΓΩ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΟΓΚΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΣΕ ΔΥΟ ΤΜΗΜΑΤΑ. TMHMA2/2 Το ΠΑΣΟΚ βλέπει την πληγή, αλλά δεν αγγίζει το μαχαίρι. πλήρης αποσιώπηση του πραγματικού μηχανισμού λεηλασίας Κόκκινα δάνεια, funds, servicers, REOCO και κρατικές εγγυήσεις “Ηρακλή”: χωρίς πλήρη αποκάλυψη του σκανδάλου, χωρίς έλεγχο νομιμοποίησης και χωρίς αποκατάσταση όσων έχασαν σπίτια και επιχειρήσεις, καμία πρόταση δεν είναι πραγματική λύση, αλλά αποσιώπηση του πραγματικού μηχανισμού λεηλασίας.
PART 2
-------------------------------------- Ενδέκατον, θα έπρεπε να προβλέπει αναδρομικό έλεγχο πλειστηριασμών και μεταβιβάσεων ακινήτων που έγιναν με αμφισβητούμενη νομιμοποίηση.
Δεν αρκεί να προστατευθούν μόνο όσοι δεν έχουν χάσει ακόμη την περιουσία τους.
Πρέπει να εξεταστούν και όσοι την έχασαν ήδη.
Αν αποδειχθεί ότι πλειστηριασμοί έγιναν χωρίς πλήρη νομιμοποίηση, με ελαττωματική μεταβίβαση, με αδιαφανή φάκελο ή με παραβίαση δικαιωμάτων άμυνας, τότε πρέπει να υπάρχει μηχανισμός ακύρωσης, επανεξέτασης ή αποζημίωσης.
Διαφορετικά, η Πολιτεία λέει στους πολίτες που καταστράφηκαν ότι απλώς άργησε να τους προστατεύσει.
Δωδέκατον, θα έπρεπε να προβλέπει μηχανισμό αποκατάστασης ζημιών για τους δανειολήπτες, τις οικογένειες και τις επιχειρήσεις που καταστράφηκαν.
Η ζημία δεν είναι θεωρητική.
Υπάρχουν άνθρωποι που έχασαν σπίτια, επαγγελματικές στέγες, επιχειρήσεις, εισοδήματα, μισθώσεις, περιουσιακά δικαιώματα και κοινωνική αξιοπρέπεια.
Αν αποδειχθεί ότι η απώλεια αυτή προκλήθηκε μέσα από παράνομες, αδιαφανείς ή καταχρηστικές διαδικασίες, πρέπει να υπάρξει αποζημίωση.
Όχι απλώς μελλοντική προστασία. Αποκατάσταση.
Δέκατον τρίτον, θα έπρεπε να προβλέπει άμεση αναστολή όλων των πλειστηριασμών όπου προβάλλεται σοβαρή και τεκμηριωμένη αμφισβήτηση της νομιμοποίησης του επισπεύδοντος.
Δεν είναι δυνατόν να συνεχίζονται πλειστηριασμοί ενώ εκκρεμούν σοβαρά ζητήματα για το αν ο επισπεύδων έχει δικαίωμα να απαιτεί και να εκτελεί.
Όταν υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ως προς τη μεταβίβαση, τη διαχείριση, το πληρεξούσιο, το ύψος της οφειλής ή την αλυσίδα νομιμοποίησης, η εκτέλεση πρέπει να παγώνει μέχρι να υπάρξει ουσιαστικός δικαστικός έλεγχος.
Δέκατον τέταρτον, θα έπρεπε να προβλέπει άμεση τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Ο σημερινός Κώδικας επιτρέπει να χάνονται σπίτια, επαγγελματικές στέγες και περιουσίες πριν τελεσιδικήσουν τα ένδικα μέσα άμυνας του δανειολήπτη.
Αυτό είναι απαράδεκτο.
Δεν μπορεί πρώτα να εκπλειστηριάζεται το ακίνητο και μετά να εξετάζεται αν ο πλειστηριασμός ήταν νόμιμος.
Δεν μπορεί πρώτα να καταστρέφεται η επιχείρηση και μετά να δικαιώνεται ο οφειλέτης στα χαρτιά.
Η δικαστική προστασία πρέπει να είναι πραγματική και αποτελεσματική, όχι μεταγενέστερη διαπίστωση μιας ανεπανόρθωτης βλάβης.
Δέκατον πέμπτον, θα έπρεπε να προβλέπει ότι κανένα ακίνητο δεν θα εκπλειστηριάζεται πριν κριθεί ουσιαστικά η άμυνα του δανειολήπτη όταν προβάλλονται σοβαροί λόγοι έλλειψης νομιμοποίησης, ακυρότητας μεταβίβασης, εσφαλμένου υπολογισμού οφειλής ή καταχρηστικότητας.
Αυτό δεν είναι προνόμιο υπέρ των δανειοληπτών.
Είναι στοιχειώδης προϋπόθεση κράτους δικαίου.
Διαφορετικά, το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη μετατρέπεται σε τυπικό δικαίωμα χωρίς πραγματικό αποτέλεσμα.
Δέκατον έκτον, θα έπρεπε να προβλέπει υποχρεωτική πλήρη λογιστική ανασύνθεση της οφειλής πριν από κάθε εκτέλεση.
Ο δανειολήπτης πρέπει να γνωρίζει πώς διαμορφώθηκε το ποσό που του ζητείται.
Ποιο είναι το κεφάλαιο; Ποιοι είναι οι τόκοι; Ποιες χρεώσεις προστέθηκαν; Ποια ποσά έχουν καταβληθεί; Ποιες επιδοτήσεις, διαγραφές, μεταβιβάσεις ή ανακτήσεις έχουν ληφθεί υπόψη; Ποιο είναι το πραγματικό υπόλοιπο; Χωρίς πλήρη λογιστική ανασύνθεση, η εκτέλεση βασίζεται σε μονομερείς βεβαιώσεις και όχι σε αποδεδειγμένη οφειλή.
Δέκατον έβδομον, θα έπρεπε να προβλέπει προστασία όχι μόνο της πρώτης κατοικίας, αλλά και της επαγγελματικής στέγης και της παραγωγικής περιουσίας.
Η απώλεια της επαγγελματικής στέγης δεν είναι λιγότερο καταστροφική από την απώλεια της κατοικίας.
Όταν χάνεται το ακίνητο μέσα από το οποίο λειτουργεί μια επιχείρηση, δεν χάνεται μόνο περιουσία.
Χάνονται θέσεις εργασίας, εισόδημα, φορολογική βάση, τοπική οικονομία και οικογενειακή επιβίωση.
Μια σοβαρή πρόταση δεν μπορεί να βλέπει τον δανειολήπτη μόνο ως κάτοχο κατοικίας.
Πρέπει να τον βλέπει και ως επαγγελματία, επιχειρηματία, εργοδότη, παραγωγικό πολίτη.
Δέκατον όγδοον, θα έπρεπε να προβλέπει πραγματικό δικαίωμα επαναγοράς του δανείου από τον δανειολήπτη, με διαφάνεια, χρηματοδότηση και αναδρομική εφαρμογή.
Δεν αρκεί να λέμε ότι ο δανειολήπτης θα μπορεί να αγοράσει το δάνειό του πριν αυτό μεταβιβαστεί σε fund.
Αυτό αφήνει εκτός τα δάνεια που έχουν ήδη μεταβιβαστεί ή εμφανίζονται ως μεταβιβασμένα.
Πρέπει να υπάρξει μηχανισμός με τον οποίο ο δανειολήπτης θα μπορεί να γνωρίζει την πραγματική τιμή μεταβίβασης, να ζητά επαναγορά με δίκαιη προσαύξηση και να έχει πρόσβαση σε ειδική χρηματοδότηση ή δημόσιο μηχανισμό στήριξης.
Διαφορετικά, το δικαίωμα επαναγοράς είναι θεωρητικό και απευθύνεται μόνο σε όσους έχουν άμεσα διαθέσιμη ρευστότητα.
Δέκατον ένατον, θα έπρεπε να προβλέπει πραγματικό περιορισμό της ευθύνης εγγυητών με βάση το πραγματικό τίμημα μεταβίβασης και όχι το ονομαστικό ύψος της απαίτησης.
Αν ένα fund απέκτησε μία απαίτηση σε χαμηλό ποσοστό της ονομαστικής της αξίας, δεν μπορεί ο εγγυητής να αντιμετωπίζεται σαν να εξακολουθεί να οφείλει το πλήρες ονομαστικό ποσό, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική πραγματικότητα της μεταβίβασης.
Εικοστόν, θα έπρεπε να προβλέπει δημόσιο μητρώο όλων των μεταβιβασμένων και τιτλοποιημένων απαιτήσεων, στο οποίο ο κάθε δανειολήπτης θα μπορεί να βλέπει ποιος είναι ο φερόμενος δικαιούχος της απαίτησής του, πότε μεταβιβάστηκε, με ποια σύμβαση, σε ποια τιμή ή με ποιον τρόπο αποτίμησης, ποιος είναι ο servicer, ποια είναι η REOCO που συνδέεται με το χαρτοφυλάκιο και ποιοι είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι.
Η διαφάνεια δεν μπορεί να είναι προνόμιο των τραπεζών και των funds.
Πρέπει να είναι δικαίωμα του πολίτη.
Εικοστό πρώτον, θα έπρεπε να προβλέπει έλεγχο των δικαστικών και εξωδικαστικών πρακτικών που επέτρεψαν την παγίωση του μηχανισμού.
Δεν αρκεί να ελεγχθούν μόνο οι ιδιωτικές εταιρείες.
Πρέπει να εξεταστεί πώς το σύστημα μπόρεσε να λειτουργήσει επί χρόνια.
Ποιες νομοθετικές ρυθμίσεις το επέτρεψαν; Ποιες εποπτικές αρχές δεν έλεγξαν επαρκώς; Ποιες δημόσιες υπηρεσίες δέχθηκαν ελλιπείς καταχωρίσεις; Πώς αντιμετωπίστηκαν οι ενστάσεις των δανειοληπτών; Πώς διαμορφώθηκε η νομολογία; Γιατί η αναγκαστική εκτέλεση προχωρούσε συχνά ταχύτερα από τη δικαστική προστασία; Εικοστό δεύτερον, θα έπρεπε να προβλέπει θεσμική αξιοποίηση της νομολογίας που ήδη αναδεικνύει το πρόβλημα.
Αποφάσεις όπως η 185/2025 του Εφετείου Πατρών, η 25/2026 του Εφετείου Πειραιά, οι αποφάσεις 2260/2025 και 2261/2025 του Συμβουλίου της Επικρατείας και άλλες συναφείς αποφάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένες εξαιρέσεις.
Πρέπει να αποτελέσουν αφετηρία θεσμικού επανελέγχου.
Όταν τα δικαστήρια αρχίζουν να αναδεικνύουν ζητήματα νομιμοποίησης, δημοσιότητας, κυρώσεων, ελέγχου servicers και ελλείψεων στις μεταβιβάσεις, η πολιτική εξουσία δεν μπορεί να κάνει ότι δεν βλέπει.
Εικοστό τρίτον, θα έπρεπε να προβλέπει ειδική προστασία από υπερβολικές και δυσανάλογες κατασχέσεις.
Δεν είναι δυνατόν για μία απαίτηση να δεσμεύονται πολλαπλάσιας αξίας ακίνητα, να επιβάλλονται ταυτόχρονες κατασχέσεις σε περισσότερα περιουσιακά στοιχεία και να οδηγείται ο δανειολήπτης σε πλήρη οικονομικό στραγγαλισμό.
Η αρχή της αναλογικότητας πρέπει να αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο στην αναγκαστική εκτέλεση.
Εικοστό τέταρτον, θα έπρεπε να προβλέπει ακύρωση ή αναστολή εκτελέσεων όταν υπάρχει σοβαρή απόκλιση αξιών ή ύποπτη υποτίμηση ακινήτων.
Δεν αρκεί να ορίζονται ανεξάρτητοι εκτιμητές.
Πρέπει να ελέγχεται αν οι τιμές πρώτης προσφοράς, οι αποτιμήσεις, οι μειώσεις μετά από άγονους πλειστηριασμούς και οι αγορές από συνδεδεμένες εταιρείες δημιουργούν συνθήκες τεχνητής απαξίωσης της περιουσίας του δανειολήπτη.
Εικοστό πέμπτον, θα έπρεπε να προβλέπει πραγματική προστασία προσωπικών δεδομένων και απαγόρευση καταχρηστικής χρήσης δανειακών και περιουσιακών πληροφοριών.
Όταν servicers, funds, REOCO, εκτιμητές, σύμβουλοι και επενδυτές έχουν πρόσβαση σε κρίσιμα δεδομένα του δανειολήπτη, πρέπει να υπάρχει πλήρης έλεγχος για το ποιος γνωρίζει τι, ποιος χρησιμοποιεί τα δεδομένα, για ποιον σκοπό και αν αυτά αξιοποιούνται για στρατηγική πίεσης ή απόκτηση ακινήτων.
Εικοστό έκτον, θα έπρεπε να προβλέπει ανεξάρτητη δημόσια αρχή ελέγχου κόκκινων δανείων και πλειστηριασμών, με πραγματικές αρμοδιότητες, πρόσβαση σε συμβάσεις, δυνατότητα επιβολής κυρώσεων, δυνατότητα αναστολής εκτελέσεων και υποχρέωση δημοσίευσης πορισμάτων.
Δεν αρκεί η διάχυτη εποπτεία.
Χρειάζεται ειδικός θεσμός με αποκλειστικό αντικείμενο τον έλεγχο του μηχανισμού που διαχειρίζεται το μεγαλύτερο κύμα μεταφοράς ιδιωτικής περιουσίας των τελευταίων δεκαετιών.
Εικοστό έβδομον, θα έπρεπε να προβλέπει θεσμικό δικαίωμα του δανειολήπτη στην πλήρη πληροφορία.
Ο δανειολήπτης δεν μπορεί να είναι ο ασθενέστερος και ταυτόχρονα ο λιγότερο ενημερωμένος.
Πρέπει να έχει δικαίωμα πρόσβασης σε κάθε έγγραφο που αφορά την απαίτησή του, τη μεταβίβασή της, τη διαχείρισή της, τον υπολογισμό της, την αποτίμησή της και την εκτέλεση σε βάρος του.
Όποιος αρνείται να δώσει πλήρη πληροφορία δεν θα πρέπει να έχει δικαίωμα να εκτελεί.
Εικοστό όγδοον, θα έπρεπε να προβλέπει κατάργηση της λογικής “πρώτα πληρώνεις ή χάνεις και μετά αποδεικνύεις”. Το σημερινό σύστημα έχει αντιστρέψει τη δικαιοσύνη.
Ο δανειολήπτης βρίσκεται στη θέση να πρέπει να αποδείξει μέσα σε ασφυκτικές προθεσμίες την παρανομία ενός μηχανισμού που διαθέτει όλα τα έγγραφα, όλα τα δεδομένα, όλους τους συμβούλους και όλη τη θεσμική ισχύ.
Μια πραγματικά δίκαιη πρόταση θα έπρεπε να αντιστρέψει αυτό το βάρος: όποιος απαιτεί, αποδεικνύει πλήρως.
Όποιος εκτελεί, αποκαλύπτει πλήρως.
Όποιος αποκρύπτει, χάνει το δικαίωμα εκτέλεσης.
Εικοστό ένατο, θα έπρεπε να προβλέπει δημόσια εξεταστική διαδικασία για το πώς φτάσαμε ως εδώ.
Ποιος νομοθέτησε; Ποιος εποπτεύσε; Ποιος ενέκρινε; Ποιος ωφελήθηκε; Ποιος γνώριζε; Ποιος σιώπησε; Ποιος απέτρεψε τον έλεγχο; Ποιος επέτρεψε να χαθούν σπίτια και επιχειρήσεις χωρίς να ανοίξει πλήρως ο φάκελος των μεταβιβάσεων; Αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν δημόσια.
Τριακοστόν, θα έπρεπε να προβλέπει σαφή πολιτική δέσμευση ότι η προστασία των δανειοληπτών δεν θα χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο συγκάλυψης.
Δεν αρκεί να προτείνεις κάποιες βελτιώσεις για το μέλλον, αν αφήνεις ανέγγιχτο το παρελθόν.
Δεν αρκεί να λες ότι θα προστατεύσεις την πρώτη κατοικία, αν δεν ερευνάς ποιος την άρπαξε ήδη.
Δεν αρκεί να μιλάς για κυρώσεις, αν δεν ανοίγεις τον φάκελο των ευθυνών.
Δεν αρκεί να μιλάς για κοινωνική δικαιοσύνη, αν δεν ζητάς να επιστραφεί ή να αποζημιωθεί ό,τι χάθηκε παράνομα.
Συνεπώς, μια πραγματικά σοβαρή πολιτική πρόταση θα έπρεπε να συμπυκνώνεται σε μία καθαρή αρχή: Πρώτα πλήρης αποκάλυψη, μετά λογοδοσία, μετά αποκατάσταση και μετά νέα ρύθμιση.
Όχι πρώτα ρύθμιση για να ξεχαστεί το σκάνδαλο.
Όχι πρώτα εξωδικαστικός για να νομιμοποιηθούν αδιαφανείς απαιτήσεις.
Όχι πρώτα πλειστηριασμοί και μετά δικαστική κρίση.
Όχι πρώτα απώλεια περιουσίας και μετά θεωρητική προστασία.
Η χώρα χρειάζεται ένα νέο θεσμικό πλαίσιο που θα ξεκινά από την αλήθεια: ποιος έχει την απαίτηση, πώς την απέκτησε, πόσο πλήρωσε, ποιος χρηματοδότησε, ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος, ποιος διαχειρίζεται, ποιος αποκτά τα ακίνητα, ποιος εγγυήθηκε, ποιος ζημιώθηκε και ποιος πρέπει να λογοδοτήσει.
Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, καμία πρόταση δεν είναι πραγματική λύση.
Είναι απλώς πολιτική διαχείριση ενός σκανδάλου που δεν τολμά να ονομάσει. Συμπέρασμα Οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ έχουν ένα θεμελιώδες πρόβλημα: περιγράφουν την πληγή, αλλά δεν ακουμπούν το μαχαίρι που την προκάλεσε.
Μιλούν για προστασία, αλλά όχι για αποκατάσταση.
Μιλούν για ρύθμιση, αλλά όχι για πλήρη αποκάλυψη.
Μιλούν για servicers, αλλά όχι για την ενεργητική τους νομιμοποίηση.
Μιλούν για funds, αλλά όχι για το αν και πώς απέκτησαν πραγματικά τις απαιτήσεις.
Μιλούν για εκτιμήσεις, αλλά όχι για REOCO.
Μιλούν για πρώτη κατοικία, αλλά όχι για τα σπίτια που ήδη χάθηκαν.
Μιλούν για κυρώσεις, αλλά όχι για τιμωρία των υπευθύνων.
Μιλούν για εξωδικαστικό μηχανισμό, αλλά όχι για το δικαίωμα του δανειολήπτη να γνωρίζει πρώτα ποιος πραγματικά τον κυνηγά, με ποιον τίτλο, με ποια νομιμοποίηση και με ποιο πραγματικό οικονομικό υπόβαθρο.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πώς θα ρυθμιστούν τα κόκκινα δάνεια.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν υπήρξε ένα οργανωμένο σύστημα μεταφοράς ιδιωτικής περιουσίας μέσα από αδιαφανείς τιτλοποιήσεις, ελλιπείς δημοσιεύσεις, απόκρυψη πραγματικών τιμημάτων, αμφισβητούμενες νομιμοποιήσεις, κρατικές εγγυήσεις, servicers χωρίς επαρκή έλεγχο και REOCO που εμφανίζονται ως τελικοί ή ενδιάμεσοι ωφελούμενοι της απώλειας των περιουσιών.
Και σε αυτό το ερώτημα η πρόταση του ΠΑΣΟΚ δεν απαντά.
Δεν ζητά την πλήρη αποκάλυψη του σκανδάλου.
Δεν ζητά να κατονομαστούν τα πρόσωπα.
Δεν ζητά να ανοίξουν οι συμβάσεις.
Δεν ζητά να ελεγχθούν οι τιτλοποιήσεις.
Δεν ζητά να αποκαλυφθούν τα πραγματικά τιμήματα.
Δεν ζητά να ερευνηθεί η χρήση των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου.
Δεν ζητά να ελεγχθούν οι πραγματικοί δικαιούχοι πίσω από funds, SPV, REOCO και offshore δομές.
Δεν ζητά να αποδοθούν ευθύνες όσο ψηλά και αν βρίσκονται.
Δεν ζητά να τιμωρηθούν όσοι ευθύνονται για την απώλεια σπιτιών, επιχειρήσεων και περιουσιών.
Δεν ζητά άμεση αλλαγή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ώστε να μη χάνει ο πολίτης την περιουσία του πριν κριθεί ουσιαστικά και τελεσίδικα η άμυνά του.
Άρα, όσο κι αν χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα κατά των funds και των servicers, η πρόταση παραμένει πολιτικά ανεπαρκής.
Διότι δεν συγκρούεται με τον μηχανισμό.
Δεν ζητά λογοδοσία.
Δεν ανοίγει τον φάκελο.
Δεν προστατεύει όσους ήδη καταστράφηκαν.
Δεν απαντά στο ερώτημα ποιος νομιμοποιείται να απαιτεί, ποιος απέκτησε τις απαιτήσεις, ποιος κέρδισε από τη λεηλασία της ελληνικής ιδιωτικής περιουσίας και ποιος θα λογοδοτήσει για τη ζημία που προκλήθηκε.
Η υπόθεση των κόκκινων δανείων δεν είναι πλέον μόνο υπόθεση τραπεζικής πολιτικής.
Είναι υπόθεση διαφάνειας, νομιμοποίησης, δημοσίου συμφέροντος και πιθανής οικονομικής εγκληματικότητας.
Όταν απαιτήσεις δισεκατομμυρίων περνούν μέσα από funds, SPV, REOCO, offshore δομές, εταιρικές αλυσίδες και φορολογικές δικαιοδοσίες αυξημένης αδιαφάνειας, η Πολιτεία οφείλει να εφαρμόζει τους νόμους για το ξέπλυμα χρήματος με τη μέγιστη αυστηρότητα.
Δεν μπορεί ο απλός πολίτης να ελέγχεται για κάθε συναλλαγή, για κάθε κατάθεση, για κάθε κίνηση λογαριασμού, ενώ οι μεγάλοι μηχανισμοί απόκτησης δανείων και περιουσιών να εμφανίζονται να κινούνται χωρίς την αναγκαία θεσμική διαφάνεια.
Αυτό το κενό δεν είναι απλώς πολιτικό.
Είναι θεσμικά επικίνδυνο και κοινωνικά εξοργιστικό.
Χωρίς πλήρη διερεύνηση των μεταβιβάσεων, χωρίς έλεγχο των τιτλοποιήσεων, χωρίς αποκάλυψη του πραγματικού τιμήματος, χωρίς έλεγχο των REOCO, χωρίς έλεγχο των πραγματικών δικαιούχων, χωρίς έλεγχο των διαδρομών χρήματος, χωρίς αναστολή πλειστηριασμών όταν υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση νομιμοποίησης και χωρίς αποζημίωση όσων καταστράφηκαν, οποιαδήποτε πρόταση για τα κόκκινα δάνεια παραμένει πολιτικά ανεπαρκής και κοινωνικά άδικη. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλο ένα πακέτο θεωρητικών μέτρων.
Δεν χρειάζεται άλλο ένα πλαίσιο ευχολογίων που θα υπόσχεται καλύτερη ρύθμιση, ενώ αφήνει ανέγγιχτο τον μηχανισμό που παρήγαγε τη λεηλασία.
Χρειάζεται αλήθεια, έλεγχο, δικαιοσύνη, λογοδοσία, αποκατάσταση και τιμωρία.
Χωρίς αυτά, κάθε πρόταση για τα κόκκινα δάνεια δεν είναι λύση.
Είναι προσπάθεια διαχείρισης των συνεπειών, χωρίς αποκάλυψη της αιτίας.
Επομένως, η πρόταση του ΠΑΣΟΚ δεν είναι απλώς ανεπαρκής επειδή δεν προστατεύει αποτελεσματικά τους δανειολήπτες.
Είναι ανεπαρκής γιατί δεν ζητά να ανοίξει ο πραγματικός φάκελος: ο φάκελος των μεταβιβάσεων, των τιμημάτων, των πραγματικών δικαιούχων, των offshore δομών, των κρατικών εγγυήσεων, των REOCO, των servicers, των δικαστικών παραλείψεων και των πολιτικών ευθυνών.
Μέχρι να απαντηθούν αυτά, καμία πρόταση δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματική λύση.
Θα είναι μόνο προσπάθεια διαχείρισης των συνεπειών, χωρίς αποκάλυψη της αιτίας.
Θα είναι μόνο προσπάθεια να κλείσει πολιτικά ένα σκάνδαλο που μόλις αρχίζει να αποκαλύπτεται.
Για τον λόγο αυτό, εμείς οι δανειολήπτες δεν τρέφουμε αυταπάτες και θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε μέχρι την τελική ΔΙΚΑΙΩΣΗ.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους