TMHMA1/2 Το ΠΑΣΟΚ βλέπει την πληγή, αλλά δεν αγγίζει το μαχαίρι. πλήρης αποσιώπηση του πραγματικού μηχανισμού λεηλασίας Κόκκινα δάνεια, funds, servicers, REOCO και κρατικές εγγυήσεις “Ηρακλή”: χωρίς...
TMHMA1/2 Το ΠΑΣΟΚ βλέπει την πληγή, αλλά δεν αγγίζει το μαχαίρι. πλήρης αποσιώπηση του πραγματικού μηχανισμού λεηλασίας Κόκκινα δάνεια, funds, servicers, REOCO και κρατικές εγγυήσεις “Ηρακλή”: χωρίς πλήρη αποκάλυψη του σκανδάλου, χωρίς έλεγχο νομιμοποίησης και χωρίς αποκατάσταση όσων έχασαν σπίτια και επιχειρήσεις, καμία πρόταση δεν είναι πραγματική λύση, αλλά αποσιώπηση του πραγματικού μηχανισμού λεηλασίας.
-------------------------------------------------------------------------- PART 1 ΛΟΓΩ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΟΓΚΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΣΕ ΔΥΟ ΤΜΗΜΑΤΑ.
Οι προτάσεις που ανακοίνωσε το ΠΑΣΟΚ για τα κόκκινα δάνεια επιχειρούν να εμφανιστούν ως ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προστασίας των δανειοληπτών.
Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελούν ένα σύνολο γενικών, θεωρητικών και σε μεγάλο βαθμό ανεφάρμοστων εξαγγελιών, οι οποίες αποφεύγουν να αγγίξουν τον πυρήνα του προβλήματος.
Το πρόβλημα των κόκκινων δανείων στην Ελλάδα δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα υψηλών επιτοκίων, κακής ρύθμισης, ανεπαρκούς εξωδικαστικού μηχανισμού ή ακραίας συμπεριφοράς ορισμένων servicers.
Αυτά είναι η επιφάνεια.
Ο πυρήνας βρίσκεται αλλού: στις αδιαφανείς μεταβιβάσεις απαιτήσεων, στις ελλιπείς ή εικονικές κατά την οικονομική τους ουσία εκχωρήσεις, στην απόκρυψη του πραγματικού τιμήματος, στην αμφισβητούμενη νομιμοποίηση funds και servicers, στη λειτουργία των REOCO ως μηχανισμών απόκτησης ακίνητης περιουσίας και στη διαρκή άρνηση του συστήματος να δώσει πλήρη λογιστικό, νομικό και οικονομικό λογαριασμό.
Και εδώ ακριβώς η πρόταση του ΠΑΣΟΚ σιωπά.
Μιλά για funds, αλλά δεν εξετάζει αν τα funds απέκτησαν πράγματι και νόμιμα τις απαιτήσεις.
Μιλά για servicers, αλλά δεν εξετάζει αν οι servicers έχουν πλήρη και αποδεδειγμένη νομιμοποίηση να επισπεύδουν πλειστηριασμούς.
Μιλά για προστασία πρώτης κατοικίας, αλλά δεν λέει τι γίνεται με τις πρώτες κατοικίες που έχουν ήδη χαθεί.
Μιλά για δικαίωμα του δανειολήπτη να αγοράσει το δάνειό του πριν αυτό μεταβιβαστεί, αλλά δεν απαντά στο απλό ερώτημα: τι γίνεται με τα εκατοντάδες χιλιάδες δάνεια που έχουν ήδη μεταβιβαστεί, τιτλοποιηθεί ή εμφανιστεί ως μεταβιβασμένα; Η πρόταση είναι πολιτικά βολική, γιατί μένει στο ασφαλές πεδίο της «ρύθμισης». Δεν μπαίνει όμως στο επικίνδυνο πεδίο της έρευνας: ποιος έχει πραγματικά την απαίτηση, πόσο πληρώθηκε, ποιος εισέπραξε, ποιος διαχειρίζεται, ποιος αγοράζει τα ακίνητα στους πλειστηριασμούς και ποιος τελικά κερδίζει από την απώλεια της ελληνικής ιδιωτικής περιουσίας.
Τα δεκατρία θεμελιώδη κενά της πρότασης του ΠΑΣΟΚ Πρώτο κενό: καμία λέξη για την έλλειψη νομιμοποίησης funds και servicers Το σοβαρότερο κενό των προτάσεων είναι ότι δεν υπάρχει καμία ουσιαστική αναφορά στην έλλειψη νομιμοποίησης των funds και των servicers.
Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή πολιτική για τα κόκκινα δάνεια όταν δεν τίθεται ως πρώτο και αδιαπραγμάτευτο ζήτημα η απόδειξη της ενεργητικής νομιμοποίησης αυτού που απαιτεί, καταγγέλλει, ρυθμίζει, εκβιάζει και πλειστηριάζει.
Πριν μιλήσουμε για ρύθμιση, πρέπει να απαντηθεί το βασικό ερώτημα: ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος της απαίτησης; Πριν ζητηθεί από τον δανειολήπτη να πληρώσει, πρέπει να αποδειχθεί πλήρως η αλυσίδα μεταβίβασης.
Πριν επιτραπεί πλειστηριασμός, πρέπει να ελεγχθεί αν ο επισπεύδων έχει νόμιμο τίτλο, αν η απαίτηση μεταβιβάστηκε πράγματι, αν δημοσιεύθηκε νόμιμα, αν υπάρχει πλήρης σύμβαση και όχι μόνο περίληψη, αν αναφέρεται το τίμημα και αν ο servicer ενεργεί με έγκυρη, ειδική και αποδεδειγμένη εξουσιοδότηση.
Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ δεν λέει τίποτα από αυτά.
Αντί να απαιτεί πλήρη φάκελο νομιμοποίησης πριν από κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, περιορίζεται σε γενικές κυρώσεις για καταχρηστικές συμπεριφορές.
Όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι ο servicer συμπεριφέρεται καταχρηστικά.
Το πρόβλημα είναι ότι συχνά δεν έχει αποδειχθεί αν έχει δικαίωμα να βρίσκεται καν στη θέση του επισπεύδοντος.
Δεύτερο κενό: καμία λέξη για τις εικονικές ή αδιαφανείς μεταβιβάσεις Η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στο αν τα funds αγόρασαν φθηνά τα δάνεια.
Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο: τα αγόρασαν πράγματι; Πλήρωσαν πραγματικό τίμημα; Μεταβιβάστηκε ουσιαστικά ο κίνδυνος; Ή δημιουργήθηκαν λογιστικές και νομικές κατασκευές, όπου η τράπεζα εμφανίζεται να έχει αποξενωθεί από την απαίτηση, ενώ στην οικονομική πραγματικότητα εξακολουθεί να διατηρεί κρίσιμο όφελος, έλεγχο ή έκθεση; Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αποσιώπηση.
Τρίτο κενό: καμία πρόβλεψη για αποκάλυψη του πραγματικού τιμήματος, των συμβάσεων και της διαδρομής του χρήματος Δεν αρκεί να πει κανείς ότι ο δανειολήπτης πρέπει να έχει δικαίωμα να αγοράσει το δάνειό του σε τιμή αντίστοιχη με εκείνη της αγοράς.
Ποια είναι αυτή η τιμή; Πού δημοσιεύθηκε; Ποιος την πιστοποίησε; Ποιο ήταν το τίμημα της μεταβίβασης; Πώς θα υπολογιστεί το δικαίωμα του δανειολήπτη όταν οι συμβάσεις μεταβίβασης παραμένουν αδιαφανείς, οι περιλήψεις δεν αποκαλύπτουν κρίσιμα στοιχεία και οι ίδιοι οι οφειλέτες δεν έχουν πρόσβαση στον πλήρη φάκελο; Η εξαγγελία περί δικαιώματος αγοράς του δανείου από τον δανειολήπτη είναι κενό γράμμα αν δεν συνοδεύεται από υποχρεωτική δημοσιοποίηση του πραγματικού τιμήματος, πλήρη πρόσβαση στη σύμβαση μεταβίβασης και δικαστικά ελέγξιμο μηχανισμό προσδιορισμού της αξίας της απαίτησης.
Διαφορετικά, είναι απλώς ένα σύνθημα.
Τέταρτο κενό: καμία αναφορά στις REOCO και στη σύγκρουση συμφερόντων Η πλήρης απουσία αναφοράς στις REOCO είναι αποκαλυπτική.
Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή πρόταση για τα κόκκινα δάνεια χωρίς να εξετάζεται ο ρόλος των εταιρειών απόκτησης ακινήτων που συνδέονται με τράπεζες, funds ή servicers. Οι REOCO δεν είναι δευτερεύον ζήτημα.
Είναι κεντρικός κρίκος του μηχανισμού.
Από τη μία πλευρά έχουμε τον servicer που διαχειρίζεται την απαίτηση, έχει πρόσβαση σε δεδομένα, γνωρίζει την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, καθορίζει στρατηγική πίεσης και επισπεύδει πλειστηριασμούς.
Από την άλλη πλευρά εμφανίζεται συνδεδεμένη εταιρεία ή εταιρεία ειδικού σκοπού που μπορεί να αποκτά τα ακίνητα σε μειωμένες τιμές, μετά από αποτυχημένους πλειστηριασμούς, μειώσεις τιμών πρώτης προσφοράς ή συνθήκες περιορισμένης συμμετοχής.
Αυτό δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα.
Είναι ζήτημα θεσμικής σύγκρουσης συμφερόντων.
Όταν ο ίδιος μηχανισμός που πιέζει τον δανειολήπτη μπορεί, άμεσα ή έμμεσα, να ωφεληθεί από την απώλεια του ακινήτου του, τότε δεν μιλάμε για κανονική διαχείριση οφειλής.
Μιλάμε για μηχανισμό αναδιανομής περιουσίας.
Οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ δεν απαντούν στο ερώτημα: θα απαγορευθεί η συμμετοχή συνδεδεμένων REOCO σε πλειστηριασμούς ακινήτων που προέρχονται από χαρτοφυλάκια τα οποία διαχειρίζεται ο ίδιος servicer; Θα ελεγχθούν οι σχέσεις servicers, funds, τραπεζών και REOCO; Θα υπάρξει αναδρομικός έλεγχος συναλλαγών; Θα εξεταστεί αν υπήρξε συντονισμένη υποτίμηση περιουσιών; Αν δεν απαντηθούν αυτά, τότε η συζήτηση για «ανεξάρτητους εκτιμητές» είναι ανεπαρκής.
Δεν αρκεί να αλλάξεις τον εκτιμητή, όταν δεν ελέγχεις τον μηχανισμό που έχει συμφέρον να οδηγήσει το ακίνητο στην εκποίηση.
Πέμπτο κενό: καμία πρόβλεψη για πλήρη αποκάλυψη του σκανδάλου, απόδοση ευθυνών και τιμωρία των υπευθύνων Το πλέον προκλητικό κενό της πρότασης του ΠΑΣΟΚ είναι ότι δεν περιλαμβάνει ούτε μία καθαρή δέσμευση για πλήρη αποκάλυψη του σκανδάλου των κόκκινων δανείων, των τιτλοποιήσεων, των αδιαφανών μεταβιβάσεων, των σχέσεων τραπεζών, funds, servicers και REOCO, καθώς και των φυσικών προσώπων που συμμετείχαν, υπέγραψαν, ενέκριναν, συγκάλυψαν ή ανέχθηκαν αυτόν τον μηχανισμό.
Δεν αρκεί σήμερα να λέμε ότι «οι servicers αυθαιρετούν». Δεν αρκεί να μιλάμε γενικά για «λεηλασία». Δεν αρκεί να καταγγέλλουμε την κοινωνική πληγή χωρίς να κατονομάζουμε τον μηχανισμό που την προκάλεσε.
Αν πράγματι υπήρξε σύστημα αδιαφανών ή εικονικών κατά την οικονομική τους ουσία μεταβιβάσεων, αν υπήρξαν αποκρύψεις κρίσιμων στοιχείων, αν οι δανειολήπτες οδηγήθηκαν σε πλειστηριασμούς από φορείς με ελλιπή ή αμφισβητούμενη νομιμοποίηση, τότε δεν μιλάμε απλώς για ανάγκη καλύτερης ρύθμισης.
Μιλάμε για ανάγκη πλήρους θεσμικής, δικαστικής, λογιστικής και ποινικής διερεύνησης.
Και εδώ η σιωπή του ΠΑΣΟΚ είναι εκκωφαντική.
Δεν ζητά εξεταστική διερεύνηση.
Δεν ζητά πλήρη έλεγχο των τιτλοποιήσεων.
Δεν ζητά άνοιγμα των συμβάσεων μεταβίβασης.
Δεν ζητά αποκάλυψη του πραγματικού τιμήματος.
Δεν ζητά ταυτοποίηση των προσώπων που υπέγραψαν ή ενέκριναν τις κρίσιμες πράξεις.
Δεν ζητά έλεγχο των σχέσεων τραπεζών, funds, servicers και REOCO.
Δεν ζητά ευθύνες για όσους επέτρεψαν να χάνουν πολίτες σπίτια, επιχειρήσεις και περιουσίες χωρίς να έχει ελεγχθεί σε βάθος ποιος πραγματικά είχε δικαίωμα να απαιτεί και να επισπεύδει.
Επομένως, κάθε σοβαρή πρόταση θα έπρεπε να λέει καθαρά: πλήρης αποκάλυψη, πλήρης λογιστικός έλεγχος, πλήρης δικαστική διερεύνηση, πλήρης απόδοση ευθυνών και τιμωρία των υπευθύνων, όσο ψηλά και αν βρίσκονται.
Διότι χωρίς λογοδοσία, η προστασία του δανειολήπτη είναι προσχηματική.
Χωρίς τιμωρία, η αυθαιρεσία επαναλαμβάνεται.
Και χωρίς αποκάλυψη της αλήθειας, κάθε νέα ρύθμιση λειτουργεί ως ξέπλυμα του παλιού μηχανισμού.
Έκτο κενό: καμία σύνδεση με τις κρατικές εγγυήσεις του προγράμματος «Ηρακλής» και το δημόσιο συμφέρον Αυτό είναι αδιανόητο, ιδίως όταν στο σύστημα των τιτλοποιήσεων έχει εμπλακεί το Ελληνικό Δημόσιο μέσω των κρατικών εγγυήσεων του προγράμματος «Ηρακλής». Από τη στιγμή που οι τιτλοποιήσεις δεν είναι ένα απολύτως ιδιωτικό παιχνίδι μεταξύ τραπεζών και funds, αλλά έχουν στηριχθεί σε μηχανισμό εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, η πλήρης διερεύνηση δεν είναι πολιτική επιλογή.
Είναι θεσμική υποχρέωση. Ο Έλληνας φορολογούμενος έχει δικαίωμα να γνωρίζει αν οι εγγυήσεις του Δημοσίου χρησιμοποιήθηκαν πάνω σε πραγματικές, καθαρές και νόμιμες μεταβιβάσεις ή πάνω σε κατασκευές που εξυπηρέτησαν λογιστικές εμφανίσεις, αποαναγνώριση κινδύνων, τεχνητή εξυγίανση τραπεζικών ισολογισμών και μεταφορά ιδιωτικής περιουσίας σε κλειστά συστήματα συμφερόντων.
Έβδομο κενό: καμία αναφορά στη σύνδεση των funds με φορολογικούς παραδείσους, offshore δομές και κανόνες για ξέπλυμα χρήματος Ένα ακόμη κρίσιμο κενό της πρότασης του ΠΑΣΟΚ είναι ότι δεν θέτει καθόλου το ζήτημα της σύνδεσης μέρους του οικοσυστήματος των funds, των οχημάτων ειδικού σκοπού και των επενδυτικών δομών με offshore δικαιοδοσίες, φορολογικούς παραδείσους ή περιοχές αυξημένης αδιαφάνειας.
Δεν μπορεί να συζητείται σοβαρά το ζήτημα των κόκκινων δανείων χωρίς να εξεταστεί ποιοι είναι οι πραγματικοί τελικοί δικαιούχοι πίσω από τα funds, ποια πρόσωπα ελέγχουν τις εταιρικές αλυσίδες, από πού προέρχονται τα κεφάλαια, ποιοι χρηματοδοτούν τις εξαγορές χαρτοφυλακίων, ποιοι αποκτούν τελικά τα ακίνητα και ποια είναι η πραγματική διαδρομή του χρήματος.
Εδώ δεν μιλάμε για θεωρητική υποψία.
Όταν εμφανίζονται εταιρικές δομές συνδεδεμένες με δικαιοδοσίες όπως η Νήσος του Μαν, όταν ανακύπτουν οντότητες όπως η Yendor και άλλες εταιρείες που πρέπει να ελεγχθούν ως προς τη μετοχική τους σύνθεση, τους πραγματικούς δικαιούχους και τη σχέση τους με χαρτοφυλάκια, REOCO, τράπεζες ή servicers, τότε ενεργοποιείται υποχρέωση αυξημένου ελέγχου. Η Νήσος του Μαν έχει αναδειχθεί διεθνώς ως δικαιοδοσία που συνδέεται με ζητήματα offshore δομών και διαφάνειας πραγματικής ιδιοκτησίας, με σχετικές αναλύσεις να επισημαίνουν ότι η χρήση ενδιάμεσων εταιρειών ή trusts μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγική απόκρυψης του πραγματικού ιδιοκτήτη.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως παρανομία.
Σημαίνει, όμως, ότι όταν τέτοιες δομές εμφανίζονται γύρω από μαζικές μεταβιβάσεις δανείων, πλειστηριασμούς και απόκτηση ελληνικής ακίνητης περιουσίας, ο έλεγχος δεν μπορεί να είναι τυπικός.
Πρέπει να είναι εξονυχιστικός.
Η ελληνική νομοθεσία για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ιδίως ο ν. 4557/2018, έχει ακριβώς αυτόν τον σκοπό: την πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, σε ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής Οδηγίας 2015/849.
Ο ίδιος νόμος δίνει ιδιαίτερη σημασία στην έννοια του πραγματικού δικαιούχου, δηλαδή του φυσικού προσώπου που τελικά κατέχει ή ελέγχει μία νομική οντότητα.
Επιπλέον, το άρθρο 20 του ν. 4557/2018 προβλέπει υποχρέωση των νομικών προσώπων και οντοτήτων να τηρούν επαρκείς, ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες για τους πραγματικούς δικαιούχους τους.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η τάση είναι ακόμη αυστηρότερη. Ο Κανονισμός 2024/1624 της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφορά την πρόληψη της χρήσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Το νέο ευρωπαϊκό πακέτο για το ξέπλυμα χρήματος ενισχύει τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας, τη διαφάνεια πραγματικής ιδιοκτησίας, την υποβολή αναφορών ύποπτης δραστηριότητας και τη θεσμική εποπτεία.
Άρα το ερώτημα είναι αμείλικτο: γιατί στην υπόθεση των κόκκινων δανείων δεν εφαρμόζεται η ίδια αυστηρότητα; Γιατί όταν ένας απλός πολίτης ή μία μικρή επιχείρηση κάνει μία τραπεζική συναλλαγή, ελέγχεται αυστηρά για την προέλευση των χρημάτων, τον πραγματικό δικαιούχο, τον σκοπό της συναλλαγής και τη φορολογική του διαφάνεια, ενώ όταν μεταβιβάζονται μαζικά δάνεια δισεκατομμυρίων ευρώ σε αδιαφανείς εταιρικές δομές, ο έλεγχος εμφανίζεται περιορισμένος, τυπικός ή ανύπαρκτος; Γιατί ο δανειολήπτης πρέπει να αποδεικνύει τα πάντα, ενώ το fund δεν υποχρεώνεται να αποκαλύψει πλήρως ποιος βρίσκεται πίσω του; Γιατί ο πολίτης ελέγχεται για κάθε ευρώ, ενώ οι δομές που αποκτούν απαιτήσεις και περιουσίες δισεκατομμυρίων δεν ελέγχονται δημόσια, θεσμικά και εξονυχιστικά ως προς την προέλευση κεφαλαίων, την αλυσίδα ιδιοκτησίας, τους πραγματικούς δικαιούχους και την τελική διαδρομή των εισπράξεων; Αυτό είναι τεράστιο θεσμικό κενό.
Μια πραγματικά σοβαρή πολιτική πρόταση θα έπρεπε να ζητά άμεσα: Πλήρη έλεγχο πραγματικών δικαιούχων όλων των funds, SPV, REOCO και συνδεδεμένων εταιρειών που εμπλέκονται σε τιτλοποιήσεις και πλειστηριασμούς.
Υποχρεωτική δημοσιοποίηση της αλυσίδας ιδιοκτησίας και ελέγχου μέχρι το τελικό φυσικό πρόσωπο ή τους τελικούς θεσμικούς επενδυτές.
Έλεγχο προέλευσης κεφαλαίων για την αγορά χαρτοφυλακίων και ακινήτων.
Έλεγχο ύποπτων διαδρομών χρήματος μεταξύ τραπεζών, funds, servicers, REOCO και offshore οντοτήτων.
Υποχρεωτική αναφορά ύποπτων συναλλαγών στις αρμόδιες αρχές όταν υπάρχουν αδιαφανείς δομές, ανεπαρκής πληροφόρηση πραγματικού δικαιούχου ή ασυνήθιστες συναλλαγές.
Άμεση εμπλοκή της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, της Τράπεζας της Ελλάδος, της ΑΑΔΕ, των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών και, όπου συντρέχει περίπτωση, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ιδίως λόγω της εμπλοκής κρατικών εγγυήσεων μέσω “Ηρακλή”. Το ΠΑΣΟΚ δεν λέει τίποτα από αυτά.
Και αυτή η σιωπή είναι κρίσιμη.
Διότι αν υπάρχουν ενδείξεις ότι μέσα από το σύστημα των κόκκινων δανείων κινήθηκαν ή νομιμοποιήθηκαν κεφάλαια αδιαφανούς προέλευσης, αν χρησιμοποιήθηκαν φορολογικοί παράδεισοι, offshore δομές ή εταιρείες-οχήματα με ασαφείς πραγματικούς δικαιούχους, τότε το ζήτημα παύει να είναι απλώς τραπεζικό ή κοινωνικό.
Γίνεται ζήτημα οικονομικού εγκλήματος, διαφάνειας, δημόσιου συμφέροντος και εθνικής κυριαρχίας επί της ιδιωτικής περιουσίας των πολιτών.
Δεν μπορεί η ελληνική κοινωνία να χάνει σπίτια, επιχειρήσεις και περιουσίες υπέρ οντοτήτων των οποίων η τελική ιδιοκτησία, η προέλευση κεφαλαίων και οι διαδρομές χρήματος δεν έχουν ελεγχθεί πλήρως.
Δεν μπορεί να ζητείται από τον δανειολήπτη απόλυτη διαφάνεια, ενώ το σύστημα που τον εκτελεί λειτουργεί μέσα σε εταιρικά στρώματα, φορολογικές δικαιοδοσίες, οχήματα ειδικού σκοπού και πραγματικούς δικαιούχους που δεν εμφανίζονται καθαρά στον δημόσιο έλεγχο.
Αν το ΠΑΣΟΚ θέλει πραγματικά να μιλήσει για λύση, οφείλει πρώτα να ζητήσει πλήρη αποκάλυψη της διαδρομής του χρήματος.
Ποιος πλήρωσε; Πόσο πλήρωσε; Από πού προήλθαν τα κεφάλαια; Ποιος ήταν ο πραγματικός αγοραστής; Ποιος είναι ο τελικός δικαιούχος; Ποιος εισπράττει; Ποιος αποκτά τα ακίνητα; Ποιος κρύβεται πίσω από τις εταιρικές αλυσίδες; Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, κάθε πρόταση για προστασία δανειοληπτών είναι ανεπαρκής.
Όγδοο κενό: καμία αξιοποίηση της νομολογίας που ήδη αποκαλύπτει ρωγμές στο αφήγημα των funds και servicers Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ αγνοεί επίσης ότι ήδη έχουν αρχίσει να εμφανίζονται δικαστικές αποφάσεις που φωτίζουν κρίσιμες πτυχές του προβλήματος.
Δεν βρισκόμαστε πλέον σε θεωρητικό επίπεδο.
Υπάρχουν αποφάσεις που θέτουν ζητήματα νομιμοποίησης, δημοσιότητας, μεταβίβασης, εξουσίας διαχείρισης και ορίων δράσης των servicers.
Η απόφαση 185/2025 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών έχει ήδη αναδειχθεί ως κομβική, διότι έθεσε στο επίκεντρο το ζήτημα αν η καταχώριση περίληψης σύμβασης μεταβίβασης χωρίς κρίσιμο στοιχείο, όπως το τίμημα, αρκεί για να παραχθεί νόμιμο μεταβιβαστικό αποτέλεσμα σε τιτλοποίηση απαιτήσεων.
Οι αποφάσεις 2260/2025 και 2261/2025 του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τη δημοσιευμένη περίληψη του ίδιου του ΣτΕ, αφορούν την εφαρμογή του κυρωτικού δικαίου για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα επί των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις.
Παράλληλα, στον δημόσιο νομικό διάλογο έχουν ήδη επισημανθεί τα σοβαρά ερωτήματα που ανακύπτουν ως προς τον χαρακτηρισμό και τη θεσμική μεταχείριση των servicers.
Επίσης, πρέπει να γίνει ρητή αναφορά και σε αποφάσεις όπως η 25/2026 του Εφετείου Πειραιά, την οποία επικαλούμαστε ως μέρος της ευρύτερης νομολογιακής τάσης αμφισβήτησης της αυτοματοποιημένης νομιμοποίησης των funds και servicers, καθώς και σε κάθε άλλη απόφαση που αποκαλύπτει ότι το ζήτημα δεν είναι απλώς κοινωνικό ή οικονομικό, αλλά βαθύτατα νομικό και θεσμικό.
Άρα, μια σοβαρή πολιτική πρόταση δεν μπορεί να αγνοεί τη νομολογία.
Δεν μπορεί να μιλά γενικά για «καταχρηστικές πρακτικές» όταν τα δικαστήρια αρχίζουν να δείχνουν ότι υπάρχουν πολύ βαθύτερα ζητήματα: ποιος έχει την απαίτηση, πώς την απέκτησε, αν δημοσιεύθηκε νόμιμα η μεταβίβαση, αν ο servicer έχει επαρκή εξουσία, αν ο δανειολήπτης είχε πρόσβαση στον πλήρη φάκελο και αν οι πράξεις εκτέλεσης στηρίχθηκαν σε νόμιμη βάση. Το ΠΑΣΟΚ, αντί να ζητήσει θεσμική αξιοποίηση αυτής της νομολογίας, περιορίζεται σε μέτρα διαχείρισης.
Δεν ζητά επανέλεγχο των εκτελέσεων που στηρίχθηκαν σε αμφισβητούμενες νομιμοποιήσεις.
Δεν ζητά αναστολή διαδικασιών όταν υπάρχει αμφιβολία ως προς την αλυσίδα μεταβίβασης.
Δεν ζητά υποχρεωτική προσκόμιση πλήρους φακέλου πριν από κάθε πλειστηριασμό.
Δεν ζητά προστασία των δανειοληπτών που αναγκάζονται να αμυνθούν δικαστικά ενώ η περιουσία τους χάνεται πριν καν κριθεί οριστικά η υπόθεσή τους.
Αυτό δεν είναι πραγματική προστασία.
Είναι πολιτική διαχείριση του προβλήματος χωρίς σύγκρουση με τον πυρήνα του.
Ένατο κενό: καμία πρόταση για άμεση τροποποίηση του απαράδεκτου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και πάγωμα πλειστηριασμών μέχρι τον έλεγχο νομιμοποίησης Εξίσου σοβαρή είναι η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην ανάγκη άμεσης τροποποίησης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Διότι σήμερα το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος επισπεύδει τον πλειστηριασμό.
Είναι και ότι το ίδιο το δικονομικό πλαίσιο επιτρέπει να χάνεται ένα σπίτι, μία επαγγελματική στέγη ή μία ολόκληρη περιουσία πριν τελεσιδικήσουν τα ένδικα μέσα άμυνας του δανειολήπτη.
Αυτό είναι θεσμικά απαράδεκτο.
Δεν μπορεί ένας πολίτης να ασκεί ανακοπή, έφεση, αίτηση αναστολής ή άλλο ένδικο βοήθημα, να προβάλλει σοβαρούς λόγους έλλειψης νομιμοποίησης, ελαττωματικής μεταβίβασης, λανθασμένου υπολογισμού οφειλής, καταχρηστικότητας ή παραβίασης αναλογικότητας, και παρ’ όλα αυτά να βλέπει την περιουσία του να εκπλειστηριάζεται πριν κριθεί οριστικά η υπόθεσή του.
Αυτό αντιστρέφει κάθε έννοια δικαστικής προστασίας.
Ο δανειολήπτης δεν ζητά προνόμιο.
Ζητά να μη χαθεί ανεπανόρθωτα η περιουσία του πριν αποφανθεί τελεσίδικα η Δικαιοσύνη.
Η υφιστάμενη δικονομική πραγματικότητα οδηγεί σε ένα παράλογο και απάνθρωπο αποτέλεσμα: πρώτα χάνεται το ακίνητο και μετά εξετάζεται αν ο πλειστηριασμός ήταν νόμιμος.
Πρώτα καταστρέφεται η επιχείρηση και μετά συζητείται αν υπήρχε έλλειψη νομιμοποίησης.
Πρώτα εκδιώκεται η οικογένεια από το σπίτι της και μετά μπορεί να δικαιωθεί στα χαρτιά.
Αυτό δεν είναι κράτος δικαίου.
Είναι δικονομική παγίδα.
Μια σοβαρή πρόταση για τα κόκκινα δάνεια όφειλε να προβλέπει άμεσα ότι όταν ο δανειολήπτης προβάλλει σοβαρούς και τεκμηριωμένους λόγους αμφισβήτησης της νομιμοποίησης του επισπεύδοντος, της ύπαρξης ή του ύψους της απαίτησης, της εγκυρότητας της μεταβίβασης ή της καταχρηστικότητας της εκτέλεσης, η αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να αναστέλλεται μέχρι να κριθεί ουσιαστικά και αποτελεσματικά η υπόθεση.
Διαφορετικά, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας μετατρέπεται σε άδειο κέλυφος.
Και αυτό προσκρούει όχι μόνο στην ελληνική έννομη τάξη, αλλά και στις βασικές αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου, της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της προστασίας της περιουσίας.
Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ δεν αγγίζει αυτό το ζήτημα.
Και αυτό είναι τεράστιο πολιτικό και θεσμικό κενό.
Επιπλέον, καμία ουσιαστική πρόταση δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρης αν δεν περιλαμβάνει άμεσο πάγωμα πλειστηριασμών στις υποθέσεις όπου υπάρχει αμφισβήτηση της νομιμοποίησης fund ή servicer.
Δεν είναι δυνατόν να συνεχίζονται πλειστηριασμοί ενώ εκκρεμούν σοβαρά ζητήματα ως προς το αν ο επισπεύδων έχει πράγματι δικαίωμα να επισπεύδει.
Δεν είναι δυνατόν να οδηγούνται περιουσίες σε εκποίηση με βάση περιλήψεις, αποσπάσματα, μη πλήρεις συμβάσεις, αμφισβητούμενα πληρεξούσια και λογιστικά αδιαφανείς μεταβιβάσεις.
Άρα η ελάχιστη θεσμική παρέμβαση θα έπρεπε να είναι: Καμία αναγκαστική εκτέλεση από fund ή servicer χωρίς πλήρη φάκελο νομιμοποίησης.
Καμία κατάσχεση χωρίς πλήρη αλυσίδα μεταβίβασης.
Κανένας πλειστηριασμός χωρίς δικαστικό έλεγχο του πραγματικού δικαιούχου της απαίτησης.
Καμία απώλεια κατοικίας ή επαγγελματικής περιουσίας πριν τελεσιδικήσει η άμυνα του δανειολήπτη.
Αυτό δεν το λέει το ΠΑΣΟΚ.
Και αφού δεν το λέει, η πρότασή του μένει μισή.
Δέκατο κενό: προστασία πρώτης κατοικίας χωρίς αποκατάσταση όσων την έχασαν Η εξαγγελία για επαναφορά προστασίας πρώτης κατοικίας είναι πολιτικά ελκυστική αλλά πρακτικά μισή.
Διότι χιλιάδες άνθρωποι δεν κινδυνεύουν απλώς να χάσουν την κατοικία τους.
Την έχουν ήδη χάσει ή βρίσκονται σε διαδικασία απώλειας με βάση αμφισβητούμενες διαδικασίες, αδιαφανείς μεταβιβάσεις και ελλιπή νομιμοποίηση των επισπευδόντων.
Τι προτείνει το ΠΑΣΟΚ για αυτούς; Τίποτα συγκεκριμένο.
Πώς προστατεύεται ο δανειολήπτης που έχασε ήδη την πρώτη κατοικία του; Πώς αποζημιώνεται ο επαγγελματίας που έχασε το ακίνητο μέσα από το οποίο λειτουργούσε η επιχείρησή του; Πώς αποκαθίσταται η ζημία του οφειλέτη που οδηγήθηκε σε πλειστηριασμό από φορέα του οποίου η νομιμοποίηση δεν ελέγχθηκε ουσιαστικά; Πώς αντιμετωπίζονται οι οικογένειες που εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους και οι επιχειρήσεις που καταστράφηκαν; Η προστασία πρώτης κατοικίας χωρίς μηχανισμό αναστολής, επανελέγχου και αποκατάστασης είναι πολιτικά καθυστερημένη.
Έρχεται μετά την καταστροφή και λέει στους πολίτες: «από εδώ και πέρα θα προσπαθήσουμε να προστατεύσουμε όσους απέμειναν». Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη.
Είναι διαχείριση ερειπίων.
Ενδέκατο κενό: το δικαίωμα αγοράς του δανείου είναι ανεφάρμοστο χωρίς χρήματα, διαφάνεια και αναδρομικότητα Η πρόταση ότι ο δανειολήπτης θα μπορεί να αγοράσει το δάνειό του πριν μεταβιβαστεί σε fund ακούγεται δίκαιη.
Όμως τίθενται αμείλικτα ερωτήματα.
Με τι χρήματα θα το αγοράσει ο δανειολήπτης; Ποιος θα τον χρηματοδοτήσει; Με ποια κριτήρια; Σε ποια τιμή; Με ποια διαδικασία; Και κυρίως: τι γίνεται με τα δάνεια που έχουν ήδη μεταβιβαστεί; Αν η ρύθμιση αφορά μόνο μελλοντικές μεταβιβάσεις, τότε αφήνει εκτός το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος.
Αν αφορά και παλαιές μεταβιβάσεις, πρέπει να υπάρξει μηχανισμός αναδρομικού επανυπολογισμού, αποκάλυψης τιμήματος και δικαιώματος επαναγοράς από τον οφειλέτη με πραγματικά εφαρμόσιμους όρους.
Διαφορετικά, η πρόταση είναι πολιτικό ευχολόγιο.
Λέει στον δανειολήπτη ότι έχει δικαίωμα να αγοράσει το δάνειό του, χωρίς να του λέει πώς θα το χρηματοδοτήσει, πώς θα μάθει την πραγματική τιμή, πώς θα ελέγξει την αλυσίδα μεταβίβασης και πώς θα αμυνθεί αν το fund αρνηθεί.
Δωδέκατο κενό: κυρώσεις στους servicers χωρίς ακύρωση πράξεων και απώλεια νομιμοποίησης δεν αρκούν Το ΠΑΣΟΚ μιλά για αυστηρό πλαίσιο κυρώσεων κατά των servicers.
Όμως οι κυρώσεις από μόνες τους δεν αρκούν.
Ένα πρόστιμο δεν επιστρέφει το σπίτι.
Μία διοικητική κύρωση δεν επαναφέρει την επιχείρηση που έκλεισε.
Μία ποινή δεν θεραπεύει έναν πλειστηριασμό που έγινε με ελλιπή νομιμοποίηση.
Αν ένας servicer παρανομεί, δεν πρέπει απλώς να πληρώνει πρόστιμο.
Πρέπει να αναστέλλεται η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης.
Πρέπει να ακυρώνονται οι πράξεις που έγιναν με ελλιπή ή ψευδή νομιμοποίηση.
Πρέπει να προβλέπεται απώλεια τόκων, ευθύνη αποζημίωσης, προσωπική ευθύνη διοικήσεων όπου συντρέχει λόγος και υποχρεωτική επανεξέταση όλων των διαδικασιών που βασίστηκαν σε ατελή φάκελο.
Χωρίς τέτοιες συνέπειες, οι κυρώσεις μετατρέπονται σε κόστος λειτουργίας.
Ο servicer θα πληρώνει πρόστιμα και ο δανειολήπτης θα χάνει το σπίτι του.
Δέκατο τρίτο κενό: ο εξωδικαστικός μηχανισμός δεν λύνει ζήτημα παράνομης ή αμφισβητούμενης απαίτησης Η υποχρεωτική συμμετοχή των πιστωτών στον εξωδικαστικό μηχανισμό είναι ανεπαρκής όταν δεν προηγείται έλεγχος της ίδιας της απαίτησης.
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός προϋποθέτει ότι υπάρχει νόμιμος πιστωτής, νόμιμη απαίτηση και νόμιμη διαχείριση.
Όταν αυτά αμφισβητούνται, δεν μπορείς να καλείς τον δανειολήπτη απλώς να «ρυθμίσει». Αν ο οφειλέτης αναγκάζεται να διαπραγματευτεί με φορέα που δεν έχει αποδείξει πλήρως την ιδιότητά του, τότε ο εξωδικαστικός γίνεται μηχανισμός νομιμοποίησης της αδιαφάνειας.
Ο πολίτης καλείται να αναγνωρίσει χρέος, αντισυμβαλλόμενο και ποσό, χωρίς να έχει προηγουμένως λάβει πλήρη φάκελο μεταβίβασης, διαχείρισης, λογιστικής ανασύνθεσης και νομιμοποίησης.
Αυτό δεν είναι προστασία.
Είναι παγίδα.
Τι θα έπρεπε να προτείνει μια πραγματικά σοβαρή πολιτική πρόταση Μια πραγματικά σοβαρή πολιτική πρόταση για τα κόκκινα δάνεια δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικές εξαγγελίες προστασίας, σε θεωρητικές ρυθμίσεις, σε καλύτερο εξωδικαστικό μηχανισμό ή σε κυρώσεις κατά των servicers.
Αυτά, ακόμη και αν είναι θετικά ως επιμέρους παρεμβάσεις, δεν αγγίζουν τον πυρήνα του προβλήματος.
Ο πυρήνας του προβλήματος είναι ότι στην Ελλάδα δημιουργήθηκε ένα τεράστιο σύστημα μεταφοράς απαιτήσεων και ιδιωτικής περιουσίας, μέσα από τιτλοποιήσεις, funds, servicers, REOCO, εταιρείες ειδικού σκοπού, κρατικές εγγυήσεις, αδιαφανείς εταιρικές αλυσίδες, αμφισβητούμενες νομιμοποιήσεις και πλειστηριασμούς που συχνά προχωρούν πριν ο δανειολήπτης προλάβει να δικαιωθεί τελεσίδικα.
Επομένως, μια σοβαρή πρόταση θα έπρεπε να ξεκινά από την πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας.
Πρώτον, θα έπρεπε να προβλέπει υποχρεωτικό πλήρη φάκελο νομιμοποίησης πριν από κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης.
Κανένα fund και κανένας servicer δεν θα έπρεπε να μπορεί να καταγγείλει σύμβαση, να εκδώσει διαταγή πληρωμής, να επιδώσει επιταγή προς πληρωμή, να επιβάλει κατάσχεση ή να επισπεύσει πλειστηριασμό χωρίς να έχει προηγουμένως προσκομίσει στον δανειολήπτη και στο δικαστήριο πλήρη και ελέγξιμο φάκελο νομιμοποίησης.
Ο φάκελος αυτός θα πρέπει να περιλαμβάνει την πλήρη αλυσίδα μεταβίβασης της απαίτησης, τις συμβάσεις μεταβίβασης, τις περιλήψεις καταχώρισης, τα πληρεξούσια, τις συμβάσεις διαχείρισης, τις πράξεις εκπροσώπησης, τα στοιχεία του πραγματικού δικαιούχου και κάθε έγγραφο από το οποίο προκύπτει ποιος έχει πράγματι την απαίτηση και ποιος έχει δικαίωμα να την εισπράττει ή να την εκτελεί.
Δεύτερον, θα έπρεπε να προβλέπει πλήρη αποκάλυψη των μεταβιβάσεων και των τιμημάτων.
Δεν είναι δυνατόν ο δανειολήπτης να καλείται να πληρώσει ποσά εκατοντάδων χιλιάδων ή εκατομμυρίων ευρώ, ενώ δεν γνωρίζει ποιο ήταν το πραγματικό τίμημα με το οποίο φέρεται να μεταβιβάστηκε η απαίτησή του.
Δεν είναι δυνατόν να γίνεται επίκληση περιλήψεων, αποσπασμάτων και καταχωρίσεων χωρίς να αποκαλύπτεται η πλήρης οικονομική ουσία της συναλλαγής.
Μια σοβαρή πρόταση θα έπρεπε να επιβάλλει τη γνωστοποίηση του πραγματικού τιμήματος, του τρόπου καταβολής του, της πηγής χρηματοδότησης και της λογιστικής απεικόνισης της μεταβίβασης.
Τρίτον, θα έπρεπε να προβλέπει ανεξάρτητο λογιστικό και δικαστικό έλεγχο όλων των τιτλοποιήσεων κόκκινων δανείων.
Δεν αρκεί να θεωρείται δεδομένο ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν νόμιμα επειδή υπάρχουν καταχωρίσεις ή περιλήψεις.
Πρέπει να ελεγχθεί αν υπήρξε πραγματική πώληση, αν υπήρξε ουσιαστική μεταφορά κινδύνου, αν οι τράπεζες αποξενώθηκαν πράγματι από τις απαιτήσεις ή αν διατήρησαν κρίσιμο οικονομικό όφελος, έλεγχο ή έκθεση.
Πρέπει να ελεγχθεί αν οι συναλλαγές είχαν πραγματικό οικονομικό περιεχόμενο ή αν λειτούργησαν ως λογιστικές και νομικές κατασκευές για την εμφάνιση εξυγίανσης ισολογισμών και την ενεργοποίηση κρατικών εγγυήσεων.
Τέταρτον, θα έπρεπε να προβλέπει ειδικό έλεγχο του προγράμματος “Ηρακλής” και των κρατικών εγγυήσεων.
Από τη στιγμή που το Ελληνικό Δημόσιο έχει εμπλακεί μέσω εγγυήσεων σε τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων, το ζήτημα δεν είναι ιδιωτική υπόθεση τραπεζών, funds και servicers.
Είναι υπόθεση δημοσίου συμφέροντος.
Ο ελληνικός λαός έχει δικαίωμα να γνωρίζει αν οι εγγυήσεις του Δημοσίου στηρίχθηκαν σε πραγματικές, καθαρές και νόμιμες μεταβιβάσεις ή σε αδιαφανείς δομές που εξυπηρέτησαν την αποαναγνώριση κινδύνων από τους τραπεζικούς ισολογισμούς χωρίς πραγματική αποξένωση από την οικονομική ουσία των απαιτήσεων.
Πέμπτον, θα έπρεπε να προβλέπει πλήρη διερεύνηση των προσώπων που εμπλέκονται.
Δεν αρκεί να μιλάμε γενικά για «funds» και «servicers». Πρέπει να ελεγχθούν τα φυσικά πρόσωπα που υπέγραψαν, ενέκριναν, διαχειρίστηκαν, εκπροσώπησαν, πιστοποίησαν, αποτίμησαν, καταχώρισαν ή συγκάλυψαν κρίσιμες πράξεις.
Πρέπει να ελεγχθούν διοικήσεις τραπεζών, διοικήσεις servicers, εκπρόσωποι funds, συμβολαιογράφοι, εκτιμητές, εταιρείες διαχείρισης ακινήτων, REOCO, ελεγκτές, εποπτικές αρχές και κάθε πρόσωπο που είχε κρίσιμο ρόλο στον μηχανισμό.
Η απόδοση ευθυνών δεν μπορεί να σταματά σε χαμηλά επίπεδα.
Πρέπει να φτάσει όσο ψηλά χρειάζεται.
Έκτον, θα έπρεπε να προβλέπει ποινική, αστική, διοικητική και πειθαρχική λογοδοσία.
Αν αποδειχθεί ότι δανειολήπτες οδηγήθηκαν σε αναγκαστική εκτέλεση από φορείς με ελλιπή νομιμοποίηση, αν αποκρύφθηκαν κρίσιμα στοιχεία, αν έγιναν μεταβιβάσεις χωρίς πραγματικό οικονομικό περιεχόμενο, αν παραπλανήθηκαν δικαστήρια ή δημόσιες αρχές, αν χρησιμοποιήθηκαν αδιαφανείς δομές ή αν υπήρξε ζημία του Δημοσίου λόγω κρατικών εγγυήσεων, τότε δεν αρκούν πρόστιμα.
Πρέπει να υπάρξει ουσιαστική τιμωρία, προσωπική ευθύνη και αποκατάσταση της ζημίας.
Έβδομον, θα έπρεπε να προβλέπει υποχρεωτικό έλεγχο των πραγματικών δικαιούχων όλων των funds, SPV, REOCO και συνδεδεμένων εταιρειών.
Η ελληνική κοινωνία έχει δικαίωμα να γνωρίζει ποιος βρίσκεται πίσω από τις εταιρικές δομές που απέκτησαν απαιτήσεις και ακίνητα.
Ποιος είναι ο τελικός δικαιούχος; Ποιος χρηματοδότησε την αγορά; Από πού προήλθαν τα κεφάλαια; Ποιος εισπράττει τις ανακτήσεις; Ποιος αποκτά τα ακίνητα; Ποιος ωφελείται από τους πλειστηριασμούς; Χωρίς απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, δεν υπάρχει διαφάνεια.
Υπάρχει οργανωμένη αδιαφάνεια.
Όγδοον, θα έπρεπε να προβλέπει έλεγχο offshore δομών, φορολογικών παραδείσων και πιθανών διαδρομών ξεπλύματος χρήματος.
Όταν γύρω από χαρτοφυλάκια κόκκινων δανείων εμφανίζονται δομές συνδεδεμένες με δικαιοδοσίες αυξημένης αδιαφάνειας, όπως η Νήσος του Μαν ή άλλοι φορολογικοί παράδεισοι, όταν εμφανίζονται εταιρείες όπως η Yendor ή άλλες οντότητες που χρήζουν ελέγχου ως προς τη μετοχική τους σύνθεση και τους πραγματικούς δικαιούχους, τότε ενεργοποιείται ανάγκη αυξημένης θεσμικής επαγρύπνησης. Η Πολιτεία οφείλει να εφαρμόσει με απόλυτη αυστηρότητα την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Δεν μπορεί ο απλός πολίτης να ελέγχεται εξονυχιστικά για κάθε τραπεζική συναλλαγή και οι μηχανισμοί που αποκτούν απαιτήσεις και ακίνητα δισεκατομμυρίων να κινούνται μέσα από αδιαφανείς εταιρικές αλυσίδες χωρίς πλήρη δημόσιο και θεσμικό έλεγχο.
Ένατον, θα έπρεπε να προβλέπει άμεση εμπλοκή της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, της Τράπεζας της Ελλάδος, της ΑΑΔΕ, των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών και, όπου απαιτείται, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Ιδίως λόγω της εμπλοκής κρατικών εγγυήσεων μέσω του “Ηρακλή”, η διερεύνηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε ιδιωτικές αντιδικίες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.
Απαιτείται θεσμικός, ποινικός, φορολογικός, εποπτικός και ευρωπαϊκός έλεγχος.
Δέκατον, θα έπρεπε να προβλέπει ειδικό θεσμικό πλαίσιο για τις REOCO και τις συγκρούσεις συμφερόντων.
Πρέπει να απαγορευθεί ή τουλάχιστον να ελεγχθεί αυστηρά η συμμετοχή συνδεδεμένων REOCO σε πλειστηριασμούς ακινήτων που προέρχονται από χαρτοφυλάκια τα οποία διαχειρίζονται συνδεδεμένοι servicers.
Δεν μπορεί ο ίδιος οικονομικός μηχανισμός να πιέζει τον δανειολήπτη, να καθορίζει τη στρατηγική είσπραξης, να γνωρίζει τα δεδομένα του, να επισπεύδει τον πλειστηριασμό και, άμεσα ή έμμεσα, να αποκτά το ακίνητο.
Αυτό δημιουργεί προφανή θεσμική σύγκρουση συμφερόντων και ανοίγει τον δρόμο σε οργανωμένη μεταφορά περιουσίας. ΛΟΓΩ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΟΓΚΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ PART 2
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους