[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Γκρεμίστε το παλιόσπιτο!» — φώναζε ο επιχειρηματίας, χωρίς να ξέρει ότι ήδη πλησίαζε στο σπίτι ένας αξιωματικός της ειδικής μονάδας. Δεν συμπαθούσα ποτέ τον Νοέμβρη. Τα χώματα γίνονται βαριά, σχεδόν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Γκρεμίστε το παλιόσπιτο!» — φώναζε ο επιχειρηματίας, χωρίς να ξέρει ότι ήδη πλησίαζε στο σπίτι ένας αξιωματικός της ειδικής μονάδας.

Δεν συμπαθούσα ποτέ τον Νοέμβρη.

Τα χώματα γίνονται βαριά, σχεδόν πίσσα, και ο ουρανός κατεβαίνει τόσο χαμηλά που αγγίζει τις κορυφές των πεύκων.

Το λεωφορείο με άφησε στη στροφή και με τύλιξε ένα σύννεφο καυσαέριο πριν χαθεί οριστικά μέσα στην ομίχλη του δρόμου.

Για το χωριό έμενε να διασχίσω περπατώντας περίπου ενάμισι χιλιόμετρο ακόμα.

Ο σάκος μου βαρούσε τους ώμους μου — μέσα είχα μικροδώρα: ένα μάλλινο σάλι, ένα κουτί γλυκά που τόσο αγαπούσε η γιαγιά Άννα και έναν καλό ελληνικό καφέ.

Δεν της είχα τηλεφωνήσει.

Ήθελα να δω το βλέμμα της όταν θα άνοιγα τη σιδερένια αυλόπορτα.

Τρία χρόνια μακριά με το συμβόλαιο, σοβαροί τραυματισμοί, μισό χρόνο στα νοσοκομεία — ένιωθα πνιγμένος, εξαντλημένος.

Διψούσα για ησυχία, το τριζόνισμα ξύλων στη σόμπα και τις πίτες της γιαγιάς από το παλιό φούρνο.

Όμως ησυχία δεν υπήρχε.

Πλησιάζοντας στη συνοικία της Οδού Πεύκων, άκουσα ένα βαρύ βουητό.

Ήχος σαν ντιζελοκινητήρας στο ρελαντί — γεμάτος πίεση.

Έβαλα βήμα φουριόζο, πηδώντας λακκούβες.

Ο γνώριμός μας φράχτης, που είχα βάψει πράσινο πριν τέσσερα χρόνια, είχε γκρεμιστεί ήδη σε ένα σημείο.

Μπροστά στην αυλή στεκόταν ένα τεράστιο μαύρο τζιπ.

Εκεί πηγαινοέρχονταν δυο γεροδεμένοι τυπάδες με δερμάτινα μπουφάν, φτύνοντας κουκούτσια από πασατέμπο στη λάσπη.

Πιο κει, κοντά στα σκαλοπάτια, ήταν ο επιχειρηματίας: ένας άντρας με παλτό σε απόχρωση καμήλας, σκυμμένος απειλητικά πάνω από το αδύναμο κορμί της γιαγιάς, που φορούσε μια φθαρμένη μπουφάν. — Είσαι εντελώς στα χαμένα, κυρά; — η φωνή του αιχμηρή, σαν τεντωμένη χορδή — Μια βδομάδα προθεσμία σου ’δωσα! Η τεχνική μου κάθεται, οι επενδυτές περιμένουν! — Αγόρι μου, πού να πάω εγώ στα γεράματα... — η φωνή της γιαγιάς Άννας έτρεμε, σχεδόν έσπαζε σε λυγμό. — Έχω εδώ το μνήμα του παππού σου, κι όλο το νοικοκυριό... — Στον οίκο ευγηρίας θα πας! — ούρλιαξε και κλώτσησε με το λουστρίνι του το παλιό τενεκεδένιο κουβά.

Ο κουβάς κύλησε με θόρυβο στη λάσπη. — Γκρεμίστε το, τελειώνετε! — διέταξε τους δυο που μασούσαν πασατέμπο. — Αφού δεν συνεργάζεται.

Ο ένας γέλασε και έκανε δυο βήματα μπροστά.

Δεν φώναξα.

Δεν έτρεξα.

Μπήκα ήσυχα στην αυλή, όπως με είχαν μάθει.

Ακούμπησα σιγά τον σάκο στο χορτάρι.

Ο τύπος στο μπουφάν μόλις με είδε να πλησιάζω στα δύο μέτρα. — Ρε φίλε, ποιος είσαι εσύ... — πρόλαβε να πει.

Έκανα ένα βήμα.

Με μια γρήγορη κίνηση τον άφησα χωρίς ανάσα.

Έσκυψε να πάρει αέρα.

Ο δεύτερος δίστασε, κοιτάζοντάς με στα μάτια.

Στα δικά μου μάτια δεν υπήρχε οργή.

Μόνο ησυχία, μια παγωμένη εξάντληση ανθρώπου που έχει δει πράγματα που κανείς τους δεν φαντάζεται. — Μείνε εκεί, — ψιθύρισα.

Ο επιχειρηματίας γύρισε απότομα.

Λείο, προσεγμένο πρόσωπο, μονοκόμματη έκπληξη. — Εσύ ποιος είσαι; Από πού ξεφύτρωσες; Πλησίασα τη γιαγιά.

Με κοίταξε ανέκφραστη, με τα χέρια στο στήθος, σαν να μην πίστευε στα μάτια της. — Θοδωρή... — ψιθύρισε. — Ζωντανός... Την αγκάλιασα απαλά, ένιωσα πόσο αδύναμη είχε γίνει.

Μύριζε όπως πάντα: σταγόνες βαλεριάνας και παλιά μάλλινα. — Ζωντανός, γιαγιά.

Πήγαινε μέσα, βράσε τσάι. — Άκου, μάγκα! — Ο άλλος έκανε να μας πλησιάσει, φτύνοντας λόγια. — Ξέρεις με ποιον τα βάζεις; Είμαι ο Νίκος Κατσαντώνης! Εγώ ελέγχω όλη την περιοχή! Θα πληρώσεις το φύλακά μου! Γύρισα αργά.

Στάθηκα τελείως κοντά του.

Ψηλότερος, μα έκανε δυο βήματα πίσω, λες και τον έσπρωξε ένα αόρατο ρεύμα. — Άκου καλά, Νικόλα, — η φωνή μου ήρεμη, σχεδόν άηχη. — Πάρ’ τους κλόουν σου, μπες στ’ αμάξι, και σε ένα λεπτό να μην έχει μείνει ούτε το άρωμά σου εδώ. Ο Νίκος κοκκίνισε, προσπάθησε να υψώσει ανάστημα. — Με απειλείς; Αύριο θα ξανάρθουμε με όλα τα μηχανήματα και θα γκρεμίσουμε το σπίτι σας, μαζί σας! Έκανε νόημα στους άλλους, που σιγά-σιγά σηκώθηκαν, και βάδισαν προς το τζιπ.

Η πόρτα έκλεισε δυνατά, τρομάζοντας τα σπουργίτια.

Ο τζιπ βρυχήθηκε, διέλυσε τις τσακισμένες βιόλες και εξαφανίστηκε.

Μέσα στο σπίτι είχε μια ζεστασιά, αλλά κι αυτή φαινόταν πρόσκαιρη.

Στο τραπέζι κρύωνε η τηγανητή πατάτα.

Η γιαγιά Άννα πηγαινοερχόταν, έβγαζε πιάτα με πίκλες, μανιτάρια, λαχανικά, αλλά τα χέρια της έτρεμαν τόσο που το πιρούνι χτυπούσε το πιάτο. — Εμφανίστηκαν την πρώτη φορά πριν έναν μήνα.

Στην αρχή χαμογελούσαν, να αγοράσουν τη γη. Προσέφεραν κάτι ψιλά.

Μετά ήρθε ο Κατσαντώνης.

Έλεγε, θα φτιάξουν ξενοδοχείο για πλούσιους, αφού το ποτάμι είναι δίπλα... — Πολλοί δέχτηκαν; — ρώτησα πίνοντας δυνατό, γλυκό τσάι, όπως παλιά. — Οι περισσότεροι... — αναστέναξε. — Στην Κυρα-Σοφία έκλεψαν την κατσίκα, την βρήκαν στο ρέμα.

Στου παπα-Σπύρου πήρε φωτιά το στάβλο νύχτα.

Ο κόσμος φοβάται, Θοδωρή. Ο Κατσαντώνης έχει αδελφό στη νομαρχία, ανιψιό στην αστυνομία… Πως να τα βάλουμε οι παλιοί εναντίον τους; Ένιωθα μέσα μου να σφίγγεται το ελατήριο.

Αυτοί οι τύποι δε σταματούν.

Αν είπε ότι θα έρθει αύριο, θα έρθει — και όχι μόνος. — Τα χαρτιά του σπιτιού πού είναι; — Στο συρτάρι, όλα εντάξει, παιδί μου. — Εντάξει.

Ξάπλωσε, γιαγιά.

Θα φυλάω εγώ τη νύχτα.

Το βράδυ δεν έκλεισα μάτι.

Έκανα βόλτα γύρω από το οικόπεδο.

Ο φράχτης είναι σχεδόν για γέλια.

Από πίσω έχει δάσος, μπορείς να πλησιάσεις αθόρυβα.

Το σπίτι παλιό, ξύλινο, παίρνει φωτιά εύκολα.

Βγήκα στο υπόστεγο να καπνίσω.

Το κινητό δεν είχε σήμα, ανέβηκα στη σοφίτα.

Πήρα τηλέφωνο.

Μακρινά σήματα. — Ναι; — η φωνή ζωηρή, παρότι τρεις τα χαράματα. — Κώστα, καλησπέρα.

Εγώ είμαι, ο «Ήσυχος». — Ήσυχε! Ρε φίλε, που χάθηκες; Σε ψάχναμε νομίζαμε ακόμα στη νοσηλεία. — Στης γιαγιάς μου, στην Πεύκη.

Έχουμε ζήτημα... Άρχοντας τοπικός έχασε μέτρο.

Αύριο λέει θα έρθει με μηχανήματα, να γκρεμίσει.

Κάνει ό,τι θέλει. — Πόσοι είναι; — Σήμερα τρεις.

Αύριο θα φέρει περισσότερους, κι έχει άκρες στην αστυνομία.

Νόμιμα δεν βγαίνει. — Στείλε συντεταγμένες.

Είμαστε στην Τρίπολη, δυο ώρες δρόμος.

Ως το πρωί φτάνουμε. — Κώστα, προσοχή... να μην γίνει ζημιά. — Μας αδικείς.

Πάντα διακριτικοί είμαστε. Κατέβηκα.

Θέλει τέσσερις ώρες να ξημερώσει.

Το πρωί ήταν μουντό, υγρό.

Η ομίχλη έκρυβε το ποτάμι.

Καθόμουν στα σκαλιά, καθάριζα με μαχαίρι ένα μήλο.

Έπεισα τη γιαγιά να μη βγει από το δωμάτιο.

Ήρθαν ακριβώς στις εννιά. Ο Κατσαντώνης δεν αστειεύτηκε.

Αρχικά ακούστηκε ο βόμβος.

Μετά ξεμύτισε από την ομίχλη μια κίτρινη μπουλντόζα με σηκωμένο κουβά.

Πίσω της δύο μαύρα τζιπ και ένα λευκό βαν.

Έκαναν στάση στην αυλόπορτα. Ο Κατσαντώνης πρώτος — σήμερα με κοντό μπουφάν.

Δίπλα του ένας ψιλός, γεροδεμένος με ουλή στο μάγουλο — αρχηγός ασφαλείας.

Από το βαν κατέβηκαν δώδεκα.

Καθένας ντυμένος αλλιώτικα: φόρμες, παραλλαγές.

Κρατούσαν ρόπαλα, σωλήνες. — Λοιπόν, προστάτη; — ο Κατσαντώνης χαμογελούσε άγρια. — Μάζεψες πράγματα ή να βοηθήσουμε; Σηκώθηκα.

Έφαγα μια μπουκιά μήλο. — Χτες σου το είπα, Νικόλα, δεν ακούς καθαρά; — Τσακίστε τον φράχτη! — φώναξε σαν τρελός προς τον χειριστή. — Κι αυτός εδώ να μάθει τρόπους! Η μπουλντόζα γρύλισε, καπνίζοντας κατάμαυρα.

Η συμμορία με τα ρόπαλα εφορμούσε προς την αυλόπορτα.

Εγώ μόνος, μπροστά στο σπίτι, με την μάλλινη ζακέτα.

Ένιωθαν παντοδύναμοι.

Ήταν πολλοί, είχαν όπλα, πίστευαν στην εξουσία τους. — Εσύ, αγόρι, ξάπλωσε να τελειώνουμε, — γέλασε ο σημαδεμένος.

Τότε, ακούστηκε κινητήρας στο τέλος του δρόμου: όχι ηπαθής βοή της μπουλντόζας, αλλά οξύς γδούπος.

Όλοι γύρισαν.

Δύο μαύρα «Touareg» ερχόντουσαν εκτοξεύοντας λάσπη.

Σταμάτησαν απότομα, κόβοντας τον δρόμο στα τζιπ του Κατσαντώνη.

Άνοιξαν οι πόρτες.

Βγήκαν εφτά άντρες.

Δεν φώναζαν, δεν κρατούσαν όπλα.

Στάθηκαν σε γραμμή.

Απλοί, γεροδεμένοι, τριαντάρηδες-σαραντάρηδες.

Είχε η στάση τους τη βεβαιότητα ανθρώπων που έχουν δει πολλά.

Ώμο με ώμο. Ο Κώστας — γεροδεμένος, κοκκινομάλλης, με χιούμορ στα μάτια — προχώρησε. — Καλημέρα σας, κύριοι λουόμενοι, — φώναξε. — Πάρτι χωρίς εμάς; Ο Κατσαντώνης σάστισε.

Άλλαξε ο αέρας. — Ιδιωτική έκταση εδώ! Τι θέλετε; — Εμείς; — χαμογέλασε ο Κώστας. — Γιαγιάδες βοηθάμε, φράχτες φτιάχνουμε.

Αντίθετα εσείς φαίνεται σπάτε νόμους. — Διώξτε τους! — κατέβασε το προσωπείο.

Η παρέα του όρμησε.

Ηταν λάθος.

Η σύγκρουση κράτησε ενάμιση λεπτό.

Οι φίλοι μου λειτούργησαν επαγγελματικά, αθόρυβα, με ακρίβεια.

Κάθε επίθεση, γύριζε μπούμερανγκ. Ατάραχοι.

Ο τύπος με την ουλή άρπαξε σωλήνα να χτυπήσει τον Κώστα — εκείνος, ήρεμος, τον ξάπλωσε κάτω και του κράτησε το χέρι. — Κάτω! — φώναξε αγριεμένα κάποιος.

Ο χειριστής της μπουλντόζας παρέδωσε τα χέρια.

Δύο λεπτά μετά, οι τύποι του Κατσαντώνη ξάπλωναν στη λάσπη να συνέλθουν.

Ο ίδιος μισοδιάλυτος δίπλα στ’ αμάξι.

Τον πλησίασα. — Νικόλα, — είπα ήρεμα — Βγάλε κινητό. — Για... γιατί; — τραύλισε. — Βάλε ειδήσεις.

Τις τοπικές.

Τρεμάμενος το άνοιξε. Ο Κώστας κοίταξε μαζί του. — Για δες, το ανέβασαν ήδη. Γρήγοροι... Ο τίτλος: «Παρανομίες στην Πεύκη: Επιχειρηματίας Κατσαντώνης και τοπική διοίκηση εκβιάζουν συνταξιούχους.

Υπάρχουν βίντεο.» Κι από κάτω, να τον βλέπεις να κλωτσάει το κουβά, να ουρλιάζει στη γιαγιά, να απειλεί. — Έχω φίλους που δεν κάνουν μόνο γυμναστήριο, — του είπα. — Κι έναν δημοσιογράφο που τρελαίνεται για τέτοια.

Το βίντεο πήγε ήδη στον εισαγγελέα.

Και στην Περιφέρεια.

Το κινητό του έπεσε στη λάσπη. — Να... Συνεννοηθούμε; Θα πληρώσω, πολύ... — Θα συμφωνήσουμε, — χαμογέλασα. — Τώρα μαζεύεις όλους σου, τα πάντα σου, και χάνεσαι. Αν πέσει τρίχα από το κεφάλι της γιαγιάς… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences