— Πόπη, ετοιμάζεσαι; Θα αργήσω στο σχολείο! — φώναξε η Βίκυ, τινάζοντας το τελευταίο πουκάμισο του Κώστα και κρεμώντας το στη σχοινένια απλώστρα του μπαλκονιού. Ανοιχτό, με τοίχους βάφοντας σε...
— Πόπη, ετοιμάζεσαι; Θα αργήσω στο σχολείο! — φώναξε η Βίκυ, τινάζοντας το τελευταίο πουκάμισο του Κώστα και κρεμώντας το στη σχοινένια απλώστρα του μπαλκονιού.
Ανοιχτό, με τοίχους βάφοντας σε στρώσεις ξεφλουδισμένης βαφής, ήταν το αγαπημένο της σημείο στο σπίτι. Η Βίκυ πλησίασε στο κιγκλίδωμα και στάθηκε.
Από τον έβδομο όροφο, το μάτι της αγκάλιαζε όλο τον Σαρωνικό και τα πέριξ.
Η ανατολή του ηλίου έλουζε τα πάντα με εκτυφλωτικό ανοιξιάτικο φως. Η Βίκυ μίκρυνε τα μάτια της, κράτησε τα μεταλλικά κάγκελα με τα λεπτά της δάχτυλα.
Αυτή είναι η ζωή! Φωτεινή, όμορφη, όταν όλα είναι μπροστά κι όλα φαίνονται τόσο λαμπερά, που σε τυφλώνει! Και σε μένα έτσι θα είναι, μονομιάς! Αρκεί να τα βολέψω όλα… και θα γίνουν όπως τα θέλω! Σύννεφο σκέπασε για μια στιγμή τον ήλιο κι η Βίκυ ξύπνησε απότομα.
Όλα γύρω απέκτησαν ασυνήθιστη σαφήνεια και… ήταν απλώς καθημερινά.
Συνήθεια δηλαδή.
Πρώτα τα όνειρα και μετά — τσουπ! — η πραγματικότητα.
Αν και… Πώς το έλεγε η Σοφία; Η πραγματικότητα είναι αυτό που φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι; Και εξαρτάται μόνο από εμάς; Μάλλον δίκιο είχε.
Είναι και σπουδαγμένη, τελείωσε το πανεπιστήμιο.
Έλεγε πως κι η Βίκυ έχει όλες τις προοπτικές να περάσει όπου θέλει.
Αν θέλει. Η Βίκυ αναστέναξε.
Το να θες δεν φτάνει, πρέπει και να σκεφτείς.
Με τα πράγματα όπως έχουν, ο πατέρας μόνος δεν τα βγάζει πέρα.
Οι μικροί είναι ακόμα παιδιά, τα ευρώ σπανίζουν.
Οπότε τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: Πανεπιστήμιο ή δουλειά.
Και για την ώρα, βλέπει μόνο τη δουλειά.
Άφησε το άδειο λεκάνη, κοίταξε το μικρό ρολογάκι της — δώρο του μπαμπά από τη δευτέρα δημοτικού — κι έμεινε κάγκελο.
Θα αργούσαν! Άρπαξε τη λεκάνη και μπήκε μέσα. Η Πόπη κοιμόταν γλυκά, με το χεράκι κάτω από το μάγουλο — τόσο χαριτωμένη που η Βίκυ έμεινε λίγο εκεί, να χαζεύει την αδερφή της.
Τι κουκλάρα! Βλεφαρίδες μακριές, ακουμπούν σχεδόν ως τα μάγουλα.
Ξανθές μπουκλίτσες σκορπισμένες στο μαξιλάρι.
Μπορεί να θέλει φροντίδα, αλλά η Βίκυ δεν ήθελε να της τις κόψει! Έτσι τις είχε και η μαμά. Η Βίκυ σούφρωσε τα φρύδια της.
Δεν της άρεσε να θυμάται τη μαμά.
Πολλά συγχωρείς σε κάποιον, την προδοσία όμως μάλλον ποτέ.
Η μαμά τις είχε προδώσει.
Τους άφησε. Η Πόπη ήταν μωράκι τότε.
Την μπέρδευε με τη Βίκυ, τη φώναζε «μαμά» και αυτό γινόταν αντικείμενο καχυποψίας στις παιδικές χαρές. Η Βίκυ ακόμα θυμόταν την πρώτη φορά που οι άλλες μανάδες έπεσαν πάνω της.
Μετακόμισαν σε αυτό το σπίτι όταν «έφυγε» η γιαγιά και το διαμέρισμα πέρασε στον πατέρα.
Στη μικρή κλούβα με τα δύο δωμάτια, όπου ζούσαν όλοι μαζί, δεν χωρούσαν.
Έτσι μετακόμισαν στο τετράρι της γιαγιάς τους — ξαφνικά όλοι απέκτησαν χώρο.
Η γιαγιά ήταν αυστηρή, απλησίαστη, καθηγήτρια στη σχολή.
Δεν είχε σχέσεις με κανέναν στην πολυκατοικία — όλοι της φαίνονταν χαμηλού επιπέδου, αδιάφοροι μα κι αρκετά ενοχλητικοί. Η Βίκυ μικρή δεν καταλάβαινε, μετά όμως επισκέπτονταν τη γιαγιά όσο πιο αραιά μπορούσε.
Δεν της άρεσε ο τρόπος που μιλούσε για τους ανθρώπους.
Έμπαινε μόνο για να βοηθήσει και κάθε φορά έσφιγγε τα δόντια — ας πει ό,τι θέλει, τουλάχιστον να τελειώνει σύντομα. — Τίποτα της προκοπής δεν θα βγει από σένα.
Ίσως αν είναι το γονίδιο της οικογένειας καλό, αλλά δύσκολα… Γνώση! Μόνο αυτό θα σε σώσει! Διάβαζε, άλλο δρόμο δεν έχεις.
Η μάνα σου τελείωσε όπως τελείωσε. Η Βίκυ δεν μιλούσε.
Τι να πει; Και ούτε η γιαγιά δε σήκωνε αντιρρήσεις.
Ο μπαμπάς δεν την μάλωνε όταν άκουγε παράπονα, αλλά το να βλέπει το σκυθρωπό του πρόσωπο ήταν για τη Βίκυ χειρότερο κι από τιμωρία.
Έτσι, δεν αντιδρούσε — απλώς έκανε τη δουλειά της κι έφευγε σαν κυνηγημένη.
Μόνο μία φορά αντέδρασε. — Ο αδερφός σου κι η αδερφή σου, στ’ αλήθεια, μοιάζουν μπάσταρδοι.
Καμία σχέση μ’ εμάς! Απαγορεύεται να τους αναφέρεις ποτέ εδώ! — Τότε κι εγώ δεν θα ξανάρθω ποτέ! — Η Βίκυ έσφιξε τις γροθιές της, έτοιμη να διαλύσει όλη τη συλλογή με πορσελάνινα αγαλματάκια που μισούσε θανάσιμα.
Τόσες ώρες χαμένος χρόνος, να τα ξεσκονίζει κάτω από την αυστηρή της επιτήρηση… Για τι; Για λίγο ακριβό πορσελάνη που άξιζε περισσότερο απ’ τα παιδιά! — Δεν θα ξανάρθω! — Η Βίκυ έβαλε το μπουφάν και έφυγε τρέχοντας.
Μέσα σε τρία λεπτά ήταν σπίτι. Η Πόπη έπαιζε στο πάρκο, και η Βίκυ, πετώντας μόνο τις μπότες, την άρπαξε στην αγκαλιά. — Εσύ μου ανήκεις! Και ο Κωστής το ίδιο! Είμαστε μία οικογένεια! Δεν χρειάζεται κανέναν άλλον! Ο πατέρας βγήκε από το μπάνιο, ξεπλύνοντας τα παιδικά ρούχα, και κοίταξε σαν χαμένος τη μεγάλη του κόρη που έκλαιγε με αναφιλητά στο σαλόνι. Η Πόπη τάραξε ακόμη περισσότερο.
Τόσο, που και ο Κώστας άφησε τα μαθήματα, ήρθε και αγκάλιασε τις αδερφές του. — Τι πάθατε; — Δεν ξέρω! — Γυναίκες… — ο Κώστας ψιθύρισε και τις αγκάλιασε πιο σφιχτά. — Κλαψιάρες! Θα φάτε; Μακαρονάδα ετοιμάσαμε με τον μπαμπά! Το τηλέφωνο της γιαγιάς χτύπησε μια ώρα μετά. Η Βίκυ έκλεισε το νερό και άφησε το άπλυτη πιάτο.
Άκουγε τον μπαμπά να πηγαίνει από το «έκπληκτος», στο «νευριασμένος», στο «εξοργισμένος». Η Βίκυ κάθισε σιωπηλή στο σκαμπό, τύλιξε τα πόδια με τα χέρια.
Σκάνδαλο ερχόταν… Τελικά όχι! Τίποτα απολύτως.
Ο πατέρας μπήκε αργά, την αγκάλιασε και της φίλησε το μέτωπο: — Δε χρειάζεται να την ξαναδείς. — Γιατί; — Γιατί κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σε υποτιμά ούτε εσένα ούτε την οικογένειά σου.
Κανείς, όσο συγγενής κι αν είναι. Η Βίκυ στήριξε το κεφάλι της, επιτέλους ανάσανε.
Δεν θα άντεχε άλλα κακόβουλα σχόλια και ενοχλητικές θύμησες, είχε τόσα να κάνει… Η γιαγιά "έφυγε" μιάμιση χρόνια αργότερα.
Τους τελευταίους δύο μήνες η Βίκυ πήγαινε πάλι, όταν χρειάστηκε να περάσει από το νοσοκομείο μαζί με τον πατέρα.
Δεν γνώρισε την αδύναμη, γερασμένη κυρία ως τη χαμογελαστή, αρχόντισσα που εξουσίαζε όλο το σπίτι κάποτε.
Ο χαρακτήρας της όμως δεν πειραζόταν… Όταν οι νοσηλεύτριες απέφευγαν να μπουν στο δωμάτιο, η Βίκυ κρατούσε το χέρι του πατέρα της: — Μένω. — Κορίτσι μου, δεν χρειάζεται. — Πρέπει.
Οι νοσηλεύτριες αναστέναζαν με ανακούφιση. Η Βίκυ μάθαινε ακόμα κι έτσι: με το μάθημα της ζωής της. — Είσαι καταπληκτικό κορίτσι! — της έλεγε η προϊσταμένη του θαλάμου. — Κι αν δεν βρήκε η γιαγιά σου ποτέ ευτυχία, άστη και συγχώρεσέ την.
Όποιος έχει φτωχή καρδιά, δε γεύτηκε χαρά… Την τελευταία μέρα, η γιαγιά ήταν περίεργα ήσυχη.
Έβλεπε τον συννεφιασμένο ουρανό από το παράθυρο. Η Βίκυ τελείωσε μια εύχερη, μάζεψε το τετράδιο, σηκώθηκε να φύγει. — Περίμενε… — η φωνή ήρθε χαμηλή, σχεδόν ξεψυχισμένη. — Συγγνώμη, κορίτσι μου.
Για όλα… Πολύ ανόητη ζωή… Να προσέχεις τον πατέρα… Η Βίκυ έγνεψε, άνοιξε την πόρτα, πήγε πίσω, φίλησε στα γρήγορα το μάγουλο της γιαγιάς. — Ξεκουράσου.
Θα ξανάρθω το απόγευμα.
Την είδε να γυρίζει το κεφάλι κλαίγοντας, κι έφυγε.
Πήρε το λεωφορείο για το σχολείο — μία ώρα δρόμος.
Η γιαγιά πέθανε το ίδιο βράδυ. Η Βίκυ απλώς μάζεψε τα μικρά κι έκατσε μαζί τους στο δωμάτιο.
Για εκείνη ήταν βάρος, για τον πατέρα όμως — μάνα.
Ήξερε ότι θα καθόταν μόνος κουζίνα, μέχρι να τελειώσουν τα δάκρυα κι ύστερα να σηκωθεί να μαγειρέψει για την επομένη.
Η μετακόμιση ήταν ταλαιπωρία. Η Πόπη αρρώσταινε, ο Κώστας πείσμωνε.
Ο πατέρας πέρα δώθε, ανάμεσα σε δουλειά και σπίτι. Η Βίκυ τα μάζευε όλα, προσευχόμενη σε “ποιος ξέρει ποιον” ότι εδώ κάτι θα αλλάξει.
Και άλλαξε.
Όλοι ξαφνικά είχαν ένα δικό τους δωμάτιο, κι έκαναν περιηγήσεις μοναχικοί, μέχρι που το κρεβατάκι της Πόπης μεταφέρθηκε δίπλα στη Βίκυ — δεν κοιμόταν μόνη εύκολα. Ο Κώστας μόνιμος θαμώνας στην κουζίνα όπου η Βίκυ διάβαζε.
Μαζί μελετούσαν, μαζί μαγείρευαν. — Ρίξε αλάτι στις πατάτες! — φώναζε η Βίκυ πάνω από τη φυσική. — Έβρασε η σούπα, τι να κάνω μετά; — Περίμενε, έρχομαι! — Εμένα τα νούμερα δεν βγαίνουν! Βίβυ, βοήθα… Κι η Πόπη να ζωγραφίζει, μπας και γίνει κι αυτή “μεγάλη”. Στην αρχή όλα ζόρικα.
Ο πατέρας στη δουλειά, η Βίκυ με τα μικρά. Ο Κώστας τουλάχιστον “συζητούσε”, η Πόπη δυσκολότατη.
Ο παιδικός σταθμός βοηθούσε, αλλά όλο αρρώσταινε και έμενε σπίτι — κι η Βίκυ έχανε σχολείο.
Μέχρι που μπήκε στη ζωή τους η Σοφία. Η Βίκυ γνώρισε τη Σοφία τυχαία.
Πρώτη εβδομάδα με την Πόπη στην παιδική χαρά και ξαφνικά να οι ματιές, οι ψίθυροι, τα “τι δουλειά έχει του λόγου της μαμά τόσο μικρή;”. Η Πόπη να φωνάζει «μαμά», τα βλέμματα να καρφώνουν.
Σε λίγο ξεκίνησε το κλασικό ελληνικό πανηγύρι. — Τι γίνεται εδώ; — Η Βίκυ πάγωσε· η φωνή τόσο αυστηρή σαν… “γιαγιά”, να σου και τέλειωσε το κουτσομπολιό. — Σοφία, καλημέρα! — μια δίπλα σηκώθηκε. Η Σοφία δυναμική, στιλάτη, μάζεψε το δικό της μικρό και σήκωσε το βλέμμα προς τις άλλες. — Τι συμβαίνει εδώ; — Ρώτησε αυστηρά σε όλες. — Κοίτα, η Βίκυ, γεννάει παιδιά στην εφηβεία! Δικηγόρε, πες μας, τι λέει ο νόμος! Να τα δώσει στο ίδρυμα εμείς λέμε! — Τι μας λες… — Η Σοφία σήκωσε φρύδι. — Κορίτσι, ποια σου ’ναι αυτή η μικρή; — Αδερφή μου. — Ερωτήσεις έχουμε; — Όλες τα μάζεψαν κι έφυγαν. — Πώς σε λένε; — Βίκυ. Αυτή Πόπη. — Το δικό μου το ξέρεις.
Μη με πεις “θεία”… θα πέσω απ’ το παράθυρο! — Οκ, Σοφία! Η Σοφία πολύ γρήγορα έγινε φίλη της.
Ποιος να το ’λεγε, ε; Έφηβη και τριαντάρα κολλητές! Κάτι ξέρει όμως η μοίρα. Η Σοφία ήξερε να κρατά μυστικά, δικηγόρος γαρ με όλη τη γειτονιά να την “τρέμει”. Μία μέρα βοηθούσε τη Βίκυ στις κουρτίνες. — Καταλαβαίνεις, πόσα ξέρω για όλους εδώ; Όλοι κάτι θέλουν … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους