«Να βιαστείς, Μαρίνα! Όλα πρέπει να είναι έτοιμα όταν φτάσει ο κόσμος!» Η φωνή της μητέρας μου αντήχησε σα βούκινο στο χωλ του σπιτιού μας στην Αγία Παρασκευή. Τα χέρια της τινάχτηκαν νευρικά, γεμάτα...
«Να βιαστείς, Μαρίνα! Όλα πρέπει να είναι έτοιμα όταν φτάσει ο κόσμος!» Η φωνή της μητέρας μου αντήχησε σα βούκινο στο χωλ του σπιτιού μας στην Αγία Παρασκευή.
Τα χέρια της τινάχτηκαν νευρικά, γεμάτα άγχος, ενώ εγώ πάλευα να βγάλω το λεκέ του καφέ από το άσπρο τραπεζομάντιλο. «Γιατί πάντα σε σένα πρέπει να φωνάζουμε για τα πάντα; Να δεις η Βάσω, στο γάμο της Μαριέττας πέρυσι, όλα τα είχε τέλεια», συνέχισε, κοιτώντας με μια ματιά που έσπειρε ψύχος μέχρι στα κόκαλά μου.
Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα.
Ήξερα πως σήμερα θα ήταν η μέρα που θα ξεπερνούσα τα όρια μου, αλλά κανείς δεν ήξερε το πώς.
Ο αδελφός μου ο Νίκος και η μέλλουσα γυναίκα του, η Στέλλα, περνάνε στον διάδρομο με το χαμόγελο του νέου ζευγαριού, ενώ εγώ παλεύω να χώσω τα μαλλιά μου σε έναν πρόχειρο κότσο πίσω από το αυτί – να μη δείξω πως είμαι η γαμήλια... σερβιτόρα.
Η φούστα μου κολλημένη, το πουκάμισο στενό, κι εγώ η μοναδική που εξακολουθούσα να δουλεύω πρωί ως βράδυ στη βίλα για το τραπέζι.
Κάποτε ήμουν και εγώ παιδί σε αυτή την οικογένεια, μα σήμερα ήμουν το αναγκαίο κακό - αυτή που δε βλέπει κανείς. «Μαμά, γιατί δεν βοηθάει κανείς άλλος;» τόλμησα να ψιθυρίσω, αλλά αμέσως με καρφώνει η θεία Σαββίνα από απέναντι: «Γιατί, Μαρίνα μου, κάποιος πρέπει να σώσει την τιμή του σπιτιού σήμερα! Μην ξεχνάς ποια είσαι.» Α, ναι. Η Μαρίνα, η κατώτερη.
Η ελεύθερη, η λίγο "διαφορετική" για όλους.
Αυτή που δεν τελείωσε πανεπιστήμιο, που σπουδάζει ακόμα τουριστικά, που μένει με το αγόρι της χωρίς γάμο.
Εκείνη τη στιγμή άρχισαν να φτάνουν οι πρώτοι καλεσμένοι.
Η σαλαμανδρίτσα της θειάς Κλειούς που γκρίνιαζε για τα ορεκτικά, ο επιβλητικός πατέρας που έδινε παραγγελίες με ύφος στρατηγού.
Μέσα στο χαμό ξεχνάω τον εαυτό μου – γίνομαι χέρια, πόδια, χαμόγελο υποχρεωτικό.
Μόνο ο Αντρέας λείπει, ο δικός μου.
Ύστερα, η φωνή της γιαγιάς με τραβάει στην πραγματικότητα: «Εσύ δεν θα γελάσεις ποτέ σήμερα;» Δεν είχα προλάβει να απαντήσω όταν τον είδα: Ο Αντρέας, με το μαύρο σακάκι και το νευρικό χαμόγελο, να στέκεται στο κατώφλι.
Τα βλέμματα όλων καρφώνονται πάνω του.
Μάνα, πατέρας, αδερφός, θείες.
Οι γυναίκες ψιθυρίζουν.
Πώς τολμά να έρθει εδώ ο σύντροφός της χωρίς να τους έχουμε πει τίποτα; Ποιος νομίζει ότι είναι; Ο πατέρας πλησιάζει. «Καλημέρα, νεαρέ.
Από πού μας ήρθες;» Ο Αντρέας διστάζει. «Από τα Ιωάννινα είμαι, κύριε.
Ήρθα για τη Μαρίνα.» Η αδερφή μου, η Έλενα, γελάει ειρωνικά. «Εδώ είναι γάμος, όχι κουμπαριά.» Ο Αντρέας κοκκινίζει αλλά στέκεται όρθιος.
Νιώθω το αίμα μου να βράζει.
Τόσα χρόνια στη σκιά, τόσα λόγια που δεν είπα ποτέ.
Το στόμα μου ανοίγει από μόνο του: «Αντρέα, έλα μέσα.
Σε παρακαλώ.
Όλοι σήμερα είμαι σίγουρη θα θέλουν να σε γνωρίσουν σωστά – κι όχι μόνο μέσα από ψίθυρους και κουτσομπολιά!» Όλοι γυρίζουν προς εμένα.
Η μητέρα μου ανάβει ακόμη περισσότερο. "Τι ασεβεια! Είμαστε στο γάμο του Νίκου, όχι στο δικό σου!" Χτυπάει το χέρι της στο τραπέζι δυνατά και τα ποτήρια χορεύουν.
Ποτέ δεν την είχα δει έτσι. Ο Νίκος σηκώνει το φρύδι ειρωνικά. «Ρε, Μαρίνα, τι πας να κάνεις; Να καταστρέψεις το γάμο μου; Μη γίνεσαι γελοία.» Ένιωσα οργή.
Χρόνια ολόκληρα ζούσα με το βάρος της οικογενειακής ντροπής να με βαραίνει – επειδή δεν ήμουν η τέλεια κόρη, επειδή ήμουν ερωτευμένη με κάποιον ‘παρείσακτο’, επειδή δεν συμμορφώθηκα με όσα ήθελαν. Η φωνή μου ακούστηκε ξαφνικά δυνατή:
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους