[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Δεν με λένε ναυτικό. Με λένε «ο απών». Ήρθε με email. Στείλτε τα χαρτιά σας, μπαρκάρετε 18/05, λιμάνι Fujairah. Ούτε «καλημέρα». Ούτε «λυπάμαι». Σαν να παραγγέλνεις ανταλλακτικό. Την κόρη μου την...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Δεν με λένε ναυτικό. Με λένε «ο απών». Ήρθε με email.

Στείλτε τα χαρτιά σας, μπαρκάρετε 18/05, λιμάνι Fujairah.

Ούτε «καλημέρα». Ούτε «λυπάμαι». Σαν να παραγγέλνεις ανταλλακτικό.

Την κόρη μου την είδα να περπατάει σε βίντεο. 9 μηνών.

Στάθηκε, έκανε δύο βήματα, έπεσε, γέλασε.

Πάτησα replay 43 φορές.

Στο 44 σταμάτησα.

Γιατί το 45ο θα με σκότωνε.

Στο αεροδρόμιο δεν ήρθε κανείς.

Τους το ζήτησα. «Μην έρθετε», είπα.

Η μάνα μου δεν άντεχε άλλο.

Η γυναίκα μου δεν άντεχε άλλο.

Εγώ δεν άντεχα να τους βλέπω να μην αντέχουν.

Καλύτερα μόνος.

Καλύτερα να φταίω εγώ που έφυγα, παρά να τους βλέπω να φταίνε που έκλαψαν.

Το βαπόρι λέγεται Mnemosyne. Ειρωνεία. Μνημοσύνη.

Η θεά της μνήμης.

Εδώ μέσα ξεχνάς.

Ξεχνάς πώς είναι να σε αγγίζουν χωρίς γάντια.

Ξεχνάς πώς μυρίζει μαλακτικό.

Ξεχνάς τη φωνή σου όταν δεν δίνεις διαταγές.

Η μέρα 1 είναι αισιοδοξία. «Θα περάσει». Η μέρα 30 είναι ρουτίνα.

Καφές, σκουριά, ύπνος.

Η μέρα 90 είναι τρέλα.

Μιλάς στη φωτογραφία.

Της λες «πώς πήγε η μέρα σου;». Δεν απαντάει.

Απαντάς εσύ για αυτήν.

Η μέρα 140 είναι σιωπή.

Δεν μιλάς πια.

Γιατί κατάλαβες πως η φωνή σου ακούγεται ξένη ακόμα και στα δικά σου αυτιά.

Έμαθα τον θάνατο του πατέρα μου από τον τρίτο.

Μου το είπε στις 14:20, ώρα γεφύρας. «Πέθανε ο γέρος σου. Συλλυπητήρια». Έγνεψα.

Συνέχισα τη βάρδια.

Γιατί τι να κάνεις; Να βουτήξεις; Να κλάψεις; Τα δάκρυα στο βαπόρι πέφτουν στη λαμαρίνα.

Κάνουν θόρυβο.

Οι άλλοι ακούνε.

Και αύριο πρέπει να σε εμπιστευτούν να κρατήσεις πορεία.

Τον έκλαψα τρεις μέρες μετά, στην τουαλέτα, 03:17. Με το ντους ανοιχτό για να μην ακούγομαι.

Αυτό είναι το πένθος του ναυτικού.

Με χρονοδιάγραμμα.

Με ντροπή.

Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Δεν είναι που λείπεις.

Είναι που γυρνάς.

Ξεμπαρκάρω μετά από 7 μήνες.

Η κόρη μου είναι 16 μηνών.

Με κοιτάει.

Κρύβεται πίσω απ’ τα πόδια της μάνας της. «Ποιος είναι ο κύριος, αγάπη μου;» λέει η γυναίκα μου και γελάει, να σπάσει τον πάγο.

Είμαι ο κύριος.

Ο ξένος.

Αυτός που στέλνει λεφτά.

Αυτός που υπάρχει στις φωτογραφίες του σαλονιού.

Αυτός που το παιδί του δεν τον γνωρίζει.

Θέλω να την αρπάξω, να τη σφίξω, να της πω «είμαι ο μπαμπάς σου, ρε γαμώτο». Αλλά φοβάμαι.

Αν κλάψει; Αν τρομάξει; Αν καταλάβει πως 7 μήνες πλήρωνα το νοίκι της με την απουσία μου; Κάνω δύο μέρες να με πει «μπαμπά». Δύο μέρες που είναι αιώνας.

Όταν το λέει, κλαίω σαν παιδί.

Κι εκείνη γελάει.

Δεν ξέρει γιατί κλαίω.

Δεν θα μάθει ποτέ.

Και μετά, 20 μέρες μετά, χτυπάει το τηλέφωνο. «Μάστορα, μπαρκάρεις. Δευτέρα.» Η γυναίκα μου χαμηλώνει το βλέμμα.

Η κόρη μου παίζει.

Δεν ξέρει τι σημαίνει Δευτέρα.

Εγώ ξέρω.

Δευτέρα σημαίνει πως σε 5 μέρες θα είμαι πάλι ο κύριος στη φωτογραφία.

Κι όμως, λέω ναι. Γιατί; Γιατί το σπίτι θέλει δόση.

Γιατί το φροντιστήριο θέλει λεφτά.

Γιατί η ζωή στη στεριά κοστίζει.

Κι εγώ ξέρω μόνο έναν τρόπο να πληρώνω: με χρόνο.

Με απουσία.

Με το να μην είμαι εκεί.

Μην μας λέτε «σιγά τη δουλειά». Πες μου εσύ πόσο κάνει ένα «μπαμπά» από το στόμα του παιδιού σου μετά από 7 μήνες.

Πες μου πόσο κάνει η αγκαλιά της μάνας σου που δεν θα την ξαναδείς.

Πες μου πόσο κάνει να πεθαίνεις λίγο κάθε φορά που το αεροπλάνο απογειώνεται.

Δεν έχει τιμή.

Γι’ αυτό πληρωνόμαστε.

Όχι για τη δουλειά.

Για τη ζημιά.

Να μας αγαπάτε.

Αλλά να μας φοβάστε κιόλας.

Γιατί κουβαλάμε μέσα μας όλους τους αποχαιρετισμούς του κόσμου κι όταν σπάσουμε, δεν κάνουμε θόρυβο. Βουλιάζουμε αθόρυβα. Σαν βαπόρι τη νύχτα και κανείς δεν μαθαίνει ποτέ πού. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences