Τα παιδιά είναι περιττά Προχθές οι Financial Times είχαν ένα ενδιαφέρον άρθρο για την κατάρρευση των γεννήσεων παγκοσμίως. Σε πάνω από τα δύο τρίτα των χωρών του κόσμου, οι γεννήσεις έχουν πέσει κάτω...
Τα παιδιά είναι περιττά Προχθές οι Financial Times είχαν ένα ενδιαφέρον άρθρο για την κατάρρευση των γεννήσεων παγκοσμίως.
Σε πάνω από τα δύο τρίτα των χωρών του κόσμου, οι γεννήσεις έχουν πέσει κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού.
Ακόμη και χώρες μεσαίου ή χαμηλότερου εισοδήματος γερνούν πριν προλάβουν να γίνουν πλούσιες και μάλιστα ταχύτερα, από τις δεύτερες.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό.
Η στέγη, η επισφάλεια, το αυξημένο κόστος ζωής και η καθυστέρηση οικονομικής ανεξαρτησίας παίζουν τεράστιο ρόλο, αλλά δεν εξηγούν πλήρως την απότομη και σχεδόν παγκόσμια επιτάχυνση της πτώσης.
Οι περισσότεροι νέοι εξακολουθούν να δηλώνουν ότι θέλουν παιδιά, αλλά υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε αυτό που επιθυμούν και σε αυτό που τελικά καταφέρνουν να ζήσουν.
Είναι το λεγόμενο κενό γονιμότητας – fertility gap.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι τα ζευγάρια κάνουν λιγότερα παιδιά αλλά ότι πλέον υπάρχουν όλο και λιγότερα ζευγάρια για να κάνουν παιδιά.
Με απλά λόγια – οι άνθρωποι παντρεύονται λιγότερο, ζευγαρώνουν λιγότερο, κάνουν σεξ λιγότερο.
Παράλληλα, η οικογένεια γίνεται όλο και πιο ταξική.
Η μείωση των σχέσεων και των γεννήσεων είναι εντονότερη στα χαμηλότερα εισοδήματα και στις ομάδες με τη μικρότερη εκπαίδευση.
Αντίθετα, στους πτυχιούχους και στα υψηλότερα εισοδήματα η δημιουργία σχέσεων και οικογένειας εμφανίζεται πιο σταθερή.
Την ίδια στιγμή, τα δύο φύλα απομακρύνονται διαρκώς – οι νέες γυναίκες σπουδάζουν περισσότερο, βγάζουν περισσότερα χρήματα και έχουν μετακινηθεί πολύ αριστερά στις πολιτικές προτιμήσεις τους, σε σχέση με τους νέους άντρες.
Σε κάποιες χώρες αυτή η απομάκρυνση παίρνει τα χαρακτηριστικά ακήρυκτου πολέμου των φύλων. Στη Νότια Κορέα, για παράδειγμα, το κίνημα 4Β στις νέες γυναίκες κηρύττει: όχι σεξ με άντρες, όχι παιδιά, όχι ραντεβού με άντρες, όχι γάμο με άντρες.
Ωστόσο, το βασικότερο που εντοπίζει το άρθρο είναι ότι η πραγματική βουτιά στις γεννήσεις συνδέεται με τη διάδοση του smartphone. Στις ΗΠΑ, τη Βρετανία και την Αυστραλία οι γεννήσεις ήταν σχετικά σταθερές μέχρι τις αρχές του 2000 αλλά πήραν την κάτω βόλτα μετά το 2007 – χρονιά εμφάνισης του έξυπνου τηλεφώνου.
Ακολούθησαν το Μεξικό και η Ινδονησία το 2012, το Ιράν, η Αίγυπτος και η Σενεγάλη το 2015 και γενικά, όπου μαζικοποιείται το smartphone οι γεννήσεις καταρρέουν.
Οι νέοι περνούν περισσότερο χρόνο μόνοι τους, σκρολάρωντας στο κινητό τους (doomscrolling), κοινωνικοποιούνται λιγότερο, φλερτάρουν λιγότερο.
Επιπλέον, τα social media έχουν αλλάξει ριζικά τα πρότυπα των σχέσεων και τα κριτήρια επιλογής συντρόφων.
Οι γυναίκες λαμβάνουν επιβεβαίωση από το Instagram και οι άνδρες (υποκατάστατο του) σεξ από το πορνό – το κίνητρο για πραγματικές σχέσεις έχει μειωθεί αρκετά.
Κυρίως, τα social media και τα dating apps δημιουργούν την ψευδαίσθηση της επιλογής - οι χρήστες βλέπουν ή επικοινωνούν με χιλιάδες άλλους χρήστες πιστεύοντας έτσι ότι διευρύνεται αντίστοιχα και ο αριθμός των πιθανών συντρόφων.
Παράλληλα, αυξάνεται το κόστος ευκαιρίας – αν επιλέξουν να συσχετιστούν με κάποιον/α στην πραγματική ζωή, χάνουν, θεωρητικά, την ευκαιρία να σχετιστούν με εκατοντάδες άλλους ή κάποιον καλύτερο από αυτόν που επέλεξαν.
Τα smartphones και τα social media μας έχουν κάνει πιο ατομικιστές, πιο επιλεκτικούς και εν τέλει, πιο μοναχικούς.
Υπάρχει όμως και μια διάσταση που το άρθρο δεν εξετάζει.
Στις σύγχρονες κοινωνίες, τα παιδιά δεν είναι απαραίτητα.
Σίγουρα, όχι με τον άμεσο οικονομικό τρόπο που ήταν κάποτε.
Στις παλιότερες κοινωνίες οι άνθρωποι έκαναν παιδιά γιατί χρειάζονταν εργατικά χέρια – στα χωράφια και τα εργαστήρια, στο πλαίσιο της αγροτικής οικονομίας που στηριζόταν στη διευρυμένη οικογένεια.
Επιπλέον, τα παιδιά ήταν η ασφάλισή τους στα γηρατειά καθώς δεν υπήρχε ασφαλιστικό σύστημα.
Τίποτα από αυτά δεν ισχύει σήμερα, σε μια οικονομία που η εργασία έχει εμπορευματοποιηθεί πλήρως, η οικογένεια ως παραγωγική μονάδα έχει εκλείψει προ πολλού, ενώ οι ηλικιωμένοι συντηρούνται μέσω της δημόσιας ασφάλισης.
Άρα, το να κάνεις παιδία σήμερα δεν είναι (υλική) ανάγκη, αλλά επιλογή.
Οπότε γιατί κάποιος/α να επωμιστεί το κόστος και τις θυσίες για να μεγαλώσει ένα, δύο ή και τρία παιδιά όταν δεν εξαρτάται άμεσα από αυτά, τώρα ή στο μέλλον.
Πόσο μάλλον όταν το κόστος ανατροφής των παιδιών αυξάνεται διαρκώς, ενώ το μέσο εισόδημα πιέζεται.
Και από τη στιγμή που τα παιδιά είναι πλέον επιλογή, όταν αλλάζουν οι αντιλήψεις και οι προσδοκίες, είναι λογικό να πέφτουν και οι γεννήσεις.
Αλλά αυτό που είναι ορθολογικό για τα μεμονωμένα άτομα, καταλήγει εξαιρετικά ανορθολογικό για την κοινωνία συνολικά, η οποία γερνάει, συρρικνώνεται, χάνει σε οικονομικό δυναμισμό, καινοτομία και πολιτισμό.
Οι νέες ιδέες θέλουν και νέους ανθρώπους - οι μεγαλύτεροι ρέπουν αναπόφευκτα προς τη συντήρηση.
Η οικονομική στασιμότητα της Ιαπωνίας τις τελευταίες τρεις δεκαετίες οφείλεται εν πολλοίς στη μείωση του εργατικού δυναμικού, λόγω της κατακόρυφης πτώσης των γεννήσεων.
Και όσο αυξάνονται οι συνταξιούχοι – και μαζί τους το κόστος για τη φροντίδα και τις συντάξεις τους, τόσο μειώνονται οι διαθέσιμοι πόροι για υποδομές.
Στις σύγχρονες κοινωνίες δεν γερνούν απλώς οι άνθρωποι, αλλά και τα κτήρια, οι δρόμοι, οι υποδομές.
Το αποτέλεσμα είναι μια γενική αίσθηση παρακμής και πεσιμισμού, με τους νέους - που όλο και λιγοστεύουν - να εμφανίζουν σημάδια απόσυρσης και παραίτησης από τη ζωή. Στην Κίνα μάλιστα παίρνει χαρακτηριστικά κινήματος με το tang ping (ξάπλα) και το ακόμα πιο ακραίο – bailan (άστο να σαπίσει), με τα οποία οι νέοι αντιδρούν στην εξαντλητική εργασιακή κουλτούρα του 9-9-6 – δουλειά από τις 9 το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ, έξι μέρες την εβδομάδα - και στο πολύ ανταγωνιστικό σύστημα εξετάσεων.
Αντί να δουλεύουν νυχθημερόν, σε μια οικονομία που δίνει όλο και λιγότερες ευκαιρίες, προτιμούν να σαπίζουν όλη μέρα στο κρεβάτι τους.
Υπάρχει και μια τρίτη τάση, αυτή του «παιδιού πλήρους απασχόλησης», όπου οι νέοι, αντί να ψάχνουν για δουλειά, μένουν στο σπίτι των γονιών ή των παππούδων τους φροντίζοντας για τις ανάγκες τους – καθαριότητα, ψώνια, να τους πάνε στο γιατρό - με αντάλλαγμα έναν μηνιαίο μισθό/ χαρτζιλίκι.
Κάπως έτσι, οι κοινωνίες μας εξελίσσονται σε γεροντοκρατίες – οι τελευταίοι δύο πρόεδροι στις ΗΠΑ είναι 80χρονοι με άνοια, ο Ξι στην Κίνα είναι 73, ο Πούτιν 72 και πρόσφατα συζητούσαν μεταξύ τους για το πώς θα ζήσουν μέχρι τα 150.
Κοινωνίες που πασχίζουν να δείχνουν νεότερες με μπότοξ και πλαστικές, ενώ έχουν εναποθέσει όλες τις ελπίδες τους στην Τεχνητή Νοημοσύνη.
Δεν θα χρειαζόμαστε νέους εργάτες να δουλεύουν – θα δουλεύουν οι μηχανές αυτόματα, δεν θα χρειαζόμαστε συντρόφους – σύντροφοι θα είναι τα AI chatbots και τα ανθρωποειδή ρομπότ. Ένας θαυμαστός καινούριος κόσμος… Πίνακας: Γκουστάβ Κλιμτ, Θάνατος Και Ζωή, 1908
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους