[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η Αρχιτεκτονική της Ελληνικής Αγοράς Ενέργειας: Από τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες στις Εγχώριες Στρεβλώσεις Η λειτουργία της εγχώριας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ο μηχανισμός καθορισμού των τιμών...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η Αρχιτεκτονική της Ελληνικής Αγοράς Ενέργειας: Από τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες στις Εγχώριες Στρεβλώσεις Η λειτουργία της εγχώριας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ο μηχανισμός καθορισμού των τιμών βρίσκονται σταθερά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, αναδεικνύοντας ένα σύνθετο πλέγμα ευρωπαϊκών δεσμεύσεων, ενεργειακών επιλογών και εγχώριων πολιτικών χειρισμών.

Η περίπτωση της νέας λιγνιτικής μονάδας «Πτολεμαΐδα V» αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης: μια επένδυση ύψους 1,5 δισεκατομμυρίου ευρώ οδηγήθηκε σε πρόωρη απαξίωση και λειτούργησε για λιγότερο από τρία χρόνια, καθώς το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών (EU ETS) κατέστησε τη χρήση του εγχώριου λιγνίτη οικονομικά ασύμφορη, επιβάλλοντας κόστος ρύπων που προσεγγίζει τα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα (80°C/MWh). Η εξέλιξη αυτή επισφραγίζεται με τη δρομολογημένη μετατροπή του εργοστασίου σε μονάδα φυσικού αερίου, μια διαδικασία που συνεπάγεται επιπλέον κατασκευαστικό κόστος της τάξης των 400 εκατομμυρίων ευρώ.

Στο σύγχρονο ενεργειακό μείγμα της Ελλάδας, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (αιολικά και φωτοβολταϊκά) καλύπτουν πλέον το 47% της παραγωγής, ενώ το 41% προέρχεται από φυσικό αέριο, το οποίο είναι εξολοκλήρου εισαγόμενο.

Παρά τη σημαντική διείσδυση των φθηνών ΑΠΕ, οι τιμές για τον τελικό καταναλωτή παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα λόγω του μοντέλου της «Οριακής Τιμολόγησης» (Marginal Pricing) που διέπει το Χρηματιστήριο Ενέργειας.

Βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, οι παραγωγοί υποβάλλουν προσφορές ανά τέταρτο της ώρας.

Η αγορά απορροφά κατά προτεραιότητα τη φθηνότερη ενέργεια μέχρι να καλυφθεί η ζήτηση, ωστόσο η τιμή της τελευταίας και ακριβότερης μονάδας που επιστρατεύεται —συνήθως του φυσικού αερίου— «κλειδώνει» την τιμή αποζημίωσης για το σύνολο των παραγωγών.

Όταν, για παράδειγμα, τα 90 MW μιας ζήτησης καλύπτονται από φωτοβολταϊκά με μηδενικό κόστος και τα υπόλοιπα 10 MW από μια μονάδα αερίου με κόστος 200 ευρώ, ολόκληρη η αγορά τιμολογείται στα 200 ευρώ.

Αυτό επιτρέπει στους παραγωγούς χαμηλού κόστους να εισπράττουν υπερκέρδη (windfall profits), το βάρος των οποίων επωμίζονται οι καταναλωτές.

Η εισαγωγή αυτού του μοντέλου, γνωστού και ως Target Model, δεν αποτέλεσε αυτόνομη ελληνική πρωτοβουλία αλλά αυστηρή ευρωπαϊκή υποχρέωση εναρμόνισης για όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, με στόχο τη δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας.

Η θεσμοθέτηση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας πραγματοποιήθηκε με τον Νόμο 4512/2018 επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αποτελώντας άμεση ανταπόκριση στην υποχρεωτική ευρωπαϊκή Οδηγία και προαπαιτούμενο των τότε αξιολογήσεων.

Εντούτοις, ενώ οι ευρωπαϊκές Οδηγίες θέτουν το γενικό θεσμικό πλαίσιο, η διαμόρφωση των επιμέρους κανόνων λειτουργίας και η λήψη δικλείδων ασφαλείας εμπίπτουν αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια των εθνικών κυβερνήσεων μέσω των εφαρμοστικών νόμων.

Στο πλαίσιο αυτό, κομβικό σημείο διαφοροποίησης αποτελεί η δυνατότητα κάθε χώρας να διαπραγματεύεται και να ορίζει το ποσοστό της παραγόμενης ενέργειας που υποχρεούται να περνά μέσα από τη χρηματιστηριακή αγορά, επιτρέποντας τη σύναψη διμερών σταθερών συμβολαίων (PPAs) εκτός χρηματιστηρίου για την προστασία των καταναλωτών. Το Χρηματιστήριο Ενέργειας ξεκίνησε την πραγματική του λειτουργία τον Νοέμβριο του 2020 επί διακυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας.

Το τελικό εφαρμοστικό πλαίσιο, το οποίο έφερε την υπογραφή του τότε Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κωστή Χατζηδάκη, δέχεται έκτοτε σφοδρή κριτική για τις επιλογές του.

Αντίθετα με άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ που διατήρησαν σημαντικά ποσοστά ενέργειας εκτός χρηματιστηριακής διαπραγμάτευσης, η κυβέρνηση της ΝΔ επέλεξε να εισάγει σκανδαλωδώς το 100% της εγχώριας παραγωγής στο Χρηματιστήριο Ενέργειας.

Οι επικριτές του εφαρμοστικού νόμου επισημαίνουν ότι η απόφαση αυτή, σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικών ρυθμιστικών φίλτρων και ελεγκτικών μηχανισμών, διευκόλυνε την πλήρη καρτελοποίηση της αγοράς.

Η συγκέντρωση ισχύος σε ελάχιστους καθετοποιημένους ομίλους, οι οποίοι λειτουργούν ταυτόχρονα ως παραγωγοί και προμηθευτές, επέτρεψε τη χειραγώγηση των τιμών μέσω του χρηματιστηριακού μηχανισμού.

Με τον τρόπο αυτό, η δομική αστάθεια των διεθνών τιμών του φυσικού αερίου μετατράπηκε σε εγχώριο ολιγοπωλιακό πλεονέκτημα, εγκλωβίζοντας την ελληνική κοινωνία σε ένα καθεστώς τεχνητά διογκωμένου ενεργειακού κόστους.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences