[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

27: Κόκκινη Πρωτομαγιά στο Σκοπευτήριο Το πρωινό εκείνο δεν ξημέρωσε από ανατολή. Η αυγή ξέσπασε από τις κάννες των πολυβόλων και έβαψε τον ουρανό με το χρώμα του αίματος πριν ακόμη λαλήσει το πρώτο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

27: Κόκκινη Πρωτομαγιά στο Σκοπευτήριο Το πρωινό εκείνο δεν ξημέρωσε από ανατολή.

Η αυγή ξέσπασε από τις κάννες των πολυβόλων και έβαψε τον ουρανό με το χρώμα του αίματος πριν ακόμη λαλήσει το πρώτο πουλί. Η Αθήνα κοιμόταν ακόμη.

Μα στην Καισαριανή, η Ιστορία είχε ήδη γονατίσει μπροστά στους μελλοθάνατους.

Διακόσιες ανάσες.

Μία ψυχή.

Διακόσια κορμιά στοιβαγμένα στα καμιόνια, με τη μυρωδιά της υγρασίας, του ιδρώτα και του καπνού κολλημένη πάνω στα ρούχα τους σαν τελευταία πατρίδα.

Τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα.

Το σκοινί να κόβει τις σάρκες.

Μα κανείς δεν ζητούσε έλεος.

Μονάχα μάτια.

Μάτια που είχαν ήδη κοιτάξει τον θάνατο κατάματα και του είχαν αρνηθεί τη νίκη.

Τα καμιόνια τραντάζονταν πάνω στον δρόμο.

Οι ρόδες μάτωναν τη λάσπη.

Κι εκείνοι, μέσα στο κρύο της χαραυγής, κουβαλούσαν ακόμη πάνω τους τη μυρωδιά του κελιού, το σίδερο της φυλακής, το ξερό ψωμί της πείνας, τη νύχτα του αποχωρισμού.

Κάποιος είχε ακόμη στην τσέπη του ένα κουμπί από το φόρεμα της γυναίκας του.

Κάποιος άλλος ένα παιδικό σκίτσο διπλωμένο στα τέσσερα.

Ένας σταυρός από ξύλο.

Ένα τσιγάρο μισό.

Μια φωτογραφία ξεθωριασμένη από τα δάχτυλα και τα δάκρυα.

Μικρά πράγματα.

Τα τελευταία σύνορα ανάμεσα στον άνθρωπο και την άβυσσο.

Και όμως, κανείς δεν λύγισε.

Άκουγες μόνο τις ανάσες. Βαριές. Αργές.

Σαν να ανέβαινε ολόκληρος λαός έναν ανήφορο κουβαλώντας στις πλάτες του όλη την πείνα, όλη την ταπείνωση, όλη τη σκλαβιά της ανθρωπότητας. Το Σκοπευτήριο τους περίμενε.

Ο τοίχος υγρός. Τραχύς.

Ποτισμένος από παλιότερους θανάτους.

Αν άγγιζες την πέτρα, θα ένιωθες ακόμη το κρύο της φρίκης να ανεβαίνει από μέσα της.

Και δίπλα, οι παπαρούνες. Κατακόκκινες.

Σαν να ήξεραν.

Ο αέρας μύριζε μπαρούτι, χώμα βρεγμένο και άνοιξη.

Αυτή η φοβερή μυρωδιά της άνοιξης που κάνει τον θάνατο ακόμη πιο αβάσταχτο.

Γιατί η φύση συνέχιζε να ανθίζει την ώρα που οι άνθρωποι ετοιμάζονταν να σβήσουν.

Ένας νεαρός αφήνει κρυφά ένα σημείωμα.

Τα δάχτυλά του τρέμουν για μια στιγμή — όχι από φόβο, αλλά από βιασύνη να προλάβει την αγάπη. «Μάνα, μην κλάψεις». «Να προσέχεις το μικρό». «Πεθαίνω όρθιος». Το χαρτί τσαλακώνεται από ιδρώτα και αίμα.

Η μελάνη ανοίγει πάνω του σαν μικρή μαύρη πληγή.

Κι ύστερα, μια σιωπή.

Τόσο βαθιά που ακούγεται το φύλλο ενός δέντρου να πέφτει.

Κάποιος σηκώνει το κεφάλι προς τον ουρανό.

Το φως γλιστρά πάνω στα μάγουλά του.

Είναι τόσο νέος.

Τόσο τρομακτικά νέος.

Σαν να μην πρόλαβε καν να ζήσει.

Κι όμως χαμογελά.

Γιατί υπάρχουν στιγμές που η ψυχή γίνεται πιο μεγάλη από το σώμα, πιο μεγάλη από τον φόβο, πιο μεγάλη κι από τον ίδιο τον θάνατο.

Κάποιος αρχίζει να τραγουδά.

Σιγά στην αρχή, με φωνή ραγισμένη από την πείνα και τα βασανιστήρια.

Κι ύστερα άλλος ένας.

Κι άλλος ένας.

Μέχρι που ο αέρας γεμίζει Ελλάδα. Έναν Εθνικό Ύμνο όχι φτιαγμένο από λέξεις, αλλά από αίμα, δάκρυ και αξιοπρέπεια. Οι Γερμανοί ουρλιάζοντας δίνουν διαταγές.

Οι κάννες σηκώνονται.

Μα τώρα είναι αργά. Οι Διακόσιοι έχουν ήδη νικήσει.

Γιατί όποιος πεθαίνει για να μη γονατίσει, δεν πεθαίνει ποτέ πραγματικά. «ΠΥΡ!» Και τότε ο κόσμος σκίζεται στα δύο.

Η ομοβροντία τινάζει τον αέρα.

Τα πουλιά πετάγονται πανικόβλητα από τα δέντρα.

Η μυρωδιά της πυρίτιδας καίει τα ρουθούνια.

Οι σφαίρες μπαίνουν στη σάρκα με εκείνον τον βουβό, φρικτό ήχο που δεν ξεχνά ποτέ η Ιστορία.

Κορμιά σωριάζονται.

Αίμα κυλά στις πέτρες.

Το χώμα το πίνει λαίμαργα, σαν γη που ξέρει ότι ποτίζεται με αθανασία.

Μα ακόμη κι εκεί, την ώρα που πέφτουν, κάποιοι προσπαθούν να μείνουν όρθιοι.

Από πείσμα.

Από περηφάνια.

Για να μη χαρίσουν ούτε το τελευταίο τους δευτερόλεπτο στον φόβο.

Και τότε συμβαίνει το αδιανόητο.

Η φρίκη μικραίνει μπροστά στο μεγαλείο αυτών των ανθρώπων.

Οι δήμιοι μοιάζουν ξαφνικά ασήμαντοι.

Σκιές χωρίς ψυχή.

Ενώ οι νεκροί γίνονται φως. Το Σκοπευτήριο δεν είναι πια τόπος εκτέλεσης. Είναι Βωμός.

Το χώμα της Καισαριανής μεθά από αίμα και γεννά τις πιο κόκκινες παπαρούνες του κόσμου.

Και από τότε, κάθε Πρωτομαγιά, ο άνεμος εκεί δεν μυρίζει μόνο άνοιξη.

Μυρίζει μπαρούτι. Δάκρυ. Γιασεμί.

Καμένο χαρτί.

Ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μυρίζει Ελλάδα.

Διακόσιοι όρθιοι.

Διακόσιοι που δεν πρόδωσαν, δεν παρακάλεσαν, δεν γονάτισαν.

Διακόσιοι που έκαναν τον θάνατο να ντραπεί.

Και κάθε φορά που ένας άνθρωπος σηκώνεται απέναντι στην αδικία, κάθε φορά που ένα χέρι σφίγγεται σε γροθιά για ψωμί και λευτεριά, κάθε φορά που ένας φτωχός αρνείται να σκύψει το κεφάλι, οι Διακόσιοι ξαναπερπατούν τον δρόμο από το Χαϊδάρι.

Ακούγονται πάλι τα βήματά τους. Βαριά. Ρυθμικά. Αθάνατα.

Όχι για να πεθάνουν.

Αλλά για να θυμίζουν στους αιώνες των αιώνων πως υπάρχουν άνθρωποι που ούτε οι σφαίρες, ούτε οι αυτοκρατορίες, ούτε ο χρόνος ο ίδιος μπόρεσαν ποτέ να νικήσουν. ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences