«Πάνε και καρβέλια πριν τις λαγάνες»! Στα χρόνια που η πρώτη έγνοια του κόσμου ήταν να σπείρει, να θερίσει, να αλωνίσει, να αλέσει, και να ζυμώσει, οι φούρνοι στα σπίτια του χωριού καίγανε ασταμάτητα...
«Πάνε και καρβέλια πριν τις λαγάνες»! Στα χρόνια που η πρώτη έγνοια του κόσμου ήταν να σπείρει, να θερίσει, να αλωνίσει, να αλέσει, και να ζυμώσει, οι φούρνοι στα σπίτια του χωριού καίγανε ασταμάτητα! Αυτός ήταν ο κύκλος του ψωμιού, η αγωνία και ο αγώνας του κόσμου για το ψωμί, για το μαλακό και το ξερό ψωμί, για το γλυκό ψωμί, για το πικρό ψωμί της ξενιτειάς, για τον πεινασμένο που καρβέλια ονειρεύεται! Το ζύμωμα του ψωμιού ήταν η πιο βασική ασχολία της αγρότισσας νοικοκυράς, και κάθε φούρνος που κάπνιζε τάιζε και ανάσταινε και από μια φαμελιά αφού μόνο με το ψωμί χορταίνανε! Αποβραδίς ανάπιαναν το προζύμι, αχάραγο γινόταν το ζύμωμα στο σκαφίδι, μετά το πλάθανε σε μεγάλα καρβέλια όσα και οι θέσεις της πινακωτής που περίμενε στρωμένη με τις αλευρωμένες μπαμπακερές πετσέτες.
Με αυτές δίπλωναν τα ψωμιά και τα σκέπαζαν μετά με ολόμαλλα βελεντζόνια και πατανίες για να μην κρυώσει το ζυμάρι και να φουσκώσει γρήγορα, και τότε έσιαχναν και ευχαριστιόντουσαν το πρωινό περιποιημένο καφεδάκι λέγοντας και το φλιτζάνι.
Στην αυλή ήταν στοίβες τα δεμάτια με τα κλαδιά και τα ξύλα, και μέσα στο φούρνο έτοιμα τα προσανάμματα που περίμεναν μόνο ένα σπίρτο για να λαμπουδιάσουν! Ακολουθούσε το άναμμα του φούρνου, το φούρνισμα, και η τελευταία πινελιά σ αυτήν την πανδαισία των αισθήσεων ήταν το αεράκι που σκόρπαγε τριγύρω την μυρουδιά της αρμυρής λαγάνας και του φρέσκου ψωμιού, οδηγώντας έτσι γείτονες, περαστικούς, ακόμα και τους διακονιαραίους στην αυλή του φούρνου, όπως το άστρο των Χριστουγέννων! Όταν ασπρίζανε οι πέτρες στα «μάγουλα» της πόρτας του, ήταν δείγμα ότι είχε καεί καλά ο φούρνος, τότε τον καθάριζαν από τα κάρβουνα και τον πέρναγαν με την «πανιάρα», με ένα κομμάτι μάλλινο ύφασμα που το βρέχανε για να τον καθαρίσουν από τα κάρβουνα και τις στάχτες.
Τότε είχε έρθει η ώρα που όλοι περίμεναν με ανυπομονησία, μικροί μεγάλοι, η ώρα της αλμυρής λαγάνας! Δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα μεγάλο χαλκοματένιο ταψί με ζυμάρι που το πατίκωναν και το τρύπαγαν με ένα πιρούνι, που πάνω έβαζαν λάδι, χοντρό αλάτι, ή κομματάκια τυρί φέτα, ή και κοψίδια από γλίνα! Το έριχναν στον φούρνο πρώτο πρώτο πριν τα καρβέλια, ψηνόταν πολύ γρήγορα, ρόδιζε, μοσχοβόλαγε η γειτονιά, και όταν την βγάζανε γινόταν πανζουρλισμός, και ύστερα έριχναν τα καρβέλια και έκλειναν την πόρτα του φούρνου.
Αυτή ήταν η κανονική σειρά στο φούρνισμα, πρώτα έπεφτε η λαγάνα που ψηνόταν γρήγορα, και μετά με πιο σταθερή θερμοκρασία έπεφταν τα καρβέλια που ήθελαν την ώρα τους να ψηθούν.
Αυτό το ξέραμε απόξω και ανακατωτά, αλλά μια μέρα είδαμε έκπληκτοι τη μάνα να είναι αναστατωμένη με λυμένο το τσεμπέρι της να κουβεντιάζει κλαμένη με τις γειτόνισσες και να λέει «πάνε και καρβέλια πριν τις λαγάνες», ενώ εκείνη την ημέρα δεν φούρνιζε! Μέχρι τότε την ξέραμε χαρούμενη όταν ζύμωνε και φούρνιζε, και παρά την καθημερινή της κούραση πάντα μάς έκανε το χατίρι με την μοναδική της λαγάνα τις λαλαγγίδες στο τηγάνι, και το μοσκοβολιστό ψωμί! Όταν μάς πήρε χαμπάρι ότι την είδαμε και κατάλαβε ότι θα την ρωτούσαμε γιατί κλαίει, σκούπισε βιαστικά με το τσεμπέρι της ένα δάκρυ, πέταξε την μπροστοποδιά της, έκοψε με τα χέρια της λουλούδια από την αυλή μας και τα τύλιξε μπουκέτο με ένα κομμάτι λαδόκολλα, πήρε από το σπίτι και ένα πιτταράκι κερί που το είχαν όλοι για την ώρα του θανάτου τους, και ακολούθησε βιαστικά τις άλλες γυναίκες σε ένα γειτονικό σπίτι όπου ήδη ακούγονταν μοιρολόγια! Μια γριά έλεγε «ως εδώ είχε λαδάκι το καντηλάκι του», και μια άλλη συμπλήρωνε «ο Θεός, δόξα να χει, παίρνει κοντά του νέους και καλούς ανθρώπους»! Εκείνη την ώρα χτύπησε και η καμπάνα της κεντρικής εκκλησίας πένθιμα, και σαν αστραπή μαθεύτηκε στο χωριό το άξαφνο φευγιό για τον άλλο κόσμο ενός νέου ανθρώπου! Ένα αχώνευτο γεγονός που τίποτα δεν το προμήνυε, αφού μέχρι πριν λίγες ώρες δούλευε σαν να ήθελε να ταχτοποιήσει εκκρεμότητες, και μετά διασκέδαζε με φίλους σαν να ήθελε να τους αποχαιρετήσει! Έσβησε στα χέρια της γυναίκας του, και ο γιατρός που κάλεσαν δεν πρόλαβε να τον βοηθήσει! Βαρύς ο πόνος και διπλός ο καημός γι αυτούς που φεύγουν άξαφνα και στα καλά καθούμενα αφήνοντας πίσω τους γονείς, άλλος στον ύπνο του, άλλος στον ξύπνιο του πάνω στη δουλειά, στην καρέκλα, στο γλέντι, στο μεθύσι, πάνω στον έρωτα, ή ενώ εβάδιζε! Κάποια στιγμή όλοι εύχονται και παρακαλάνε να φύγουν στην ώρα τους ήσυχα σαν το πουλάκι, χωρίς να κουραστούν και να κουράσουν, γιατί το θεωρούν ήσυχο και «θάνατο ευτυχισμένο», αλλά δεν εισακούονται! Πολλά και τα αναπάντητα «γιατί», και όλα όσα βασανίζουν αυτούς που μένουν πίσω! Από κείνη την ημέρα κάθε φορά που μαθαίνεται το δυσάρεστο μαντάτο ότι έφυγε απρόσμενα από κοντά μας κάποιος νέος άνθρωπος παίρνοντας την σειρά άλλων πολύ γηραιών ανθρώπων, που ίσως και οι ίδιοι να παρακαλάνε να φύγουν όταν τυχαίνει να βασανίζονται και να λιώνουν στον απάνω κόσμο, ξανάρχεται στον νου εκείνη η σκηνή με τη θλιμμένη κουβέντα της κακομοίρας της μάνας μου που έλεγε«πάνε και καρβέλια πριν τις λαγάνες»! Γράφει ο Λούης Γ. Σερεμέτης. https://krokeai.gr/.../pane-kai-karvelia-prin-tis-laganes/
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους