[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Απόγευμα ήταν. Μια κραυγή μας ξέσκισε την ψυχή. Μια κραυγή και μια μάνα να τραβάει τα μαλλιά της, να τα βγάζει μαζί με το δέρμα του κεφαλιού. Αυτή η κραυγή σκόρπισε μια ανατριχίλα παντού, και μια...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Απόγευμα ήταν. Μια κραυγή μας ξέσκισε την ψυχή. Μια κραυγή και μια μάνα να τραβάει τα μαλλιά της, να τα βγάζει μαζί με το δέρμα του κεφαλιού.

Αυτή η κραυγή σκόρπισε μια ανατριχίλα παντού, και μια παγωμάρα.

Κανείς δεν μπορούσε να κουνηθεί από κει που ήταν, παρά μονάχα προσπαθούσε να καταλάβει από που έρχεται.

Από το σπίτι της χήρας είπε κάποιος κι όλοι τρέξαμε να πάμε να δούμε τι συμβαίνει.

Φεύγω μάνα της είχε πει.

Φεύγω μα θα έρχομαι συχνά να σας βλέπω.

Εκεί που θα πάω θα βγάλω καλά λεφτά.

Να μπορέσουμε να παντρέψουμε την μικρή μας.

Να πάρει την προίκα της.

Να μην λένε η ορφανή δεν έχει.

Να έχει μάνα, και θα έχει.

Μην πας παιδί μου.

Θα τα καταφέρουμε, κι είναι μικρή ακόμα.

Με τον αδερφό σου θα είμαι.

Θα έχει την έγνοια μου, να μην στεναχωριέσαι.

Με μεγάλη διαφορά τα είχε κάνει τα παιδιά της.

Ήταν δώδεκα χρόνια μεγαλύτερος ο γιος της.

Στα είκοσι πέντε ήταν.

Είναι μικρή παιδί μου, μην φεύγεις, θα τα καταφέρουμε κι εδώ.

Δεν την άκουσε.

Να μου τον προσέχεις είπε στον αδερφό της. Έφυγε.

Κοντεύουν πέντε χρόνια.

Ερχόταν συνέχεια.

Τις έβλεπε, τους έδινε τα χρήματα και ξανάφευγε.

Σ' ένα καΐκι με τον μπάρμπα του ήταν.

Βουτούσε κι έβγαζε σφουγγάρια από τον βυθό.

Ετούτη την φορά πήγε καλά ο βυθός, κι ήρθε με πολλούς παράδες.

Η μικρή μεγάλωσε.

Στα δέκα εφτά πια, και έκατσε λίγο παραπάνω να την αρραβωνιάσουν.

Γλέντι μεγάλο έγινε.

Χόρεψε κι η μάνα, που είχε να χορέψει από τον γάμο της.

Χήρεψε νωρίς.

Δεν είχε χρονιάσει η μικρή, όταν πέθανε ο άντρας της.

Δεν την είδε να περπατάει.

Από τότε που χήρεψε, έβαλε τα μαύρα και δεν τα ξανάβγαλε.

Μόνο στον αρραβώνα της κόρης της, το έκανε.

Κοιτάχτηκε με ενοχές στον καθρέφτη, κι είδε πόσο όμορφη ήταν ακόμα.

Πήρε τα μάτια της γρήγορα από κει.

Η κόρη της, της έμοιαζε.

Όμορφη πολύ ήταν.

Τον καλύτερο του νησιού έπαιρνε, κι ήταν η ομορφάδα της κι η καλοσύνη ξακουστή.

Στην εκκλησιά την είδε κι έστειλε τα προξενιά.

Μόνο με τα ρούχα που φοράει θα την πάρω τους είπε.

Θα πάρεις αυτά που πρέπει του είπανε.

Και να τώρα που όλο το νησί χαίρεται με την χαρά τους, κι η μάνα χορεύει με την κόρη της, κι η καρδιά της σφίγγεται.

Από την μια σφίγγεται που δεν την βλέπει ο άντρας της, να καμαρώσει την θυγατέρα του, κι από την άλλη της λέει, καμάρωσέ την εσύ και για τους δύο.

Κι αυτό κάνει σήμερα.

Καμαρώνει τα παιδιά της και γιομίζει το στήθος της περηφάνια.

Μέχρι το πρωί γλεντούσανε, και στα τσουγκρίσματα επάνω, έσπασε το ποτήρι του γιου της και κόπηκε.

Αίμα έτρεξε από το χέρι του και κάποιος είπε κακό σημάδι, κι έτρεξε να φέρει μια πετσέτα να το τυλίξουν να μην τρέχει το αίμα.

Δεν τα πιστεύω εγώ αυτά είπε κείνος, και για να μην χαλάσει το γλέντι, πήρε την μάνα του και την αδερφή του και χορέψανε, μέχρι που τα πόδια τους βγάλανε φούσκες.

Χορεύανε λες και δεν θα χορεύανε ποτέ ξανά.

Βγήκε κι ο ήλιος και τους βρήκε να γλεντάνε.

Σε δυο μέρες θα φύγω μάνα της είπε.

Θα είναι το τελευταίο ταξίδι μου αυτό.

Δεν θα βουτήξω ξανά αν όλα πάνε καλά.

Ετούτη την φορά θα πάω πιο βαθιά.

Έχει πολλά σφουγγάρια ο βυθός και θα τα βγάλουμε, και δε θα χρειαστεί να ξαναφύγω.

Θα κάνουμε και τον γάμο της μικρής μας, θα πάρω και 'γω αυτή που αγαπώ.

Η μάνα δεν ήξερε ποια αγαπούσε.

Κι όσες φορές τον ρώτησε ποια είναι, δεν της έλεγε.

Δεν ήθελε να εκθέσει την αγαπημένη του.

Όταν θα έρθει η ώρα θα το μάθεις μάνα της έλεγε και γελούσε.

Όχι του είπε ο μπάρμπας του.

Δεν θα πας τόσο βαθιά.

Θα πας στο βάθος που ξέρεις και που οι αντοχές σου είναι δοκιμασμένες. Ακούς; Δεν τα θέλουμε εκείνα τα σφουγγάρια.

Καλά είναι κι αυτά που βγάζουμε.

Δεν τον άκουσε.

Πήγε βαθιά κι έμεινε εκεί, μέσα στα σφουγγάρια.

Το λιμεναρχείο τον έβγαλε.

Απόγευμα ήταν και η κραυγή της μάνας μας ξέσκισε τις ψυχές.

Δεν μίλαγε.

Δεν του έλεγε κουβέντες.

Μόνο ούρλιαζε και τράβαγε τα μαλλιά της με δύναμη να τα ξεριζώσει.

Που την βρήκε τόση δύναμη να βγάλει μια τούφα με το δέρμα, μόνο ο πόνος της το ξέρει.

Κανείς δεν μπορούσε να την ξεκολλήσει από πάνω του.

Ο αδερφός της εκεί να πονάει μαζί της.

Δεν μ' ακουσε αδερφή.

Δεν μ' ακουσε και θρηνούσε και κείνος.

Όλο το νησί θρήνησε.

Λέξη δεν είπε.

Ούτε κι όταν τον σκέπασε το χώμα.

Ούτε κραυγή δεν έβγαζε πια, και τα μαλλιά της δεν τα τράβαγε.

Την έβλεπες και νόμιζες πως ήταν άδεια.

Χωρίς ψυχή.

Πως είχε φύγει με του γιου της.

Πάμε μάνα της είπε η κόρη. Πάμε.

Άφησέ τον να ησυχάσει.

Την κοίταξε και της έκανε νόημα να φύγει με τον αρραβωνιαστικό τους.

Οι τρεις τους είχαν απομείνει.

Φύγανε και στάθηκαν πέρα μακριά να την βλέπουν.

Δεν θα την άφηναν μόνη της στην κατάσταση που ήταν.

Απλά της έκαναν το χατίρι.

Ήθελε να μείνει μόνη της με το σπλάχνο της.

Έπεσε πάνω στο φρεσκοσκαμμένο χώμα.

Δεν μίλαγε, δεν έκλαιγε.

Μόνο τα νύχια της έχωνε στο χώμα, σαν να' θελε να ανοίξει λάκκο να μπει και κείνη μέσα. Ματώσανε.

Κακό σημάδι θυμήθηκε...Μα που είναι; Γιατί δεν πεθαίνει κι αυτή.

Ένα κορίτσι στάθηκε από πάνω της.

Σήκωσε τα μάτια της, την είδε, και ξανάπεσε στο χώμα του παιδιού της.

Εκείνη γονάτισε δίπλα της, της πήρε τα χέρια τα ματωμένα, τα έβαλε στην κοιλιά της, και με φωνή γεμάτη πόνο της είπε, θα τον αναστήσουμε.

Ήταν η κοπέλα που αγαπούσε ο γιος της.

Μείνανε βουβές κι οι δυο κοντά του για πολλές ώρες.

Η κάθε μια στις σκέψεις της και στον δικό της πόνο.

Μόνο σαν έβγαλε φωνή η μάνα σηκώθηκε να φύγει.

Σαν έβγαλε φωνή να του πει Παιδί μου, φως, βλαστάρι μου εκεί ψηλά που είσαι παρ' τα σφουγγάρια που 'βγαζες κι έλα τον πόνο σβήσε Παιδί μου, γιε μου. σπλάχνο μου σκοτείνιασε ο τόπος κοντά σου θέλω για να' ρθω και κρύφτηκε ο τρόπος Γιε μου, πες στον πατέρα σου ν' αλλάξει το στεφάνι η κοπελιά που αγαπάς γονιό θε να σε κάνει.

Σηκώθηκε, έσφιξε το μαυρομάντηλό της στο κεφάλι και μαζί με την αγαπημένη του παιδιού της φύγανε.

Μαζί σου θα έρθω της είπε.

Μαζί σου.

Μόλις με πάντρεψες με τον γιο σου.

Στο σπίτι ήταν και τις περίμενε.

Τις αγκάλιασε και τις δυο, λέγοντας της, μάνα, να μου την προσέχεις.

Αυτό της είπε κι έφυγε.

Έτρεξε κοντά του, να του πει ήθελε... Μα δεν τον είδε πουθενά.

Μου σάλεψε σκέφτηκε.

Γύρισε μέσα.

Πήγε στην κάμαρά του, πήρε την φωτογραφία του, την φίλησε. Θα τους προσέχω γιε μου. Θα τους προσέχω. Και τους δύο. Ελευθερία Λάππα

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences