[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο Παρατηρητής του Απείρου (Σπουδή στον Όμηρο) Έκλεισες τα βλέφαρα για να μη σε εμποδίζει το εφήμερο φως των ανθρώπων. Εκεί, στο απόλυτο σκοτάδι, εκεί όπου η ύλη γεννιέται από την κοσμική συνείδηση...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο Παρατηρητής του Απείρου (Σπουδή στον Όμηρο) Έκλεισες τα βλέφαρα για να μη σε εμποδίζει το εφήμερο φως των ανθρώπων.

Εκεί, στο απόλυτο σκοτάδι, εκεί όπου η ύλη γεννιέται από την κοσμική συνείδηση που μετατρέπεται σε ενέργεια, λυγίζει και γίνεται δόνηση, αντίκρισες τον αρχέγονο Ιστό της Ιστορίας.

Όχι εκείνον που υφαίνουν οι βασιλιάδες με αίμα, λάβαρα και κατακτήσεις, αλλά τον αόρατο ιστό που ενώνει τη μοίρα των ανθρώπων με την αναπνοή των άστρων.

Δεν τραγούδησες απλώς την οργή του Αχιλλέα, Όμηρε.

Μέτρησες τις συχνότητες του ανθρώπινου πόνου.

Άκουσες τη δόνηση της κραυγής την ώρα που εγκαταλείπει το σώμα του πολεμιστή.

Είδες τα σωματίδια του θανάτου να στροβιλίζονται στον Σκάμανδρο, το αίμα να γίνεται ενέργεια που επιστρέφει ξανά στο Σύμπαν, και τους Θεούς — μορφές της ίδιας της ανθρώπινης συνείδησης — να παίζουν στα ζάρια τ’ άστρα πάνω από τις φλεγόμενες πεδιάδες της Τροίας.

Γιατί εσύ γνώριζες ήδη εκείνο που ακόμη πασχίζουμε να θυμηθούμε: πως οι πόλεμοι των ανθρώπων είναι αντανακλάσεις εσωτερικών συγκρούσεων, και οι Θεοί που ανεβοκατεβαίνουν στον Όλυμπο ζουν ακόμη μέσα στο αίμα μας. Ο Απόλλων είναι το φως και η αρμονία που χάσαμε. Ο Άρης η δίψα της καταστροφής που δεν δαμάσαμε. Η Αθηνά η σοφία που μάχεται να επιβιώσει μέσα στον θόρυβο της βίας. Ο Ποσειδών η τρικυμία που αφρίζει ακόμη στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Ο Ζευς η ακατάλυτη δίψα του ανθρώπου να γίνει κύριος του πεπρωμένου του.

Κι η Τροία; Τι είναι ο Τρωικός Πόλεμος μπροστά στην αιωνιότητα; Ένας παλμός στον χωροχρόνο.

Μια στιγμιαία αναλαμπή ύλης μέσα στο άπειρο σκοτάδι του χρόνου.

Κι όμως — εσύ την κλείδωσες σε λέξεις-γρανίτη.

Έκανες τη φθορά αθανασία.

Έκανες τον θάνατο μνήμη.

Έκανες την ανθρώπινη κραυγή κοσμικό αντίλαλο.

Άκουσες τις ασπίδες να συγκρούονται σαν πλανήτες που συντρίβονται στο κενό.

Είδες τα δόρατα να σκίζουν τον αέρα σαν αστραπές θεϊκής οργής.

Κι ανάμεσα στους καπνούς, στις στάχτες και στα διαμελισμένα σώματα, διέκρινες εκείνο που κανείς άλλος δεν έβλεπε: τον άνθρωπο να παλεύει απελπισμένα να νικήσει τη θνητότητά του.

Μεταξύ των νεκρών της Τροίας δεν έβλεπες μόνο κορμιά.

Έβλεπες πολιτισμούς ολόκληρους να γεννιούνται και να καταρρέουν μέσα σε μια στιγμή αλαλαγμού.

Γιατί ο άνθρωπος αλλάζει όπλα, μα όχι τις πληγές του.

Και κάθε εποχή κουβαλά ακόμη μέσα της έναν Αχιλλέα που διψά για αθανασία, έναν Έκτορα που υπερασπίζεται ό,τι αγαπά, έναν Οδυσσέα που παλεύει να επιστρέψει στο χαμένο του κέντρο. Ο Αχιλλέας δεν πολεμούσε μόνο για δόξα.

Πολεμούσε ενάντια στον θάνατο. Ο Έκτωρ δεν υπερασπιζόταν μόνο την Τροία.

Υπερασπιζόταν την ίδια την αξιοπρέπεια του ανθρώπου μπροστά στο αναπόφευκτο τέλος.

Κι εσύ στεκόσουν πάνω απ’ όλους, όχι σαν ποιητής, αλλά σαν κοσμικός μάρτυρας της ανθρώπινης μοίρας.

Κι ύστερα, η Οδύσσεια.

Όχι ένα ταξίδι στο γαλάζιο του Αιγαίου.

Αλλά η μεγάλη επιστροφή του Πνεύματος στην πηγή του.

Η πάλη του Παρατηρητή με τα κύματα των ψευδαισθήσεων.

Το πέρασμα μέσα από τις Συμπληγάδες του νου.

Η αέναη μάχη του ανθρώπου να θυμηθεί ποιος πραγματικά είναι. Ο Οδυσσέας δεν ταξίδευε μόνο σε θάλασσες.

Ταξίδευε μέσα στα επίπεδα της συνείδησης. Οι Κύκλωπες ήταν η τύφλωση της αλαζονείας. Οι Σειρήνες η μέθη της επιθυμίας. Η Κίρκη η λήθη που μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε κτήνος. Η Καλυψώ ο πειρασμός της αιώνιας ακινησίας. Η Πηνελόπη η αιώνια μνήμη της ψυχής που περιμένει την επιστροφή στο Φως.

Και η Ιθάκη; Δεν ήταν νησί.

Ήταν η χαμένη ενότητα του ανθρώπου με τον εαυτό του.

Η επιστροφή στην πρώτη πηγή.

Στην εσωτερική πατρίδα της ψυχής.

Κι εσύ, τυφλός, είδες βαθύτερα απ’ όλους.

Γιατί τα μάτια των ανθρώπων συχνά στέκονται εμπόδιο μπροστά στην αλήθεια του Σύμπαντος.

Ενώ εσύ κοίταζες με το βλέμμα της εσωτερικής όρασης, εκεί όπου ο χρόνος καταρρέει και όλα ενώνονται σε μία κοσμική αναπνοή.

Κρατάς τη λύρα σου σαν κλειδί του Σύμπαντος.

Κάθε χορδή της και μία δόνηση ύπαρξης.

Κάθε συλλαβή σου και μία πύλη μνήμης.

Κι όταν απήγγελλες, δεν μιλούσε ένας άνθρωπος.

Μιλούσε ολόκληρη η μνήμη της ανθρωπότητας.

Οι νεκροί σηκώνονταν για λίγο από τα πεδία των μαχών.

Οι θάλασσες σταματούσαν ν’ αφρίζουν.

Και οι Θεοί έσκυβαν πάνω από τον Όλυμπο για ν’ ακούσουν πώς ένας θνητός κατόρθωσε να κάνει τον χρόνο αθάνατο.

Οι λέξεις σου δεν είναι λέξεις.

Είναι αρχέγονοι παλμοί.

Είναι πέτρες φωτός που ταξιδεύουν μέσα στους αιώνες.

Είναι σπόροι αθανασίας φυτεμένοι στη μνήμη της ανθρωπότητας.

Οι αιώνες περνούν.

Οι αυτοκρατορίες γίνονται σκόνη.

Τα αγκωνάρια των ναών θρύψαλα μέσα στην άμμο.

Άνθρωποι που νόμιζαν πως ήταν αθάνατοι χάθηκαν σαν στάχτη στον άνεμο.

Όμως ο δικός σου συριγμός, ο δικός σου αέναος λόγος, παραμένει ανέπαφος.

Μια κοσμική συμφωνία που αντηχεί στο κενό.

Πιο ψηλή από παλάτια.

Πιο δυνατή από στρατούς.

Πιο αθάνατη από βασιλιάδες.

Γιατί εσύ δεν έγραψες μόνο για Έλληνες.

Έγραψες για τον άνθρωπο.

Για τον φόβο του θανάτου.

Για τη δίψα της δόξας.

Για την αγωνία της επιστροφής.

Για τη μοναξιά της ύπαρξης.

Για την ανάγκη να αγαπηθεί, να θυμηθεί, να ξεπεράσει το σκοτάδι του.

Κι ίσως γι’ αυτό η φωνή σου επιβίωσε περισσότερο από θρόνους και αυτοκρατορίες.

Γιατί μίλησες για εκείνα που δεν πεθαίνουν ποτέ.

Ίσως γι’ αυτό οι λέξεις σου δεν διαβάζονται. Ακούγονται.

Σαν παλίρροια αιώνων.

Σαν άνεμος που περνά μέσα από τα ερείπια της ανθρωπότητας.

Σαν μυστική ανάμνηση που προϋπήρχε ακόμη και πριν γεννηθεί η πρώτη φωτιά.

Τυφλέ οδηγέ των βημάτων μας, θαμμένος ίσως στα βράχια της Ίου στην καρδιά του Αιγαίου εκπέμπεις φως.

Είμαστε όλοι παιδιά των δικών σου στίχων.

Κάθε ποίημα που γράφεται ακόμη, κάθε άνθρωπος που κοιτά τη θάλασσα και αναρωτιέται ποιος είναι, κάθε ψυχή που παλεύει να επιστρέψει σπίτι της, κουβαλά μέσα της λίγο από τη δική σου ανάσα.

Κι όταν το τελευταίο άστρο σβήσει μέσα στην παγωμένη σιωπή του χρόνου, όταν οι γαλαξίες διαλυθούν σαν στάχτη φωτός μέσα στο Άπειρο, όταν ακόμη και η μνήμη του ανθρώπου χαθεί από το πρόσωπο της Δημιουργίας, η δική σου φωνή, Όμηρε, θα συνεχίζει να πλέει πάνω από τα σκοτεινά νερά της αιωνιότητας.

Σαν την τελευταία φωτεινή συλλαβή που θα θυμάται ότι κάποτε ο άνθρωπος σήκωσε το βλέμμα του προς τα άστρα και θέλησε να γίνει αθάνατος σαν ένας αιώνιος ομηρικός παλμός που συνεχίζει ακόμη να χτυπά μέσα στην καρδιά του Σύμπαντος. ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences