19 Μαΐου. Και η Ελλάδα στέκεται πάλι απέναντι σε μια από εκείνες τις ημερομηνίες όπου η Ιστορία παύει να είναι αφήγηση και μετατρέπεται σε δοκιμασία συνείδησης. Κάποιες επέτειοι λειτουργούν απλώς ως...
19 Μαΐου. Και η Ελλάδα στέκεται πάλι απέναντι σε μια από εκείνες τις ημερομηνίες όπου η Ιστορία παύει να είναι αφήγηση και μετατρέπεται σε δοκιμασία συνείδησης.
Κάποιες επέτειοι λειτουργούν απλώς ως εθνικό τελετουργικό.
Υπάρχουν όμως κι άλλες, ελάχιστες, όπου ένας λαός καλείται να αναμετρηθεί με το ερώτημα αν εξακολουθεί να καταλαβαίνει το βάθος της ίδιας του της ύπαρξης μέσα στον χρόνο. Ο Πόντος ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Και το πρώτο λάθος να αρχίζει ήδη από τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε. «Προσφυγικός ελληνισμός». «Χαμένες πατρίδες». «Περιφερειακό ζήτημα της Ανατολής». Όχι. Ο Πόντος δεν υπήρξε ποτέ μια μακρινή ελληνική επαρχία.
Υπήρξε μία από τις αρχαιότερες μορφές της ελληνικής διάρκειας.
Ένα σώμα ιστορικό που επέζησε αυτοκρατοριών, μετακινήσεων πληθυσμών, θρησκευτικών συγκρούσεων και γεωπολιτικών μετασχηματισμών επί τρεις χιλιάδες χρόνια.
Από τις αποικίες των Μιλησίων έως την Τραπεζούντα των Κομνηνών, και από εκεί στις κοινότητες της Αμισού, της Κερασούντας και της Σινώπης, ο ελληνικός κόσμος στον Εύξεινο δεν κατοικούσε απλώς μια γεωγραφία.
Κατοικούσε έναν ιστορικό χρόνο.
Εκκλησίες μέσα στα βράχια. Σχολεία. Μοναστήρια.
Εμπορικά δίκτυα.
Λειτουργική γλώσσα.
Κοιμητήρια γεμάτα ελληνικά ονόματα.
Και άνθρωποι που κουβαλούσαν ακόμη μέσα στην καθημερινή τους ομιλία ίχνη γλωσσικών στρωμάτων αρχαιότερων από το ίδιο το νεοελληνικό κράτος.
Αυτό ακριβώς έπρεπε να εξαφανιστεί. Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου δεν υπήρξε στιγμιαία έκρηξη βαρβαρότητας.
Δεν ήταν «υπερβολές του πολέμου», όπως προσπάθησαν επί δεκαετίες να παρουσιάσουν οι διπλωματικές ισορροπίες της Δύσης.
Ήταν εφαρμογή κρατικής μεθόδου.
Ήταν η στιγμή όπου η εθνικιστική ιδεολογία συναντήθηκε με τη διοικητική οργάνωση του θανάτου.
Οι μεγάλοι αφανισμοί του εικοστού αιώνα δεν αρχίζουν όταν πέσει το πρώτο όπλο.
Αρχίζουν πολύ νωρίτερα, όταν αλλάξει η γλώσσα.
Όταν ο άνθρωπος πάψει να λέγεται άνθρωπος και μετατραπεί σε «στοιχείο». Όταν το χωριό πάψει να είναι τόπος ζωής και γίνει «πρόβλημα ασφαλείας». Όταν η εξόντωση μετονομαστεί σε «εκτόπιση». Τότε η πολιτική μετατρέπεται σε τεχνική διαχείρισης σωμάτων.
Και τότε αρχίζει η κόλαση.
Αμελέ ταμπουρού. Εξορίες.
Πορείες μέσα στο χιόνι. Πείνα. Τύφος.
Καραβάνια γυναικοπαίδων να χάνονται στην ενδοχώρα της Ανατολής.
Χωριά που καίγονταν μαζί με τις εκκλησίες τους.
Κορίτσια που έπεφταν στα ποτάμια για να αποφύγουν τον βιασμό.
Παιδιά που αποσπώνταν από τις οικογένειές τους και εξισλαμίζονταν συστηματικά.
Και δρόμοι όπου ο άνθρωπος δεν περπατούσε για να φτάσει κάπου, αλλά για να φθαρεί μέχρι θανάτου.
Η «λευκή σφαγή». Ίσως μία από τις πιο τρομακτικές επινοήσεις της νεωτερικής βαρβαρότητας.
Να πεθαίνει ο άλλος χωρίς ο δήμιος να φαίνεται πως τον αγγίζει.
Από πείνα.
Από δίψα.
Από εξάντληση.
Από αργή αποσύνθεση του σώματος και της ψυχής. Ο Ενεπεκίδης το περιέγραψε με μια φράση σχεδόν εφιαλτικά ακριβή: «Το ταξίδι προς τον θάνατο ήταν ο θάνατος.» Και μέσα σε όλα αυτά, το πιο σκοτεινό στοιχείο ίσως να μην είναι καν οι ίδιες οι σφαγές.
Οι άνθρωποι σφάζονται από την αρχή της ιστορίας.
Το αληθινά τρομακτικό είναι η απόπειρα διαγραφής της μνήμης.
Να πάψει η Ανατολή να θυμάται ότι υπήρξαν εκεί ελληνικές πόλεις, ελληνικές λειτουργίες, ελληνικά κοιμητήρια, ελληνικά βλέμματα στραμμένα προς τον Εύξεινο επί χιλιάδες χρόνια.
Οι γενοκτονίες δεν επιδιώκουν μόνο νεκρούς.
Επιδιώκουν λήθη.
Γι’ αυτό και η σύγχρονη Τουρκία εξακολουθεί να φοβάται τόσο πολύ τη λέξη «Γενοκτονία». Όχι μόνο για νομικούς ή διπλωματικούς λόγους.
Αλλά γιατί γνωρίζει ότι η αναγνώριση του εγκλήματος θα τινάξει στον αέρα ολόκληρο το ηθικό αφήγημα επάνω στο οποίο οικοδομήθηκε ο τουρκικός εθνικισμός του εικοστού αιώνα.
Ένα αφήγημα που προϋπέθετε την εξαφάνιση των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής ώστε να καταστεί δυνατή η ιδέα ενός εθνικά ομοιογενούς κράτους.
Και όμως.
Το πιο δύσκολο ερώτημα δεν αφορά τελικά την Τουρκία.
Αφορά εμάς.
Οι νεκροί δεν αποτελούν απλώς παρελθόν.
Αποτελούν μέτρο.
Ο σημερινός άνθρωπος της άνεσης, της ψηφιακής αφασίας και της ιστορικής αμνησίας δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να καταλάβει τι σημαίνει να κουβαλάς μέσα σου αιώνες.
Να αισθάνεσαι ότι πίσω από τις προσωπικές σου επιθυμίες στέκεται μια αδιάκοπη αλυσίδα προσώπων, γλωσσών, μνημών και θυσιών.
Γι’ αυτό και ο κόσμος μας γίνεται ολοένα ελαφρύτερος, επιφανειακότερος, ανίκανος να αντέξει πραγματική τραγωδία. Ο Πόντος όμως δεν επιτρέπει ελαφρότητα.
Είναι μια πληγή που αποκαλύπτει κάτι πολύ βαθύτερο από μια εθνική συμφορά: αποκαλύπτει πόσο εύκολα ο άνθρωπος, όταν χάσει το μέτρο, μπορεί να οργανώσει τον αφανισμό του άλλου με την ψυχρότητα διοικητικής διαδικασίας.
Και ταυτόχρονα αποκαλύπτει κάτι ακόμη: ότι ένας λαός μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη και μετά την καταστροφή του, όσο υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να παραδώσουν τη μνήμη στη λήθη. Γι’ αυτό η 19η Μαΐου δεν είναι μόνο ημέρα μνήμης. Είναι ημέρα αυτογνωσίας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους